Τρίτη, 17 Αυγούστου 2021

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΜΠΟΥΡΚΑΣ

Ρώτησα σήμερα την κόρη μου τη γνώμη της. 

Άραγε η μπούρκα, το νικάμπ και όλα αυτά τα πέπλα που καλύπτουν το πρόσωπο, είναι παρόμοια κατά κάποιον τρόπο με τα ρούχα που φοράμε ή με τα εσώρουχα; Στο κάτω-κάτω κι αυτά αναγκαζόμαστε να τα φοράμε για λόγους κοινωνικούς, κι αυτά αν δεν τα φορέσουμε θα υποστούμε ως έναν βαθμό χλεύη και στιγματισμό, κι αυτά διδασκόμαστε να τα φοράμε γιατί η γύμνια είναι «ντροπή», κι αυτά σε κάποιες χώρες επιβάλλονται από νόμους. Άραγε η διαφορά με την μπούρκα μήπως είναι μονάχα ποσοτική και όχι ποιοτική; 

Ρώτησα σήμερα την κόρη μου τη γνώμη της και μου είπε όχι!

Η διαφορά δεν είναι μόνο ποσοτική, αλλά ποιοτική. Γιατί η μπούρκα καλύπτει το ΠΡΟΣΩΠΟ. Το πρόσωπο, όπου εδρεύουν σχεδόν όλες οι αισθήσεις μας και μάλιστα οι βασικές, όραση και ακοή. Το πρόσωπο, όπου εκφράζονται με χίλες λεπτές αποχρώσεις όλα μας τα συναισθήματα. Το πρόσωπο, που είναι το βασικό μέσον αμφίδρομης επικοινωνίας μας με τον κόσμο. Το πρόσωπο, που δίνει το στίγμα της προσωπικότητάς μας. Το πρόσωπο, το κατεξοχήν αναγνωριστικό στοιχείο μας. Το πρόσωπο, που συμβολίζει την ανθρώπινη υπόστασή μας.

Το πρόσωπο φιλοξενεί θεμελιώδεις λειτουργίες και εκδηλώσεις της ανθρώπινης υπόστασης. Εκτός από αυτό, αλλά ακριβώς γι’ αυτό, ενέχει πολύ βαθιά και ισχυρή συμβολική σημασία. Το πρόσωπο ενός ανθρώπου ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

Όταν θέλουμε να αναπαραστήσουμε έναν άνθρωπο, ζωγραφίζουμε πρώτα το πρόσωπό του. Όταν θέλουμε να τον περιγράψουμε, πάλι το πρόσωπο θα περιγράψουμε πρώτο. Καλύπτοντας το πρόσωπο ενός ανθρώπου, του ακυρώνουμε τη δυνατότητα να φανεί, να εκδηλωθεί, να εκφραστεί, να δείξει την παρουσία του, τα συναισθήματά του. Καλύπτοντας το πρόσωπο ενός ανθρώπου, τον ακυρώνουμε ως άνθρωπο.

Τόσο πολύ σημαντικό είναι το πρόσωπο, ώστε αν είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε, είναι το τελευταίο που καλύπτουμε. Θα πρέπει να κάνει πραγματικά πολικό ψύχος, να έχει τρομερή αμμοθύελλα, να έχει γεμίσει η ατμόσφαιρα με τοξικά αέρια για να αποφασίσουμε να καλύψουμε το πρόσωπο. Θα πρέπει να κινδυνεύει σοβαρά η υγεία μας, όπως τώρα με τον κορονοϊό, αλλά και τότε ακόμη δυσφορούμε, δυσανασχετούμε και δεν βλέπουμε την ώρα να πετάξουμε τις μάσκες μας.

Αν δυσανασχετούμε εμείς, όταν καλύπτουμε το πρόσωπό μας όλοι, ασχέτως φύλου, πόσο μάλλον εκείνες, που αναγκάζονται να καλυφθούν μόνο λόγω του φύλου τους; Αν δυσφορούμε εμείς, καλύπτοντας το πρόσωπό μας για δική μας προστασία, πόσο μάλλον εκείνες, που αναγκάζονται να καλυφθούν γιατί θεωρείται ντροπή να δείξουν το πρόσωπό τους;

Το πρόσωπο είναι το σύμβολο της προσωπικότητας. Το πρόσωπο είναι συνώνυμο του ατόμου. Λέμε «ένα πρόσωπο» και εννοούμε «ένας άνθρωπος». Η κάλυψη του προσώπου είναι ακύρωση της προσωπικότητας, ακύρωση της ατομικότητας, ακύρωση της ανθρώπινης υπόστασης.

Ένας άνθρωπος δίχως τα μέλη του, και πάλι είναι άνθρωπος, ο ίδιος άνθρωπος. Αν του κόψεις ένα χέρι, ένα πόδι, δεν παύει να είναι άνθρωπος, ο ίδιος άνθρωπος. Αν του κόψεις όμως το κεφάλι, τελείωσε. Δεν υπάρχει πια. 

Και αν του καλύψεις το κεφάλι, δεν είναι πια άνθρωπος.

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2021

ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΙ ΑΘΕΩΝ ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΤΗΣ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ

Κυριακή πρωί, 28 Φλεβάρη, του Ασώτου στο χριστιανικό εορτολόγιο. Πέντε μέλη της Ένωσης Αθέων συναντιούνται στον σταθμό μετρό Ακρόπολη προκειμένου να φωτογραφηθούν με το πανό που έχουν ετοιμάσει για την Ημέρα της Γυναίκας. Το πανό είναι έτοιμο από πέρυσι, με σκοπό τη συμμετοχή μας στις διαδηλώσεις που γίνονται αυτήν την ημέρα, όμως ο κορωνοϊός μας έχει χαλάσει τα σχέδια. Η δημόσια υγεία προέχει, γι’ αυτό βρήκαμε άλλον τρόπο να δώσουμε το «παρών», τηρώντας τα μέτρα ασφαλείας. Δύο από εμάς ξεδιπλώνουν το πανό, άλλοι δύο στέκουν πίσω τους, σε απόσταση, ενώ η Πέμπτη τραβά τη φωτογραφία. Όπως είναι φυσικό, τραβάμε την προσοχή των διερχόμενων. Η Διονυσίου Αρεοπαγίτου είναι γεμάτη κόσμο που απολαμβάνει τη λιακάδα βολτάροντας. Καθώς μας βλέπουν, πολλοί κοντοστέκονται, χαζεύουν, φωτογραφίζουν, ρωτάνε.

Μια παρέα πεντέξι ατόμων ξεχωρίζει. Ανοίγουν διάλογο, πότε ένας-ένας, πότε δύο ή τρεις ταυτόχρονα. Από πλευράς μας συμμετέχουν αρχικά δύο-τρία άτομα. Παθιάζομαι, η συζήτηση με συνεπαίρνει, ούτε που καταλαβαίνω ότι οι άλλοι της παρέας μου έχουν φύγει και έχω μείνει μόνον εγώ. Η κουβέντα κράτησε μισή ώρα με τρία τέταρτα. Το μπαλάκι της συζήτησης περνούσε συχνά από τον έναν στον άλλον, με αποτέλεσμα να μην είμαι βέβαιη πια ποιος είπε τι και σε ποια στιγμή. Ίσως να μην θυμάμαι ακριβώς τη σειρά των διαλόγων. Θυμάμαι όμως κάποια βασικά σημεία και κάποιες βασικές θέσεις, διότι επαναλήφθηκαν και ήταν χαρακτηριστικές. Είπαμε πολλά, σίγουρα δεν συγκράτησα ούτε τα μισά, αλλά προσπαθήσω όμως να τα μεταφέρω όσο μπορώ πιο πιστά. Όπου δεν κατάφερα να ανασυνθέσω τον διάλογο, έβαλα αποσιωπητικά.

