Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

Περπατώ στους δρόμους της γειτονιάς μου και θαυμάζω. Φαρδιοί δρόμοι, πολυτελή διαμερίσματα, πολυκατοικίες με μεγάλα μπαλκόνια, με πυλωτή, με γκαζόν και με υπόγειο πάρκιν, δύο αυτοκίνητα ανά οικογένεια, κάποια από αυτά ακριβά, μάρκας Mercedes ή BMW, και γενικά καινούρια και σε καλή κατάσταση, άνθρωποι καλοντυμένοι, περιποιημένοι, καλοχτενισμένοι, προσεγμένοι, που φροντίζουν τον εαυτό τους - και δίπλα τους, βουνά σκουπίδια.

Και απορώ: γιατί τα βγάζουν αφού βλέπουν την κατάσταση; Τους ενοχλούν οι δυο σακούλες σκουπιδιών, καλά κλεισμένες, που θα τις έχουν στο τεράστιο πίσω μπαλκόνι τους και δεν θα τις βλέπουν καν, και δεν τους ενοχλούν οι όγκοι από σακούλες στο πεζοδρόμιο, σκισμένες από γάτες και σκύλους, ανοιγμένες, με το περιεχόμενο να ξεχύνεται παντού τριγύρω; Τους ενοχλεί η μυρωδιά που ίσως να παρεισφρήσει από το παράθυρο τις κουζίνας τους (και που αν κλείσουν καλά τη σακούλα και βάλουν και δεύτερη, όπως έκανα εγώ, δεν θα γίνει καθόλου αισθητή) και δεν τους ενοχλεί η πνιγηρή αποφορά αποσύνθεσης στο δρόμο;

Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι που τα πέταξαν, αυτοί δεν περνούν καθημερινά από εκεί; Τα δικά τους παιδιά δεν πατάνε στα αποκρουστικά αυτά υγρά για να πάνε στο σχολείο; Τα ακριβά τους μοκασίνια δεν λεκιάζονται καθώς κατευθύνονται προς τον σταθμό του τραίνου ή προς το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς;

Μάλλον κάτι δεν έχω καταλάβει καλά.

Ίσως δεν περπατούν καθόλου στο δρόμο. Ίσως χώνουν άρον-άρον τα βλαστάρια τους από την είσοδο της οικοδομής κατευθείαν στο σχολικό, το οποίο θα τα μεταφέρει στο άσυλο ακριβών και περιποιημένων ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων. Ίσως κατεβαίνουν με το ασανσέρ κατευθείαν στο υπόγειο πάρκιν και βγαίνουν με το αυτοκίνητο, κατευθυνόμενοι προς άλλες γειτονιές, όπου ναι μεν τα σκουπίδια είναι τα ίδια και χειρότερα, αλλά τουλάχιστον εκεί μπορούν να νιώσουν ότι "δεν φταίνε αυτοί".

Ίσως πάλι απλά δεν έχουν καμία αίσθηση ευθύνης απέναντι σε οτιδήποτε δεν είναι αποκλειστικά δικό τους αλλά το μοιράζονται με άλλους, ακόμη κι αν αυτό το κάτι το χρησιμοποιούν καθημερινά και παίζει καίριο ρόλο στη ζωή τους, στην υγεία τους, στην αισθητική τους.

Ναι, μάλλον έχω σχηματίσει τελείως λάθος ιδέα για το ανθρώπινο είδος.

Υ.Γ. Με το που άδειασαν οι πρώτοι κάδοι, την Παρασκευή, θαρρείς και καραδοκούσαν στη γωνία: δεν πέρασαν δυο ώρες και ήταν πάλι ξέχειλοι - με τα σκουπίδια "δεύτερης γραμμής", εκείνων που τα κρατούσαν στα μπαλκόνια τους με νύχια και με δόντια.

Εγώ τα δικά μου δεν τα κατέβασα ακόμη. Περιμένω να φύγει και το δεύτερο κλιμάκιο, να σκουπιστούν και τα λείψανα από τους δρόμους και τα πεζοδρόμια, και μετά θα τα βγάλω.

Κάθονται ήσυχα τα έρμα, μέσα στις σακούλες τους.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

ΕΙΣΑΙ ΑΝΕΡΓΟΣ; ΓΙΝΕ ΜΠΑΤΣΟΣ!

