Κυριακή 10 Ιουλίου 2022

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗ ΛΙΛΙΠΟΥΠΟΛΗ

Μόλις τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου «Στον καιρό της Λιλιπούπολης», του Γιώργου Αλλαμανή. Η αλήθεια είναι πως όταν το είδα, τρόμαξε το μάτι μου με τον όγκο του. Σκέφτηκα, καλά, σιγά μην κάτσω να διαβάσω τέτοιον ογκόλιθο. Θα το ξεφυλλίσω λίγο, θα ρίξω καμιά ματιά στα περιεχόμενα, άντε να διαβάσω κάνα δυο σημεία που θα μου τραβήξουν την προσοχή και τέρμα.

Έπεσα τελείως έξω! Με το που ξεκίνησα την ανάγνωση, από τον πρόλογο ακόμη, το βιβλίο με ρούφηξε. Αντί να είναι κοπιαστική ορειβασία, όπως φοβόμουν, ήταν ένας άνετος περίπατος, μέσα από τοπία της Ελλάδας της μεταπολίτευσης και της Λιλιπούπολης του πάντοτε. Κάθε στροφή του δρόμου αποκάλυπτε κάτι καινούριο κι ενδιαφέρον ή ξαναθύμιζε κάτι γνωστό και αγαπητό. Πέρα από την εύστοχη πολιτική ανάλυση της εποχής και την ιστορία του Χατζιδακικού Τρίτου προγράμματος, το βιβλίο είναι ένα ταξίδι στη Λιλιπούπολη «εκ των έσω». Μια περιήγηση στα παρασκήνια και στη σκηνή της εκπομπής, όπου παρακολουθούμε τη γέννηση και την ωρίμανση αυτού του μαγικού τόπου και των κατοίκων του.

Το βιβλίο αποδείχτηκε απρόσμενα ευκολοδιάβαστο και αξίζει πραγματικά να διαβαστεί, για όλους αυτούς τους λόγους. Έχει πολλά να δώσει σε κάθε αναγνώστη, γιατί κινείται σε πολλά επίπεδα. Δίνει την ιστορική ανασκόπηση, κυρίως όμως δίνει μια ματιά στη δημιουργική διαδικασία, στο «πώς». Δεν υπάρχει μαγική συνταγή, αλλά η κάθε συνταγή δημιουργίας πρέπει να έχει μια δόση μαγείας. Μια δόση τρέλας, μια δόση ελευθερίας. Κι εμείς, οι αναγνώστες, έχουμε την ευκαιρία να δούμε λίγα στιγμιότυπα αυτής της διαδικασίας, από προνομιακή θέση.

Κατά παράδοξο τρόπο, η ανάγνωση υπήρξε για μένα μια επιστροφή στη Λιλιπούπολη. Και λέω παράδοξο, επειδή δεν είναι μυθοπλασία, δεν είναι άλλη μια ιστορία με Λιλιπουπολίτες και Λιλιπουπολίτισσες, δεν είναι όπως τα ζωντανά επεισόδια που σε παρασέρνουν και σε βάζουν στον κόσμο του παραμυθιού. Δεν είναι, ας πούμε, ένα μυθιστόρημα τοποθετημένο σε έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, αλλά η ιστορική θεώρηση αυτού του τόπου και του χρόνου. Κι όμως, αυτή η διερεύνηση με γύρισε πίσω και με έκανε να ταξιδέψω στη δική μου Λιλιπούπολη, στη δική μου Ελλάδα του 1978, στα δικά μου παιδικά και προεφηβικά χρόνια. Δίχως να το καταλάβω, έγινα για λίγο πάλι η εντεκάχρονη Τατιάνα, που λάτρευε τη Λιλιπούπολη και ανυπομονούσε για κάθε νέο επεισόδιο.