Για να ξεχωρίζουμε τους συνομιλητές μας, θα τους δώσω ονόματα, βασισμένα είτε στην εμφάνιση είτε στον αυτοπροσδιορισμό τους. Ο ένας κύριος κάποια στιγμή αυτοχαρακτηρίστηκε αναρχικός, η μια κυρία δήλωσε θεολόγος και ένας άλλος ήταν ασπρομάλλης και γενειοφόρος, γι’ αυτό τον ονόμασα γέροντα, παρόλο που δεν ήταν πολύ ηλικιωμένος. Υπήρχε επίσης μια ακόμη κυρία και ένας ή δύο νεότεροι άντρες, που μίλησαν λιγότερο, γι’ αυτό δεν αναφέρονται στον διάλογο, αν και ορισμένες από τις ατάκες ίσως να είναι και δικές τους.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Τώρα εσείς αισθάνεστε σπουδαίοι;

ΕΓΩ: Σπουδαίοι; Όχι, απλώς εκφράζουμε τις απόψεις μας.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Και ποιοι είστε εσείς που εκφράζετε αυτές τις απόψεις;

ΕΓΩ: Είμαστε από την Ένωση Αθέων.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Ένωση Αθέων; Είστε άθεοι δηλαδή;

ΕΓΩ: Ναι.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Σας δίνει χαρά να λέτε ότι είστε άθεοι;

ΕΓΩ: Ούτε χαρά, ούτε λύπη. Το λέμε απλώς επειδή είναι γεγονός.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Συγγνώμη, γιατί η Ένωση Αθέων ασχολείται ειδικά με αυτό το θέμα;

ΕΓΩ: Επειδή οι θρησκείες έχουν άποψη για τη θέση της γυναίκας και ασκούν ισχυρή κοινωνική επιρροή.

ΚΥΡΙΑ: Όμως εσείς δεν ασχολείστε με τις θρησκείες γενικά! Μόνο με την ορθοδοξία τα βάζετε. Το πανό σας δεν λέει επάνω «θρησκεία», λέει «εκκλησία»!

ΕΓΩ: Πράγματι.

ΚΥΡΙΑ: Δεν είστε άθεοι λοιπόν, είστε αντίχριστοι!

ΕΓΩ: Άθεοι είμαστε. Αλλά ζούμε σε μια χώρα όπου η ορθοδοξία είναι η πιο διαδεδομένη θρησκεία, με τεράστια κοινωνική και πολιτική επιρροή. Γι’ αυτό ασχολούμαστε περισσότερο με αυτήν.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Και τι σας ενοχλεί που κυριαρχεί η ορθοδοξία; Δεν σας την επιβάλλει εσάς κανείς!

ΕΓΩ: Κι όμως, μας την επιβάλλουν.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Πώς σας την επιβάλλουν;

ΕΓΩ: Στα σχολεία και στα δικαστήρια η εικόνα του Χριστού βρίσκεται πάνω από την έδρα. Για να ορκιστώ ως μάρτυρας θα πρέπει να διαλέξω θρησκευτικό ή πολιτικό όρκο, αποκαλύπτοντας έτσι, θέλοντας και μη, τις θρησκευτικές  μου πεποιθήσεις ή την απουσία τους. Όπου υπάρχει όρκος, στον στρατό, στη βουλή, στο πανεπιστήμιο, παντού τα ίδια. Αν ορκιστείς στο πανεπιστήμιο με πολιτικό όρκο πας χωριστά από τους άλλους, όλοι αντάμα και ο ψωριάρης χώρια. Σε κάθε μεγάλο έργο και γεγονός, καθώς και στην έναρξη της σχολικής χρονιάς, γίνεται αγιασμός. Στα σχολεία των παιδιών μας, των παιδιών όλων μας, και των δικών μας παιδιών, γίνεται ορθόδοξη χριστιανική προσευχή κάθε πρωί.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Α μάλιστα, η προσευχή σας πείραξε!

ΕΓΩ: Βεβαίως. Δεν είναι όλοι χριστιανοί ορθόδοξοι. Γιατί να επιβάλλεται κάθε πρωί σε όλους μια χριστιανική προσευχή;

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Χριστιανική είναι η προσευχή;

ΕΓΩ: Φυσικά, είναι η περίφημη Κυριακή Προσευχή, που αναφέρεται στο Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Δεν υποχρεώνεται κανένας να την πει αν δεν θέλει.

ΕΓΩ: Υποχρεώνονται όμως όλοι να την ακούν κάθε πρωί. Εξάλλου, πόσο εύκολο είναι σε ένα παιδί να αρνηθεί να πει την προσευχή αν του ζητηθεί; Πόσο άνετα θα νιώσει αν πει ότι δεν είναι χριστιανός; Και φυσικά υπάρχει μάθημα θρησκευτικών που είναι καθαρή κατήχηση.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Δεν είναι κατήχηση!

ΕΓΩ: Βεβαίως και είναι. Διδάσκεται ομολογιακά το ορθόδοξο δόγμα.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Όχι μόνο! Έχει στοιχεία και από άλλα θρησκεύματα.

ΕΓΩ: Πολύ λιγότερα σε έκταση και ιδωμένα αποκλειστικά και μόνο μέσα από την ορθόδοξη οπτική. Οι άθεοι είτε δεν αναφέρονται, είτε παρουσιάζονται μέσα από ένα άκρως αρνητικό πρίσμα, γεμάτο προκατάληψη.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Τα νέα θρησκευτικά δεν είναι πια έτσι...

ΕΓΩ: Έτσι ακριβώς είναι. Οι αλλαγές που έγιναν ήταν ελάχιστες και το μάθημα παραμένει ομολογιακό, δηλαδή κατήχηση. Το ίδιο το κράτος το παραδέχεται, γι’ αυτό και υπάρχει δυνατότητα απαλλαγής.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Ορίστε λοιπόν, αν δεν σας αρέσει, μπορείτε να πάρετε απαλλαγή.

ΕΓΩ: Ναι, μπορούμε, αποκαλύπτοντας έτσι και πάλι, θέλοντας και μη, εμμέσως πλην σαφώς, τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις ή την απουσία τους. Για να χάνει το παιδί μας άσκοπα μια ώρα, εφόσον δεν προβλέπεται εναλλακτικό μάθημα. Γιατί να δίνονται τόσα προνόμια στους χριστιανούς;

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Προνόμια είναι αυτά;

ΕΓΩ: Φυσικά. Δεν είναι προνόμιο να γίνεται δημόσια προσευχή της δικής σου και μόνον θρησκείας; Να διδάσκεται η ομολογία της θρησκείας σου και μόνον αυτής στη δημόσια παιδεία;

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Είναι δικαίωμα κατοχυρωμένο στο Σύνταγμα.

ΕΓΩ: Και γι’ αυτό ακριβώς ζητάμε να αλλάξει το Σύνταγμα. Να είναι στο όνομα του Λαού και όχι του Θεού. Να μην είναι υποχρέωση του κράτους η ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης των πολιτών.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Όμως η ορθοδοξία είναι η επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα.