Προσφάτως ξέχασα την ταυτότητά μου σε κάποια δημόσια υπηρεσία, και ξέχασα ότι την ξέχασα, δηλαδή δεν μπορούσα να θυμηθώ πού την είχα αφήσει. Μετά από κάποιες μέρες χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας νεαρός αστυνομικός ο οποίος, περνώντας τυχαία από την εν λόγω υπηρεσία, είδε την ταυτότητά μου, ρώτησε αν με είχαν ειδοποιήσει, και όταν πήρε αρνητική απάντησε αποφάσισε να με ειδοποιήσει με δική του πρωτοβουλία, αν και δεν συμπεριλαμβανόταν στα καθήκοντά του αυτή η υποχρέωση. Βρήκε το τηλέφωνό μου από τον κατάλογο και με πήρε.

Εννοείται ότι τον ευχαρίστησα θερμά, και πιάσαμε λίγο την κουβέντα. Με πληροφόρησε ότι ήταν καινούριος στο επάγγελμα. Είχε σπουδάσει θεολογία, αλλά ως θεολόγος δεν έβρισκε δουλειά. Τον ρώτησα πώς του φαινόταν η δραματική αυτή αλλαγή καριέρας, και μου απάντησε απλά:
- Κοιτάξτε, τώρα έχω δουλειά.

Έκλεισα το τηλέφωνο γεμάτη σκέψεις. Πριν λίγες εβδομάδες ένας γνωστός μου, πάλι πάνω σε μια γενική κουβέντα, μου είπε ότι ο μικρός γιος του είχε γίνει "μπάτσος".
- Τι να κάνει; Δεν έβρισκε δουλειά - συμπλήρωσε, σαν να ντρεπόταν λίγο.
Και προχτές, μιλώντας με μια φίλη, με πληροφόρησε ότι ένας γνωστός της νέος είχε αποφασίσει να γίνει αστυνομικός για τον ίδιο λόγο: δεν έβρισκε άλλη δουλειά.

Όλα αυτά με έβαλαν σε σκέψεις - λίγο θολές είναι αλήθεια, αλλά ανησυχητικές. Υπάρχει ανεργία, άρα στρεφόμαστε σε όποια δουλειά βρούμε. Και ω του θαύματος, όλως τυχαίως, στην αστυνομία βρίσκουμε! Σε όλο το δημόσιο τομέα υποτίθεται ότι γίνονται περικοπές προσωπικού. Στην αστυνομία δηλαδή δεν γίνονται; Δεν έχουμε χρήματα να προσλάβουμε δασκάλους και γιατρούς, αλλά έχουμε για να προσλάβουμε αστυνομικούς; Και σε ένα σώμα όπου θα έπρεπε όλοι όσοι υπηρετούν να είναι επίλεκτοι, επιτρέπουμε να μπει κάθε πικραμένος που ψάχνει δουλειά, μόνο και μόνο επειδή δεν βρίσκει αλλού;

Είπαμε, θολές σκέψεις. Δεν τα πάω καλά εγώ με την πολιτική. Αλλά τρεις νέοι μπάτσοι μέσα σε ένα μήνα, σε μια περίοδο που όλοι χάνουν δουλειές και κανείς δεν βρίσκει, και μάλιστα στον δικό μου κύκλο που δεν είχα ξανακούσει ποτέ κάτι τέτοιο, είναι λίγο περίεργο. Δεν είναι;

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011, εντεκάμιση το πρωί. Περιφέρομαι στις παρυφές της συγκέντρωσης, μην έχοντας καταφέρει να βρω το πανώ του συλλόγου μου, και μην αντέχοντας τον συνωστισμό και το τσούξιμο των ματιών που σε πιάνει μόλις προχωρήσεις λίγο πιο μπροστά. Με το που βγαίνεις στην πλατεία, σε πνίγει ένας αέρας βαρύς, με την αψιά μυρωδιά των χτεσινών δακρυγόνων. Στην αρχή της Πανεπιστημίου νέα παιδιά μοιράζουν φυλλάδια. Πλησιάζω μια κοπέλα και ζητάω ένα.
- Θα πάρετε και την "Εργατική Αλληλεγγύη"; - μου τείνει την εφημερίδα.
- Εντάξει - απλώνω το χέρι.
- Θα μας ενισχύσετε με δύο ευρώ;
Πληρώνω τα δύο ευρώ, κρατάω την εφημερίδα, κάθομαι σε ένα κάγκελο στην άκρη του δρόμου και την ξεφυλλίζω. Πάνε χρόνια που δεν έχω διαβάσει κάτι τέτοιο, ίσως από φοιτήτρια. Δεν έχω μαζί τα γυαλιά μου - δεν θα ήθελα να μου σπάσουν πάνω σε καμιά αναταραχή, και άλλωστε τι να τα κάνω, σάματις εφημερίδα θα διάβαζα; - και δυσκολεύομαι λίγο στην ανάγνωση.