Κι αυτό με φέρνει στο βασικό πράγμα που θέλω να πω, που μου έρχεται στον νου ξανά και ξανά όποτε γίνονται κουβέντες για τη Λιλιπούπολη. Πολλοί επαναλαμβάνουν συχνά-πυκνά, με διάφορους τρόπους και από διάφορες σκοπιές, ότι η Λιλιπούπολη δεν ήταν στ’ αλήθεια μια παιδική εκπομπή, ότι στην ουσία ήταν μια εκπομπή για μεγάλους ή κυρίως για μεγάλους, ότι μόνο οι μεγάλοι ή κυρίως οι μεγάλοι είχαν τη γνώση, την ωριμότητα, τα εφόδια για να κατανοήσουν πλήρως το περιεχόμενο της εκπομπής.
 

Θα διαφωνήσω.


Δεν αρνούμαι πως οι αναφορές στην επικαιρότητα και η πολιτική διάσταση των εκπομπών μπορούν να γίνουν αντιληπτές μονάχα από ενήλικες, που έχουν γνώση των γεγονότων και της πολιτικής πραγματικότητας της εποχής. Ωστόσο η ουσία, για μένα, δεν βρίσκεται στο να αντιληφθείς συνειδητά τις αναφορές αυτές. Η ουσία βρίσκεται στις αρχές και τις αξίες που περνάνε μέσα από τα δρώμενα, αλλά και στην αισθητική που περιβάλλει αυτά τα δρώμενα. Και αυτό δεν γίνεται κατανοητό αναλύοντας διανοητικά, αλλά συμπάσχοντας με τους ήρωες. Τα παιδιά σίγουρα δεν είναι σε θέση να ξέρουν συγκεκριμένα ποια πρόσωπα ή περιστατικά σχολιάζονται ή στηλιτεύονται μέσα από κάθε εκπομπή ούτε ποιο συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα ή ιδεολογία αποτελεί το εφαλτήριο για κάθε σενάριο. Αλλά μπορούν θαυμάσια να εισπράξουν τις πολιτικές αρχές που το διέπουν και τα αισθητικά μέσα που αποτελούν το όχημα αυτών των αρχών, διαμορφώνοντας έτσι ασυναίσθητα εξ απαλών ονύχων τα πολιτικά και τα αισθητικά τους κριτήρια. 


Και γι’ αυτό ακριβώς η Λιλιπούπολη υπήρξε βαθιά πολιτική. Όχι γιατί σχολίαζε επιθεωρησιακά τα πολιτικά δρώμενα της εποχής, αλλά γιατί μέσα από τα δικά της δρώμενα διαμόρφωνε την πολιτική συνείδηση μελλοντικών πολιτών.


Ο Νίκος Δήμου χαρακτήρισε τη Λιλιπούπολη «μείγμα ποίησης και σκέψης» και έγραψε ότι «έχει δύο κεντρικά θέματα: την ομορφιά και την ελευθερία». Κι αυτή η ομορφιά και η ελευθερία, μέσα από το χιούμορ, τα τραγούδια, την περιπέτεια, έγιναν βίωμα των μικρών ακροατών, πολύ βαθύτερα απ’ όσο των μεγάλων.
 

Γι’ αυτό η Λιλιπούπολη, για μένα, ήταν μια κατεξοχήν παιδική εκπομπή, παρά το κλείσιμο ματιού στους ενήλικες και την έλξη που αναμφίβολα ασκούσε πάνω τους. Γιατί απευθυνόταν πρωτίστως στα παιδιά, με εκφραστικά μέσα που άγγιζαν τα παιδιά, γιατί είχε πολλά να προσφέρει πρωτίστως στα παιδιά, σε κάθε επίπεδο – αισθητικό, αξιακό, πολιτικό – και γιατί άρεσε πρωτίστως στα παιδιά, κι ακόμη αρέσει. 

~ * ~

Έτσι λοιπόν, το βιβλίο κύλησε σαν νεράκι. Ούτε που κατάλαβα πώς πέρασαν οι μέρες, πότε το τελείωσα. Ως και τους πίνακες διάβασα. Κι όταν έφτασα στο τέλος, ένιωσα πάλι τη θλίψη του αποχωρισμού. Γιατί δεν ήθελα να τελειώσει, δεν ήθελα να γυρίσω πίσω, δεν ήθελα να αποχωριστώ ξανά τη Λιλιπούπολη. Ξέρω ότι την έχω μέσα μου, όπως όλους τους τόπους των παραμυθιών που αγάπησα. Όμως μου λείπει. Γιατί η θύμηση του ταξιδιού δεν συγκρίνεται ποτέ με το ίδιο το ταξίδι. Και η μόνη γιατρειά είναι να κάνουμε νέα ταξίδια.
 