ΕΓΩ: Έστω κι αν είναι, δεν έχει καμιά δουλειά να αναφέρεται στο Σύνταγμα ποια θρησκεία είναι επικρατούσα. Σήμερα είναι η ορθοδοξία, αύριο μπορεί να είναι κάποια άλλη. Οι νόμοι μας και η παιδεία μας πρέπει να είναι τέτοια που να μην γεννούν διακρίσεις ανάμεσα στους πολίτες. Η προσευχή, οι εκκλησιασμοί, τα θρησκευτικά, ο όρκος... Όλα αυτά αναγκάζουν τους πολίτες να εκφράσουν ακούσια τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Τους χωρίζουν σε δυο ομάδες: ορθόδοξους και μη. Είναι διασπαστικά, διχάζουν αντί να ενώνουν. Γι’ αυτό πρέπει να καταργηθούν.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Οι περισσότεροι Έλληνες είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Εσείς είστε μειονότητα. Δεν μπορείτε να έχετε απαιτήσεις.

ΕΓΩ: Δεν είναι έτσι. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν ισχύουν μόνο για τις πλειονότητες. Πρέπει να γίνονται σεβαστά για όλους. Και η δημόσια παιδεία πρέπει να καλλιεργεί την ισότητα και να ευνοεί την ένωση, όχι να προκαλεί διάσπαση.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Και τι θέλετε να κάνουν; Να μη λένε προσευχή, να μπαίνουν κατευθείαν στις τάξεις;

ΕΓΩ: Βεβαίως, γιατί όχι; Αλλά αν θέλουν οπωσδήποτε να πουν κάτι ξεκινώντας την ημέρα, ας λένε κάτι που να μας εκφράζει όλους. Ας βρεθεί μια «προσευχή» ή καλύτερα μια ευχή που να βασίζεται σε πανανθρώπινες αρχές, ώστε να μπορούν όλοι να συμμετέχουν και να νιώθουν ότι ανήκουν.

[...]

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Καλά, αλλά γιατί έπρεπε να το κάνετε αυτό τώρα ειδικά;

ΕΓΩ: Εν όψει της Ημέρας της Γυναίκας, στις 8 Μαρτίου.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Μα ήταν ανάγκη να γίνει εν μέσω πανδημίας;

ΕΓΩ: Ακριβώς λόγω της πανδημίας, δεν μπορούμε να οργανώσουμε ζωντανή εκδήλωση με κοινό, ούτε να συμμετάσχουμε μαζικά σε πορείες. Γι’ αυτό κάνουμε φωτογράφιση με το πανό μας, μόνο πέντε άτομα, με μάσκες και αποστάσεις, ώστε να το αναρτήσουμε στα κοινωνικά δίκτυα.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Και τι θέλετε να πείτε μ’ αυτό το σύνθημα; Τι σχέση έχει η εκκλησία με τον σεξισμό και την πατριαρχία;

ΕΓΩ: Ότι η εκκλησία ενισχύει τα σεξιστικά και πατριαρχικά πρότυπα.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Από πού προκύπτει αυτό;

ΕΓΩ: Οι γυναίκες δεν μπορούν να γίνουν ιερείς, δεν επιτρέπεται να μπουν μέσα στο ιερό, δεν επιτρέπεται να κοινωνήσουν όσο έχουν έμμηνη ρύση και θεωρούνται υποδεέστερες του άντρα.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Υποδεέστερες του άντρα; Γιατί το λέτε αυτό;

ΕΓΩ: Δεν το λέμε εμείς, ο χριστιανισμός το λέει.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Δεν λέει ο χριστιανισμός τέτοια πράγματα!

ΕΓΩ: Πώς δεν λέει; Διαβάστε τους άγιους πατέρες. Διαβάστε τον απόστολο Παύλο. Η γυναίκα πρέπει να σωπαίνει όταν μιλούν άντρες, να καλύπτει το κεφάλι της, να υπακούει και να υπηρετεί τον άντρα...

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Δεν λέει μόνο αυτά ο χριστιανισμός.

ΕΓΩ: Όχι, αλλά λέει ΚΑΙ αυτά. Αυτό ακριβώς στηλιτεύουμε.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Έτσι ήταν τότε τα ήθη της εποχής.

ΕΓΩ: Και ο παντοδύναμος θεός ήταν αναγκασμένος να προσαρμοστεί στα ήθη της εποχής; Δεν ήταν ικανός να στείλει μια θεόπνευστη επιφοίτηση που να τα ξεπερνάει;

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Οι άνθρωποι δεν θα το δέχονταν εύκολα.

ΕΓΩ: Και δεν μπορούσε να τους κάνει να το δεχτούν; Ο ίδιος τους ο πλάστης δεν είχε τρόπο να κάνει να ανοίξει το μυαλό τους;

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Έπρεπε να προσαρμοστεί στα δεδομένα της εποχής του.

ΕΓΩ: Τι μου λέτε, ο παντοδύναμος δημιουργός ήταν αναγκασμένος να προσαρμοστεί στα δεδομένα των δημιουργημάτων του; Για πολύ παντοδύναμο δεν τον κόβω.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Μα υπάρχει η ελεύθερη βούληση...

ΕΓΩ: Και τι σχέση έχει με αυτό η ελεύθερη βούληση;

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Δεν ήθελε να τους αναγκάσει να δεχτούν γνώση πέρα από τα όριά τους.

ΕΓΩ: Και δεν ήταν ικανός να διευρύνει τα όριά τους και να τους δώσει αυτή τη γνώση;

[...]

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Εσείς οι άθεοι είστε απόλυτοι.

ΕΓΩ: Γιατί το λέτε αυτό;

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Έχετε κάνει την αθεΐα θρησκεία σας.

ΕΓΩ: Κάνετε λάθος.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Έχετε κι εσείς μια πίστη. Πιστεύετε στην ανυπαρξία θεού.

ΕΓΩ: Κάνετε λάθος, δεν είναι αυτό ο αθεϊσμός.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Οι άθεοι είναι κι αυτοί πιστοί. Πιστοί της αθεΐας.

ΕΓΩ: Τώρα με προσβάλλετε και με υποτιμάτε.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Εγώ σας προσβάλλω;

ΕΓΩ: Βεβαίως, αφού μου αρνείστε το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Ε τότε αφού σας προσβάλλω, πάρτε αυτήν την προσβολή και προσπαθήστε να βγάλετε κάτι θετικό απ’ αυτήν.

ΕΓΩ: Ακούστε, εγώ δέχομαι τον αυτοπροσδιορισμό σας ως χριστιανών. Αν θέλω να μάθω τι εννοείτε όταν λέτε χριστιανός, θα ρωτήσω εσάς. Δε θα σας πω εγώ τι είστε. Αφήστε με λοιπόν να σας πω κι εγώ τι σημαίνει.

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Ορίστε, σας ακούμε.

ΕΓΩ: Αθεΐα δεν είναι η πίστη στην ανυπαρξία θεών. Είναι η απόρριψη της πίστης σε θεούς. Ο άθεος απλώς δεν έχει πεισθεί για την ύπαρξη κανενός θεού. Δεν πιστεύει χωρίς αποδείξεις.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Μα υπάρχουν αποδείξεις!

ΕΓΩ: Τι αποδείξεις; Εσείς πώς ξέρετε ότι υπάρχει θεός;

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Από την ίδια μου την ύπαρξη. Βλέπω τον εαυτό μου, δεν μπορεί να προέκυψα από το τίποτα.