Στη σελίδα 13 διαβάζω ότι ο Λένιν στον "Αριστερισμό" έχει γράψει:
"Για να συμβεί μια επανάσταση, είναι απαραίτητο η πλειοψηφία των εργατών (ή τουλάχιστον μια πλειοψηφία των ταξικά συνειδητοποιημένων εργατών) να συνειδητοποιήσει πλήρως ότι η επανάσταση είναι αναγκαία και ότι πρέπει να προετοιμάζονται να πεθάνουν για αυτή."

Κοιτάζω γύρω μου. Πακιστανοί πουλούν χειρουργικές μάσκες, σφυρίχτρες και μπουκαλάκια νερού. Ένας σαλεπιτζής με μάσκα αερίων διαλαλεί το προϊόν του, κουλουρτζού υποδέχεται τον συνέταιρο με πέντε έξι κούτες φρέσκα κουλούρια. Ο κόσμος τραγουδάει, γελάει, ανεμίζει σημαίες. Είναι εικόνα επανάστασης αυτή; Είναι αυτοί οι άνθρωποι διατεθειμένοι να πεθάνουν για όσα διεκδικούν;

Νεκρός ένας διαδηλωτής στο Σύνταγμα

Άραγε ο άνθρωπος αυτός ήταν διατεθειμένος να πεθάνει; Ποιος ξέρει. Σίγουρα όταν ξεκινούσε το πρωί δεν είχε κατά νου ότι θα πέθαινε. Ίσως όμως να ήξερε ότι υπήρχε και αυτό το ενδεχόμενο, οσοδήποτε μικρό. Ίσως να είχε σκεφετεί κάποια στιγμή ότι μέσα στην αναμπουμπούλα, η πιθανότητα να συμβεί το χειρότερο είναι αυξημένη. Παρ' όλ' αυτά πήγε. Και πέθανε.

Ας ελπίσουμε ότι δεν θα χρειαστεί να πεθάνουν και άλλοι (από καρδιακές προσβολές που όλως τυχαίως τους έρχονται στις διαδηλώσεις - τόπους χαράς και αναψύξεως - ή από άλλες αιτίες για τις οποίες το κράτος νίπτει τας χείρας του, όπως λόγου χάρη η έλλειψη προσωπικού και φαρμάκων στα νοσοκομεία) μέχρι να αλλάξει κάτι.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Επέστρεφα στο σπίτι μου με τον ηλεκτρικό ένα Σάββατο μεσημέρι γύρω στις δυόμιση, όταν στο σταθμό Ειρήνη μπήκε στο βαγόνι ένας μικρόσωμος άντρας με ακορντεόν, ηλικίας μάλλον γύρω στα τριάντα, και ένα αγοράκι τεσσάρων-πέντε χρονών, επίσης με ακορντεόν περασμένο στους ώμους του και με ένα κομμένο πλαστικό μπουκαλάκι στερεωμένο στο μπροστινό μέρος του οργάνου, προφανώς για να μαζεύει τα ψιλά.

Αριστερά μου υπήρχε μια τετράδα καθισμάτων ελεύθερη, χωρίς κανέναν επιβάτη, και ο άντρας πήγε και κάθισε εκεί, πλάι στο παράθυρο. Ύστερα το αγοράκι άρχισε να παίζει το δικό του ακορντεόν, ή μάλλον να κάνει απλώς θόρυβο ανοιγοκλείνοντάς το, γιατί οι ήχοι που έβγαιναν από το όργανο καμία σχέση δεν είχαν ούτε με αρμονία, ούτε με μελωδία, ούτε με ρυθμό. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άρχισε και ο άντρας να παίζει, καλύπτοντας τον ήχο του μικρού, ο οποίος σταδιακά σταμάτησε. Ο άντρας έπαιζε αρκετά καλά. Χωρίς να είναι βιρτουόζος, ήταν φανερό ότι ήξερε μουσική και είχε μεγάλη εξοικείωση με το όργανο. Έπαιζε καθισμένος, κοιτώντας έξω από το παράθυρο, κάπως σαν να χάζευε το τοπίο ή να ρέμβαζε. Είχε μια έκφραση ελαφριάς κούρασης και θλίψης. Δεν θα μπορούσα να πω αν ήταν πολύ αφηρημένος ή πολύ συγκεντρωμένος, άλλωστε την περίπτωση αυτή ίσως να είναι το ίδιο πράγμα.