Καλοτάξιδο λοιπόν το βιβλίο και ούριο άνεμο στα νέα μας ταξίδια.


Σημείωση:


Ας προσθέσω εδώ ότι το διάβασα όχι μόνο με απόλαυση, αλλά με τη χαρά και το καμάρι του ανθρώπου που συνέβαλε έστω μια μικρή ψηφίδα στο τεράστιο αυτό μωσαϊκό, προϊόν πέντε ετών έρευνας, επεξεργασίας και σύνθεσης (chapeau στον Γιώργο για μια εξαιρετικά ευσυνείδητη και σχολαστική δημοσιογραφική δουλειά). Τα ηχογραφημένα επεισόδια της Λιλιπούπολης που είχα από παιδί μπήκαν μαζί με τα άλλα στο αρχείο των σωζόμενων εκπομπών. Όταν ζητούσα από τους γονείς μου να μου ηχογραφούν τα επεισόδια στο μαγνητόφωνο (εκείνο το παλιό, με τις μπομπίνες, που ήθελε και λίγα λεπτά να ζεσταθεί πριν τη χρήση, γι’ αυτό και το άφηνα αναμμένο κι έτοιμο, με πατημένο το REC-PLAY και το PAUSE, ώστε να αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού για να ξεκινήσει η ηχογράφηση), ώστε να μπορώ να τα ακούσω όταν θα γύριζα στο σπίτι, ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα συνέβαλα στη διάσωση έστω λίγων επεισοδίων της Λιλιπούπολης. Το μαγνητόφωνο είχε διάφορα προβλήματα στη λειτουργία του, γι’ αυτό κάποια στιγμή είχα περάσει το υλικό σε κασέτες. Αυτές και δάνεισα στον Γιώργο, ο οποίος τις ψηφιοποίησε και μου τις επέστρεψε, μαζί με το ψηφιοποιημένο υλικό. Τον ευχαριστώ γι’ αυτό, καθώς και για το αντίτυπο του βιβλίου του που μου πρόσφερε με αφιέρωση.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2022

ΑΝΗΜΕΡΕΣ ΣΤΡΙΓΓΛΕΣ

 

«Το ημέρωμα της στρίγγλας».

 

Ανέκαθεν μισούσα αυτό το έργο του Σαίξπηρ.

 

Το «ημέρωμα», λέει, της «στρίγγλας» - ποιας στρίγγλας; Μιας γυναίκας δυναμικής, ανεξάρτητης, ατρόμητης, που τολμούσε να λέει τη γνώμη της και να την υποστηρίζει, μια γυναίκα που ήθελε να διαφεντεύει η ίδια το σώμα της και τη ζωή της, σε μια εποχή όπου αυτό ήταν κάτι παραπάνω από ανυπόφορο: ήταν αδιανόητο.

 

Και μια τέτοια «στρίγγλα» βέβαια χρειάζεται «ημέρωμα» - δηλαδή σπάσιμο του τσαμπουκά, τυραννία, βασανισμό, εξευτελισμό μέχρις εσχάτων, μέχρι να παρανοήσει, μέχρι να αυτοακυρωθεί ολοκληρωτικά, μέχρι να συρθεί στα πόδια του αφέντη εκλιπαρώντας έλεος, ώστε να φτάσει να υπακούει σε κάθε εντολή αδιαμαρτύρητα. Σαν δαμασμένο αγριάλογο, σαν τίγρη του τσίρκου, σαν αρκούδα του πανηγυριού.