ΕΓΩ: Δεν είπε κανείς ότι προκύψατε από το τίποτα.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Και πώς δημιουργήθηκε η ζωή;

ΕΓΩ: Γιατί είστε τόσο βέβαιος ότι δημιουργήθηκε;

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Τι εννοείτε;

ΕΓΩ: Η δημιουργία προϋποθέτει δημιουργό, άρα βούληση, ιθύνοντα νου. Όμως η ζωή μπορεί να προέκυψε από μη κατευθυνόμενες διαδικασίες.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Μα δεν μπορεί να προέκυψαν όλα τυχαία!

ΕΓΩ: Και γιατί όχι; Εξάλλου δεν είπα «τυχαία», είπα «μη κατευθυνόμενα». Δηλαδή με φυσικές διεργασίες που δεν κατευθύνονται από κάποιον ιθύνοντα νου.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Μα πώς μπορεί να προέκυψε ζωή από το τίποτα; Μπορείτε να μου το πείτε αυτό;

ΕΓΩ: Βεβαίως, μπορώ να σας το πω. Τα πρώτα οργανικά μόρια προέκυψαν την αρχέγονη σούπα των ωκεανών, πριν από 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Μα ελάτε τώρα, 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια! Πού ξέρουμε τι συνέβη πριν 3,5 δισεκατομμύρια χρόνια; Ήσασταν εκεί;

ΕΓΩ: Όχι, δεν ήμουν εκεί, αλλά μπορούμε να το ξέρουμε με βάση τα παλαιοντολογικά ευρήματα, τα απολιθώματα μικροοργανισμών, τα πειράματα που κάνουμε σήμερα...

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Και το σύμπαν; Πώς προέκυψε; Δεν μπορεί να προκύψει κάτι από το τίποτα.

ΕΓΩ: Μα δεν προκύπτει κάτι από το τίποτα. Το «κάτι» προέκυψε από ένα άλλο «κάτι».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Και τι ήταν αυτό το «κάτι»;

ΕΓΩ: Δεν το ξέρω.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Ε να, ορίστε! Δεν το ξέρετε! Εγώ ξέρω ότι το δημιούργησε ο θεός.

ΕΓΩ: Και πώς το ξέρετε αυτό;

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Διότι υπάρχει παντού το αίτιο και το αιτιατό.

ΕΓΩ: Και πώς ξέρουμε ότι το αίτιο στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ένας θεός;

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Επειδή πρέπει να υπάρχει ένα αίτιο. Ο θεός είναι αυτό το αίτιο

ΕΓΩ: Αυτό δεν έχετε τρόπο να το ξέρετε! Αλλά έστω ότι πράγματι ο θεός είναι το αίτιο της δημιουργίας του σύμπαντος. Το δικό του αίτιο ποιο είναι; Ο ίδιος ο θεός πώς προέκυψε;

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Ο θεός είναι το πρώτο αίτιο.

ΕΓΩ: Και πώς ξέρετε ότι το πρώτο αίτιο είναι ένας θεός και όχι μια φυσική διεργασία, χωρίς αυτοσυνείδηση και βούληση;

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Μα δεν μπορεί να μην υπάρχει δημιουργός!

ΕΓΩ: Γιατί δεν μπορεί;

ΓΕΡΟΝΤΑΣ: Μα είναι προφανές, αυτονόητο!

ΕΓΩ: Δεν είναι διόλου αυτονόητο. Είναι μια εικασία που κάνετε εσείς.

[...]

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Καθένας πιστεύει σε άλλον θεό. Όσοι άνθρωποι υπάρχουν, άλλοι τόσοι και θεοί.

ΕΓΩ: Και το ιερατείο τι το χρειαζόμαστε; Γιατί να τους πληρώνουμε;

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: Δεν μπορούμε να γκρεμίσουμε τις παραδόσεις αιώνων.

ΕΓΩ: Οι παραδόσεις πρέπει να υπηρετούν τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος τις παραδόσεις.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Εγώ δεν πιστεύω σε παντοδύναμο θεό.

ΕΓΩ: Ε τότε θα έλεγα να το κοιτάξετε, μήπως δεν είστε χριστιανός...

ΘΕΟΛΟΓΟΣ: [γελάει]

ΕΓΩ: Σας είπα, δεν έχει να κάνει με το αν μας δίνει χαρά. Θέλουμε να δώσουμε το στίγμα μας στον δημόσιο διάλογο.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Και σας ικανοποιεί αυτό; Σας δίνει χαρά αυτό;

ΕΓΩ: Το ρωτήσατε δυο τρεις φορές αυτό και το απάντησα. Μου δίνετε την εντύπωση ότι θέλετε να μου εκμαιεύσετε μια συγκεκριμένη απάντηση.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Απλώς αναρωτιέμαι αν σας χαροποιεί αυτό που κάνετε.

ΕΓΩ: Ναι, με χαροποιεί. Χαίρομαι να μοιράζομαι τις απόψεις μου.

ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ: Αφού σας δίνει χαρά λοιπόν, συνεχίστε.

ΕΓΩ: Σίγουρα θα το κάνω. Να είστε καλά.

Ο διάλογος δεν τελείωσε εκεί. Τα ίδια θέματα επανήλθαν, ανοίχτηκαν κι άλλα, το πράγμα τράβηξε σε μάκρος. Η παρέα μου είχε φύγει προ πολλού και σχεδόν όλη η παρέα των χριστιανών επίσης, πλην της θεολόγου και του αναρχικού, που ήταν ο πλέον επίμονος σε όλη τη συζήτηση. Η θεολόγος προσπαθούσε φανερά να τον συμπαρασύρει ώστε να φύγουν, όμως εκείνος ξαναγυρνούσε πίσω την κουβέντα. Είχα την πρόθεση να παραμείνω όσο υπήρχε διάθεση για συζήτηση από την άλλη πλευρά, όμως πλησίαζε μεσημέρι και είχα πει ότι θα γυρνούσα σπίτι για φαγητό. Έτσι όταν η συζήτηση άρχισε να γυρίζει πια σε κύκλους, βρήκα μια παύση και είπα:

ΕΓΩ: Θα με συγχωρήσετε ελπίζω, αλλά πρέπει να φύγω τώρα, αλλιώς θα με σκοτώσει ο άντρας μου.

Γελάσαμε και αποχαιρετιστήκαμε με αμοιβαίες αβρότητες και με πρόσκληση από πλευράς του γέροντα να τους επισκεφθώ στην εκκλησία τους. Απομακρύνθηκα τροχάδην, ενώ σκεφτόμουν πόσο οξύμωρο ήταν να λέω ότι «θα με σκοτώσει ο άντρας μου» ενώ πριν λίγα λεπτά διαδήλωνα για την Ημέρα της Γυναίκας. Φυσικά και δεν θα με σκότωνε, ούτε κυριολεκτικά ούτε μεταφορικά, να όμως που το ανόητο κλισέ ξεπήδησε δεν ξέρω από ποια βάθη μακροχρόνιας συνήθειας και επανάληψης να καπελώσει κάθε λογική και προοδευτική σκέψη.

Ω ναι, έχουμε πολύ δρόμο να κάνουμε ακόμη.

 

Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2021

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΣ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ

(Αφιερωμένο στη Μαρία που τα έζησε και τα ζει διαρκώς, σε ένα μικρό χωριό της ελληνικής επικράτειας).