Εντωμεταξύ, ο μικρός στεκόταν κοντά στο διαχωριστικό της επόμενης ομάδας καθισμάτων, που έτυχε να είναι η τελευταία του βαγονιού, αυτή με τα πέντε καθίσματα στη γαλαρία. Ο άντρας είχε γυρισμένη την πλάτη του και δεν τον έβλεπε. Μόλις τελείωσε το κομμάτι που έπαιζε, στράφηκε προς τα πίσω, γυρνώντας το κεφάλι του και το σώμα του, αναζήτησε με το βλέμμα τον μικρό, και μόλις τον είδε το πρόσωπό του γλύκανε, του χαμογέλασε πλατιά και κούνησε το κεφάλι του ενθαρρυντικά, σε μια θερμή χειρονομία.

Μετά από αυτό, ο μικρός άρχισε να περιφέρεται στο βαγόνι, χωρίς να μιλάει και χωρίς να κοιτάζει στα μάτια τους επιβάτες, περιμένοντας απλώς λίγες στιγμές δίπλα στον καθένα για τα λίγα κέρματα που ορισμένοι έριχναν στο μπουκαλάκι.

Δεν συνηθίζω να δίνω χρήματα σε επαίτες. Δεν μου αρέσει ο συναισθηματικός εκβιασμός της παραπονιάρικης φωνής και της έκθεσης της δυστυχίας τους. Επιπλέον αρκετές φορές δίνουν καταφανώς την εντύπωση ότι εξαπατούν, με όλα εκείνα τα χαρτιά νοσοκομείων και τους θρήνους για τα υπεράριθμα παιδιά τους. Σπάνια δίνω ακόμη και σε μουσικούς, και όταν το κάνω πρόκειται συνήθως για μουσικούς που στέκονται και παίζουν στον δρομο, λόγου χάρη σε κάποιον πεζόδρομο του κέντρου, και όχι σε όσους μπαίνουν σε μέσα μαζικής μεταφοράς, γιατί αισθάνομαι ότι και αυτοί κατά κάποιον τρόπο με πιέζουν, μου επιβάλλουν την παρουσία τους μια που δεν μπορώ να ξεφύγω από το βαγόνι, μου εκβιάζουν την συμπόνια και μου δημιουργούν ενοχές με το να στέκονται δίπλα μου και να με κοιτάζουν περιμένοντας τα χρήματα.

Στην περίπτωση αυτή όμως έκανα μια εξαίρεση. Σκάλισα το πορτοφόλι μου και έριξα στο μπουκαλάκι του παιδιού όλα τα ψιλά που είχα (όχι πολλά είναι αλήθεια - νομίζω ούτε ένα ευρώ δεν έβγαζαν), λέγοντας ευχαριστώ με λόγια και με παντομίμα, βάζοντας το χέρι στο στήθος και σκύβοντας σε μια μικρή υπόκλιση. Ενώ το έκανα, κοιταξα τον πατέρα, γιατί ο μικρός ούτε και τώρα δεν είχε σηκώσει το βλέμμα του προς εμένα και δεν απάντησε ούτε καν με ένα νεύμα. Εκείνος είχε τα μάτια καρφωμένα στο παιδί και δεν με πρόσεξε.

Ο μικρός συνέχισε την αποστολή του στο υπόλοιπο βαγόνι, ενώ ο άντρας έπαιζε ένα δεύτερο κομμάτι, πιο γρήγορο από το πρώτο. Το τραίνο πλησίαζε στον επόμενο σταθμό: Νερατζιώτισσα. Μόλις σταμάτησε, ο άντρας έγνεψε στον μικρό, που τον πλησίασε τρέχοντας και βγήκαν έξω μαζί. Τους είδα να πηγαίνουν προς την πεζογέφυρα, κουβεντιάζοντας, με τα κεφάλια γερμένα ο ένας προς την πλευρά του άλλου.

Έγραψα παραπάνω ασυναίσθητα "ο πατέρας", αν και δεν έχω τρόπο να ξέρω αν όντως ο άντρας ήταν ο πατέρας του παιδιού. Αλλά μονάχα ένας πατέρας θα φερόταν με τόση στοργή σε ένα παιδί. Ίσως να μην ήταν ο βιολογικός του πατέρας, ίσως να ήταν κάποιος θείος ή μεγάλος αδελφός, ίσως μάλιστα ο βιολογικός πατέρας να μην είχε φερθεί τόσο στοργικά. Αλλά ο άντρας αυτός φέρθηκε σαν πατέρας - κι αυτό μετράει.

Γι' αυτο και θέλησα τόσο αυθόρμητα να δώσω τα χρήματα - για εκείνο το ζεστό χαμόγελο.