 

Παρακολουθούμε λοιπόν τον Πετρούτσιο να βασανίζει συστηματικά την Κάθριν με τεχνικές αντάξιες του Γκουαντανάμο: στέρηση τροφής, στέρηση ύπνου, στέρηση αξιοπρέπειας, αμφισβήτηση της διανοητικής ακεραιότητας, δοκιμασίες υπακοής με παράλογα αιτήματα, σαν καψόνια σε φαντάρο. Αρνείται να την αποκαλέσει με το όνομά της, την αποκαλεί «Κέιτ» και της περιγράφει πώς είναι αυτή η «Κέιτ»: γλυκιά και απόλυτα υπάκουη στον κύριο και αφέντη της. Και τελικά η Κάθριν «ημερώνει» - σπάει δηλαδή ο τσαμπουκάς της, ισοπεδώνεται η περηφάνια της, θρυμματίζεται η αυτονομία της, καταρρακώνεται η προσωπικότητά της. Η ατίθαση, περήφανη, αυτόνομη γυναίκα, γίνεται υπάκουο ανδρείκελο, «καλή σύζυγος». Η Κάθριν γίνεται Κέιτ.


Και τελικά μας παρουσιάζεται ως ικανοποιημένη κι ευτυχισμένη. Και μπορεί και να ήταν. Υπάρχει και το σύνδρομο της Στοκχόλμης. Μπορεί να ερωτεύτηκε τον βασανιστή της. Μπορεί να έκαψε εντελώς τις ασφάλειες του μυαλού της για να επιβιώσει, για να αντέξει την αγεφύρωτη απόσταση ανάμεσα σ αυτό που ήταν και σ αυτό που κατάντησε. Μπορεί η Κάθριν να πέθανε και η Κέιτ, το υποταγμένο ρομποτάκι, να ήταν ικανοποιημένη κι ευτυχισμένη. Το αν είναι πράγματι ικανοποιητική μια τέτοια έκβαση και για ποιον, είναι ένα φιλοσοφικό ερώτημα που μπορεί να μας απασχολήσει στο φουαγιέ.

Κι αυτό, είναι, λέει, «κωμωδία» - όχι μονάχα στον καιρό του Σαίξπηρ (λες και θα πρέπει να το καταπιούμε αμάσητο επειδή «έτσι ήταν τότε»), αλλά και πολύ πρόσφατα, ακόμα και σήμερα.

 

Πόσο πολύ απέχουν όλα αυτά από το «ημέρωμα» για το οποίο μας μιλά ο Σαιντ Εξυπερύ στον «Μικρό Πρίγκηπα», δια στόματος της αλεπούς:

-Τι πάει να πει «ημερώνω»; ρώτησε ο μικρός Πρίγκηπας.

-Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «Να δημιουργείς δεσμούς». […] Αν θες ένα φίλο, ημέρωσέ με!

-Τι πρέπει να κάνω; είπε ο Μικρός Πρίγκηπας.

-Πρέπει να έχεις μεγάλη υπομονή, αποκρίθηκε η αλεπού. Θα καθίσης πρώτα κάπως μακριά μου, έτσι στο χορτάρι. Εγώ θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου κι εσύ δε θα λες τίποτα. […] Αλλά, κάθε μέρα, θα μπορείς να κάθεσαι λιγάκι πιο κοντά…


Είναι μια μέθοδος ημερώματος κι αυτή, βέβαια. Υπάρχουν κι άλλες, όπως αυτή του Πετρούτσιο. Είχε κι αυτός υπομονή μεγάλη, αναντίρρητα. Θέλει μεγάλη υπομονή για να σπάσεις τον τσαμπουκά ενός αγριμιού και να γίνεις αφέντης του. Μεγαλύτερη όμως θέλει για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του και να γίνεις φίλος του. Δίνει μεγάλη ικανοποίηση να τιθασεύσεις ένα αδάμαστο πλάσμα, κυριαρχώντας ολοκληρωτικά πάνω του. Μεγαλύτερη όμως δίνει να κατορθώσεις να σου δοθεί ολοκληρωτικά, παραμένοντας αδάμαστο. Θέλει κότσια για να «ημερώσεις» μια «στρίγγλα». Περισσότερα κότσια όμως θέλει για να κερδίσεις την καρδιά μιας ανήμερης στρίγγλας.

 

Πετρούτσιο-Κάθριν, μηδέν-μηδέν.

Μικρός Πρίγκηπας-αλεπού, win-win.

.