Σήμερα θα κατέβω στην πόλη. Έχω πολλά να κάνω και δεν γίνονται όλα εξ αποστάσεως. Γι’ αυτό και βρίσκομαι τώρα στη στάση του ΚΤΕΛ, μαζί με άλλους πεντ’ έξι, εκ των οποίων οι δύο φορούν μάσκα-υπογένειο, οι άλλοι δύο μάσκα-σκουλαρίκι και οι ρέστοι καθόλου μάσκα. Μεταξύ αυτών μια κυρία με ένα αγόρι, ίσαμε δέκα-δώδεκα χρονών. Το λεωφορείο φτάνει, οι ημιμασκοφόροι εισέρχονται απερίσπαστοι. Όταν έρχεται η σειρά της κυρίας, ο οδηγός λέει:

-Μάσκα δεν έχεις;

Η κυρία βγάζει μια μάσκα και την επιδεικνύει.

-Και το παιδί;

-Θα τη μοιραστούμε.

Μετά από αρκετές διαφωνίες και διαπραγματεύσεις, με κάποιον τρόπο βρίσκεται άλλη μία μάσκα. Έτσι, κρατώντας και τις δύο, το ζεύγος κάθεται θριαμβευτικά στις θέσεις του. Εγώ κουρνιάζω σ’ ένα κάθισμα όσο το δυνατόν πιο απομονωμένο – περιττή προφύλαξη, καθώς το λεωφορείο γεμίζει όλο και πιο ασφυκτικά, ενώ εγώ προσπαθώ να μην αναπνέω, μιμούμενη τους γιόγκι που είχα δει κάποτε σ’ ένα ντοκυμανταίρ.

 

Επιτέλους, φτάνουμε στην πόλη. Ξεκινώ απ’ τη Vodafone. Περιμένω έξω στην ουρά, ενώ μέσα ένας υπάλληλος προσπαθεί να βρει άκρη με έναν πελάτη που έχει μπει χωρίς μάσκα.

-Κύριε, παρακαλώ φορέστε μάσκα.

-Δεν έχω.

-Τότε παρακαλώ περάστε έξω.

-Τι τρόπος είναι αυτός;

-Κύριε, δεν επιτρέπετε να είστε μέσα χωρίς μάσκα.

-Εξυπηρέτηση το λέτε αυτό;

-Κύριε, σας παρακαλώ πολύ...

-Έτσι φέρεστε στους πελάτες;

-Η χρήση μάσκας είναι υποχρεωτική.

-Δε θέλω να βάλω μάσκα!

-Αν δεν φοράτε μάσκα θα πρέπει να βγείτε έξω.

Βγαίνει οργίλος έξω, πλησιάζει ένα αυτοκίνητο και λέει στη γυναίκα που είναι μέσα:

-Άντε, δώσε μια μάσκα!

Τη μάσκα που «δεν είχε»...

Νιώθω ότι αρχίζω να φορτώνω. Το κεφάλι μου βαραίνει. Παίρνω βαθιές ανάσες. Ηρεμία, μη μας πιάσει τώρα πονοκέφαλος, έχω να κάνω και ψώνια.

 

Στο σούπερ μάρκετ, στα τυριά, είναι ένας κύριος και περιμένει. Στέκομαι πίσω του, δυο μέτρα και βάλε. Ένας ακόμη έρχεται μετά από μένα, κρατά κι αυτός απόσταση. Σκάει μια κυρία και χώνεται μπροστά μου – αφού έχει χώρο! Γυρνά ανέμελα, χαζεύει τριγύρω με βλέμμα απλανές. Με βλέπει, κάτι στο ύφος μου μάλλον την υποψιάζει.

-Κι εσείς εδώ περιμένετε;

-Ναι, είναι κι άλλοι πίσω...

-Α εντάξει, δε σας παίρνω τη σειρά...

Μένει εκεί, στο μισό μέτρο από μένα, χαλαρή. Στο μεταξύ ο προηγούμενος από μένα έχει ανοίξει έναν διάλογο τύπου:

-Οκτώ φέτες σας είπα, δέκα βάλατε.

-Οκτώ είναι, κύριε.

-Εγώ δέκα είδα...

-Οκτώ έβαλα...

-Μετρήστε τις σας παρακαλώ.

Και όσο διεκτραγωδούνται αυτά, οι άλλοι όλοι εκεί, αντάμα, περιμένουμε. Ενώ τριγύρω μας περνοδιαβαίνουν οι υπόλοιποι πελάτες του σούπερ μάρκετ, ανάμεσά τους μια κυρία παρέα με μια έφηβη κοπελίτσα που αναρωτιέσαι γιατί την πήρε μαζί και δεν την άφησε σπίτι ή έστω στο αυτοκίνητο και μια τετραμελής οικογένεια που προφανώς θεωρεί ότι βγήκε βόλτα να ξεσκάσουν λίγο τα παιδιά.

Υπομονή. Παίρνω αυτά που θέλω και φτάνω στο ταμείο. Ετοιμάζομαι να αρχίσω να βάζω επάνω τα πράγματα, όταν σκάει ένας κύριος που κρατά μόνο ένα γάλα.

-Μόνο αυτό έχετε;

-Ναι...

-Ε, περάστε.

Περνάει, δίνει το γάλα στην ταμία.

-Έχετε κάρτα μπόνους;

-Ναι, αλλά δεν την έχω μαζί...

-Θυμάστε αριθμό;

-Ναι!

Κατεβάζει χαλαρά τη μάσκα για να ακούγονται καθαρά τα νούμερα και αρχίζει να αραδιάζει τα δεν-ξέρω-πόσα ψηφία του αριθμού της κάρτας. Δεν ακούγεται καλά με το πλέξιγκλας και επαναλαμβάνει την απαγγελία.

 

Τελείωσε, δεν τον γλιτώνω πια τον πονοκέφαλο.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2020

καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει

Έφυγε τελευταίος από τον καφέ. Λες και κάτι τον κράταγε. Όλοι φυλλορρόησαν ένας-ένας, μία-μία, στο τέλος είχε μείνει μόνο η μάνα και δυο τρεις πολύ δικοί, ώσπου κάποια στιγμή σηκώθηκαν κι αυτοί, σαν ένα σώμα. Συντρόφεψε τη μάνα ως το αυτοκίνητο, χρονοτριβώντας με κουβέντες στοργικές και ανήμπορες.

Ύστερα έμεινε μόνος.

Κατηφόρισε κατά την παραλία. Πήρε το δρόμο κατά πέρα, άδειο από ανθρώπους, μονάχα δυο τρία θαλασσοπούλια στέγνωναν τα φτερά τους στην άκρη της προβλήτας. Έμεινε ώσπου ο ήλιος πήρε να τον καίει και να του λιώνει το μυαλό. Όταν δεν άντεχε άλλο πια, γύρισε και μπήκε στο αμάξι. Μηχανικά έκανε όπισθεν, έστριψε δεξιά στον κεντρικό για να φύγει, ασυναίσθητα όμως έκοψε πάλι το τιμόνι αριστερά, κατά το κοιμητήριο.

Διάβηκε ξανά τον λευκό περίβολο, καρδιοχτυπώντας. Διέσχισε ξανά τα άδεια μονοπάτια, μέσα στην εκκωφαντική σιωπή. Ιχνηλάτησε την ίδια πάλι διαδρομή, μόνος αυτή τη φορά, ίσαμε το μνήμα. Δυο κυπαρίσσια παραστέκονται, ακοίμητοι φρουροί και σύντροφοι, πλάι στο φρεσκοσκαμμένο χώμα. Λευκά τριαντάφυλλα στεφάνι κι ένας λευκός σταυρός: «ΣΤΟ ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙ. Η ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ.»

Και σαν ξανάρχισε ο χρόνος να κυλάει, ξύπνησε με κόπο τα μουδιασμένα μέλη του. Δεν άντεχε να φύγει έτσι, μόνος, άδειος. Άπλωσε το χέρι και τράβηξε ένα λευκό τριαντάφυλλο. Κρατώντας το σαν σκήπτρο έφτασε στο αμάξι μα καθώς έκανε να μπει, ένα δυο πέταλα έπεσαν στο χώμα. Ακράγγιξε το λευκό μπουμπούκι και είδε πως το κεφαλάκι κιόλας έγερνε, μαδούσε. Άλλα δυο πέταλα στροβιλίστηκαν προς τα κάτω. Στην άλλη μεριά του δρόμου είδε ένα αμπέλι. Το έφτασε με δυο δρασκελιές, τέντωσε το χέρι και σκόρπισε ό,τι απόμενε απ’ το άνθος. Λευκές μνήμες φτερούγισαν στο φως του φθινοπώρου.

Ύστερα μπήκε ξανά στο αμάξι και πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

«Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα.

Όλα τα δάχτυλα.

Σιωπή.»


 


Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΙΑΣ ΑΘΕΗΣ ΣΤΗ ΔΥΣΚΟΛΗ ΩΡΑ

 «Άθεοι μέχρι να πέσει το αεροπλάνο». Πόσο συχνά έχετε ακούσει αυτή την επωδό;

Είναι πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι «Στη δύσκολη ώρα όλοι στρέφονται στον Θεό». Επικρατεί η εντύπωση ότι οι άθεοι απαξιώνουν τον θεό, σαν πεισματάρικα παιδιά που αρνούνται τη βοήθεια του πατέρα, αλλά μόλις βρεθούν στην ανάγκη του γυρίζουν μετανιωμένα στη θαλπωρή της αγκαλιάς του, ως άλλοι άσωτοι υιοί και άσωτες θυγατέρες. Είναι όμως αλήθεια αυτό;

Φυσικά και όχι.

Η διαφορά του άθεου από τον θεϊστή δεν είναι ότι ο πρώτος απαρνιέται τον θεό, αλλά ότι απορρίπτει την πίστη.  Όταν λέμε ότι ο άθεος δεν πιστεύει στον θεό, δεν εννοούμε «δεν πιστεύει ότι τον χρειάζεται» αλλά «δεν πιστεύει ότι υπάρχει». Δεν εννοούμε ότι δεν τον εμπιστεύεται, αλλά ότι δεν έχει πεισθεί για την ύπαρξή του. Δεν έχει πεισθεί, επειδή προσεγγίζει το ερώτημα περί ύπαρξης θεού με σκεπτικισμό και όχι με πίστη. Δεν έχει πεισθεί, επειδή εξετάζει με τη λογική όλα τα στοιχεία περί της ύπαρξης θεού και βλέπει ότι δεν έχει αποδειχθεί αυτή η ύπαρξη. Δεν έχει πεισθεί, επειδή έχει καταλάβει ότι η γνώση αποκτάται μόνο με έρευνα και όχι με πίστη. Και δεν πρόκειται να πεισθεί ξαφνικά μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε μπροστά σε μια δυσκολία της ζωής.

Έχω γράψει παλιότερα για το θέμα της πίστης και των διαφορετικών εννοιών του ρήματος «πιστεύω».

Οι άθεοι δεν είναι αρνητές του θεού, αλλά αρνητές της πίστης. Πράγμα που δυσκολεύονται αφάνταστα να συλλάβουν οι περισσότεροι πιστοί, καθώς θεωρούν απολύτως δεδομένη την ύπαρξη θεού. Δεν χωράει στη μυαλό τους πώς μπορεί κάποιος να μην πιστεύει ότι υπάρχει θεός. Είναι απολύτως βέβαιοι ότι υπάρχει ο θεός τους, το θεωρούν εξίσου προφανές για όλους και νομίζουν ότι οι άθεοι τρόπον τινά «κάνουν μούτρα» στον θεό, αλλά μόλις βρεθούν στα δύσκολα, έρχονται στα συγκαλά τους και κόβουν τα ναζάκια.

Προσωπικά, δεν έχω γνωρίσει ποτέ μου άθεο που να έγινε ξανά πιστός λόγω μιας δυσκολίας στη ζωή (ούτε και για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εδώ που τα λέμε). Κυκλοφορούν διάφορες υποτιθέμενες «προσωπικές ιστορίες» άθεων που έγιναν θρήσκοι, αλλά οι περισσότερες, αν όχι όλες, κατόπιν διερεύνησης αποδεικνύονται πλαστές ή τουλάχιστον ανεπιβεβαίωτες, από τρίτο ή τέταρτο χέρι πάντα. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλές ιστορίες άθεων που αντιμετώπισαν κάποια σοβαρή δυσκολία στη ζωή τους, ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο και παρέμειναν άθεοι. Τέτοιες ιστορίες έχω ακούσει από πρώτο χέρι, από τα ίδια τα άτομα που τις έζησαν.

Μάλιστα, έτυχε να ζήσω μια τέτοια ιστορία κι εγώ η ίδια.

Πριν από έντεκα χρόνια, είχα ένα ορειβατικό ατύχημα. Μάλιστα με αφορμή αυτό έγραψα παλιότερα ένα άρθρο για τους άνδρες των σωμάτων ασφαλείας. Σήμερα θα γράψω πάλι για εκείνο το περιστατικό, από μια πιο προσωπική σκοπιά.

Ξεκινήσαμε με μια φίλη και με τη σκυλίτσα μου να πάμε στο Χελμό, στο Μαυρονέρι, που συνδέεται με τη  μυθική Στύγα. Απολαμβάναμε τη διαδρομή μέσα στο υπέροχο τοπίο ώσπου φτάσαμε στο φαράγγι της Στύγας. Ο καταρράκτης φαινόταν στο βάθος, αριστερά μας σε μεγάλο βάθος ήταν ο ποταμός, μπροστά και αριστερά απλωνόταν μια μεγάλη σάρα, πολλές δεκάδες μέτρα πλάτος, από την οποία περνούσε το μονοπάτι. Στα δεξιά του μονοπατιού, κατά διαστήματα, υπήρχαν σιδερένιοι κρίκοι, από τους οποίους, όπως μάθαμε αργότερα, κανονικά περνούσε ένα συρματόσχοινο που για άγνωστους λόγους, όταν περάσαμε εμείς, είχε αφαιρεθεί.

Στην αρχή τα πήγαμε καλά, αλλά σε ένα δύσκολο σημείο η φίλη μου κώλωσε. Εγώ πέρασα  πατώντας σταθερά. Μου λέει, «Πώς τα κατάφερες;» «Με αυτοπεποίθηση», της απαντώ. Την είδα που δυσκολευόταν και έκανα να γυρίσω να τη βοηθήσω, αλλά στο δεύτερο βήμα, το έδαφος υποχώρησε και βρέθηκα να γλιστρώ ταχύτατα προς τα κάτω. Προσπαθούσα να αρπαχτώ από κάπου, να βρω κάποιο πάτημα, αλλά όλα ήταν σαθρά. Συνέχισα να πέφτω με την κοιλιά, οι πέτρες μου κατάκοβαν τα δάχτυλα, το σώμα. Αγωνιζόμουν να αναχαιτίσω την πτώση μου χωρίς επιτυχία, ώσπου κάποια στιγμή το ένα μου πόδι κάπου σκάλωσε. Σταμάτησα να πέφτω, ήμουν όμως ακόμη πεσμένη μπρούμυτα μέσα στη σάρα. Κοίταξα επάνω αλλά δεν είδα τη φίλη μου. Η σκυλίτσα προσπαθούσε να έρθει σ' εμένα αλλά καθώς ερχόταν, έριχνε κι άλλες πέτρες πάνω μου. Έκανα μια κίνηση για να ανέβω, αλλά μόλις κινήθηκα, το πάτημά μου κατέρρευσε και ξανάρχισα να πέφτω. Μετά από λίγο σκάλωσα κάπου αλλού, ξαναπροσπάθησα να ανέβω και ξανάπεσα. Αυτό συνέβη άλλες δυο φορές. Κάθε φορά ανέβαινα μισό μέτρο και έπεφτα πολλά μέτρα. Σε κάποιο σημείο, η σάρα τελείωνε και άρχιζε γκρεμός - κάθετη πτώση ως το ποτάμι, πάνω από πενήντα μέτρα. Κοιτώντας κάτω έβλεπα το χείλος του γκρεμού κάθε φορά όλο και πιο κοντά. Άλλη μια πτώση και δεν θα υπήρχε γυρισμός.

Βρισκόμουν πεσμένη μπρούμυτα μέσα στα χώματα, μέσα στις πέτρες, μέσα στα αίματα, χωρίς κάποιο πραγματικά σταθερό σημείο να κρατηθώ. Ήξερα ότι με την παραμικρή κίνηση θα έπεφτα ξανά και η πτώση θα ήταν τελειωτική. Αν έπεφτα στον γκρεμό, θα σκοτωνόμουν, χωρίς αμφιβολία. Σκέφτηκα τους ανθρώπους που με αγαπούν. Σκέφτηκα το παιδί μου, έξι χρονών τότε, που δεν θα ξανάβλεπε τη μάνα του, και μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Σκέφτηκα, πόσο θα ήθελα τώρα να υπήρχε η Παναγία! Να υπήρχε μια καλόβολη, παντοδύναμη θεά να με ακούσει, να με στηρίξει. Να υπήρχε μια θεά να προσευχηθώ, με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου, να με γλιτώσει. Τι δεν θα έδινα για να υπήρχε μια τέτοια θεότητα!

Ήξερα όμως ότι δεν υπάρχει. Όσο κι αν ήθελα να υπήρχε, το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει. Ήξερα με μεγάλη βεβαιότητα ότι καμία από τις θεότητες του χριστιανικού πανθέου δεν υπάρχει. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει κανένας θεός, αλλά όπως έγραψα και άλλοτε, μπορώ να είμαι σίγουρη ότι δεν υπάρχει καμία από τις γνωστές θεότητες των θρησκειών των ανθρώπων. Δεν υπάρχει καμιά παντοδύναμη και πανάγαθη θεότητα. Δεν υπάρχει καμιά θεότητα που να ικανοποιεί τις προσευχές των ανθρώπων. Αυτό το είχα καταλάβει χρόνια πριν, το είχα συνειδητοποιήσει και το ήξερα πέρα από κάθε αμφιβολία. Όση ανάγκη κι αν είχα για βοήθεια, δεν θα μπορούσα ποτέ να ακυρώσω αυτή τη συνειδητοποίηση.

Εκείνη τη στιγμή, κατά παράδοξο τρόπο, αντί να νιώσω εγκαταλειμμένη και ανίσχυρη, ένιωσα να παίρνω δυνάμεις. Είπα στον εαυτό μου «Εδώ είσαι μόνη σου και ό,τι είναι να καταφέρεις, θα το καταφέρεις μόνη σου». Σκέφτηκα πάλι τους ανθρώπους που αγαπώ και πήρα δύναμη.

Κοίταξα δεξιά κι αριστερά να δω από πού θα μπορούσα να πιαστώ για να βρεθώ σε πιο ασφαλές σημείο. Δεξιά μου υπήρχε ένας καχεκτικός θάμνος, αλλά ήταν πάνω από δυο μέτρα μακριά και φοβόμουν ότι δεν θα προλάβαινα να τον φτάσω πριν πέσω πάλι. Αριστερά μου υπήρχε μια μικρή προεξοχή ενός βράχου, πάρα πολύ μικρή και στενή, ούτε μισό μέτρο, αλλά φαινόταν σταθερή και ήταν αρκετά πιο κοντά μου. Άρχισα να έρπω προς τα εκεί με μεγάλη προσοχή. Τα κομματιασμένα μου δάχτυλα πονούσαν αφόρητα, όλο μου το σώμα ήταν μια πληγή, αλλά κατάφερα να συρθώ ως την προεξοχή και να καθίσω.

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Έβγαλα το κινητό και επικοινώνησα με τη φίλη μου. Είχε επιχειρήσει να γυρίσει προς τα πίσω αλλά είχε πέσει κι εκείνη και βρισκόταν κι αυτή παγιδευμένη σε ένα άλλο σημείο, χωρίς να τολμά να κινηθεί. Κάλεσε την πυροσβεστική, ζήτησε βοήθεια και μετά δεν είχαμε παρά να περιμένουμε. Ήμασταν σε διαρκή τηλεφωνική επαφή με ένα μέλος του ορειβατικού συλλόγου Καλαβρύτων. Η σκυλίτσα μου πηγαινοερχόταν ανάμεσα στις δυο μας, γιατί μας είχε και τις δύο έγνοια, αλλά τη δεύτερη φορά που το έκανε της έβαλα λουρί και την κράτησα αγκαλιά μαζί μου, γιατί αφ' ενός έριχνε πέτρες πάνω μου κάθε φορά που κατέβαινε, αφ' ετέρου φοβόμουν μην τυχόν πέσει στον γκρεμό. Ευτυχώς είχα ακόμη στην πλάτη μου το σακίδιό μου με ένα μπουκάλι νερό και ένα μήλο. Είχα και δυο βιβλιαράκια, φυλλαδιάκια μάλλον, ένα με φυτά κι ένα με πουλιά, που διάβαζα και ξαναδιάβαζα για να απασχοληθώ. Εκείνες τις τρεις ώρες που περίμενα καθηλωμένη, πίστεψα ότι δεν θα θελήσω να ξανακούσω ποτέ μου τον ήχο καταρράκτη. Όλα όμως πέρασαν - και τα τραύματα και η τρομάρα και η ανία.

Αλλά έμεινε η ανάμνηση - και η βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει περίπτωση ποτέ μου να "στραφώ στον θεό".

Και δεν ήταν η μόνη φορά. Έχω βρεθεί κι άλλη φορά πολύ κοντά στον θάνατο, έχω ξυπνήσει στην εντατική, γεμάτη σωληνάκια, ποτέ μου όμως δεν διανοήθηκα να προσευχηθώ, ποτέ μου δεν ένιωσα ότι θα μπορούσα να πιστέψω ξανά ότι υπάρχει θεός. Από τη στιγμή που αποδομείς την πίστη, είναι αδύνατον πια να πιστέψεις, ακόμη κι αν το θέλεις. Από τη στιγμή που ξέρεις ότι κάτι δεν είναι αληθινό, δεν μπορείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι είναι αληθινό. Από τη στιγμή που θα συνειδητοποιήσεις ότι οι θεοί είναι μυθικά όντα, δεν μπορείς ποτέ πια να ξαναπιστέψεις ότι είναι αληθινά, όπως ακριβώς δεν μπορείς να πιστέψεις ότι υπάρχει ο Άι Βασίλης, ο Σούπερμαν, ο Δίας, το Γέτι και άλλα μυθικά όντα.

Οι άθεοι δεν "απαρνούνται τον θεό". Αυτός που απαρνείται τον θεό, που πιστεύει δηλαδή στην ύπαρξη του θεού αλλά αρνείται να συνταχθεί μαζί του, λέγεται αρνησίθεος, όχι άθεος. Ο άθεος δεν πιστεύει στην ύπαρξη θεού. Και δεν υπάρχει περίπτωση να πιστέψει μόνο και μόνο επειδή αντιμετωπίζει δυσκολίες στη ζωή. Γνωρίζω πολλούς άθεους που βρέθηκαν σε πολύ δεινή θέση, αντιμέτωποι με τον θάνατο, και ωστόσο δεν πίστεψαν σε θεό.

Και ο αληθινός θάνατος, όμως; Τι γίνεται με τον αληθινό θάνατο; Στο κάτω κάτω όλοι αυτοί οι άθεοι που ζορίστηκαν αλλά δεν πίστεψαν, τελικά δεν πέθαναν, αφού έζησαν και μας το διηγούνται. Άρα δεν ήρθαν πραγματικά αντιμέτωποι με το τέλος τους. Μήπως λοιπόν όλοι αυτοί δεν πίστεψαν επειδή δεν είχε έρθει ακόμη η τελευταία τους ώρα; Μήπως όταν έρθει πραγματικά η ύστατη ώρα, θα πιστέψουν;

Αντί άλλου επιλόγου, θα δώσω τον λόγο στον Μπέρτραντ Ράσελ, σε αυτό το βίντεο:
-Φοβάστε καθόλου μήπως σας συμβεί κάτι που συμβαίνει συχνά σε ανθρώπους οι οποίοι ήταν σε όλη τους τη ζωή άθεοι ή αγνωστικιστές και στράφηκαν λίγο πριν πεθάνουν σε κάποια μορφή θρησκείας;
-Ξέρετε, αυτό δεν συμβαίνει τόσο συχνά όσο νομίζουν οι θρήσκοι. Γιατί οι περισσότεροι θρήσκοι νομίζουν πως είναι ενάρετη πράξη το να λένε ψέματα για τα νεκροκρέβατα των αγνωστικιστών. Στην πραγματικότητα, αυτό δεν συμβαίνει καθόλου συχνά.

 

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Πρωινός διάλογος με ιεχωβάδες


-Καλημέρα, να σας μιλήσουμε λίγο για τον Θεό; Όλοι πιστεύουμε στον Θεό, έτσι δεν είναι;

-Όχι. Εγώ είμαι άθεη. Έχω διαβάσει πολύ, έχω σκεφτεί και έχω απορρίψει την πίστη στον θεό.

-Άθεη; Δεν σας πιστεύω. Δεν υπάρχουν άθεοι.

-Συγγνώμη, αλλά τώρα με προσβάλλετε.

-Εγώ σας προσβάλλω;

-Με προσβάλλετε βαθύτατα. Αρνείστε να δεχτείτε τον αυτοπροσδιορισμό μου; Δεν με σέβεστε; Ή μήπως μου λέτε ότι δεν υπάρχω;

-Δεν υπάρχουν άθεοι άνθρωποι. Θα σας το αποδείξω.

-Βεβαίως, να μου το αποδείξετε. Σας ακούω.

-Όλοι πιστεύουμε σε κάτι, έτσι δεν είναι;

-Τι εννοείτε "πιστεύουμε";

-Παραδείγματος χάρη, εσείς πιστεύετε στον εαυτό σας, σωστά;

-Αυτό που λέτε είναι διαφορετικό. Δεν είναι πίστη, αλλά εμπιστοσύνη. Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στον θεό, εννοούμε ότι έχουμε δεχτεί την ύπαρξή του χωρίς αποδείξεις, μόνο επειδή το λένε κάποιες ιερές παραδόσεις, ιερά κείμενα ή κάποιοι άνθρωποι που το ισχυρίζονται. Ο εαυτός μου μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει, ενώ ο θεός δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει.

-Και όμως, θα σας αποδείξω ότι υπάρχει!

-Βεβαίως, να μου το αποδείξετε.

-Πείτε μου, εμείς πώς γίνεται και υπάρχουμε; Το ξέρετε αυτό;

-Βεβαίως το ξέρω, είμαι βιολόγος, μπορώ να σας το πω. Πριν δισεκατομμύρια χρόνια, στην αρχέγονη σούπα του πρώτου ωκεανού του πλανήτη μας, με τις κατάλληλες συνθήκες εμφανίστηκαν οι πρώτες οργανικές χημικές ενώσεις. Στη συνέχεια οργανώθηκαν στα πρώτα κύτταρα και με την εξέλιξη φτάσαμε στα εκατομμύρια είδη οργανισμών που υπάρχουν σήμερα.

-Κι η αρχέγονη αυτή σούπα πώς εμφανίστηκε; Μπορεί να δημιουργηθεί κάτι εκ του μηδενός;

-Μα δεν προέκυψε εκ του μηδενός. Προέκυψε από κάτι που προϋπήρχε.

-Βλέπετε; Όλα έχουν ένα αίτιο. Γνωρίζεται τι είναι το αίτιο και το αιτιατό;

-Βεβαίως το γνωρίζω. Αν λοιπόν δεν μπορεί να προκύψει κάτι εκ του μηδενός, ο Θεός πώς προέκυψε;

-Ακούστε. Ο Θεός είναι το πρώτο αναίτιο αιτιατό!

-Και πώς το ξέρετε εσείς αυτό;

-Είπατε πριν για τις γραφές. Δεν πιστεύετε στον Θεό, λέτε. Πιστεύετε στον Απόστολο Παύλο;

-Τι εννοείτε αν πιστεύω;

-Υπήρξε ένας Απόστολος του Θεού που λεγόταν Παύλος. Έγραψε επιστολές, κείμενα. Αυτό το πιστεύετε;

-Ναι, ξέρω ότι υπήρξε κάποιος ονόματι Παύλος που έγραψε επιστολές. Αλλά δεν το πιστεύω, έχω πεισθεί γι' αυτό. Το έχω διαπιστώσει. Βλέπετε τη διαφορά;

-Θα διαπιστώσετε και αυτό που σας λέω. Πείτε μου, αυτό το κτίριο πίσω σας, πώς έγινε;

-Το σχεδίασε ένας μηχανικός και το έχτισαν εργάτες.

-Και τον κόσμο λοιπόν κάποιος πρέπει να τον έκτισε, σωστά;

-Λάθος. Χρησιμοποιείτε μια παρομοίωση ως επιχείρημα. Οι παρομοιώσεις, οι αναλογίες και οι μεταφορές είναι καλολογικά στοιχεία, όχι επιχειρήματα. Το ότι δυο καταστάσεις μας φαίνονται παρόμοιες δεν συνεπάγεται ότι είναι ίδιες σε όλα τα σημεία τους. Διαβάστε λίγο φιλοσοφία της επιστήμης. 

-Η φιλοσοφία της επιστήμης...

-Με συγχωρείτε, αλλά έχω ραντεβού για φυσικοθεραπεία κι έχω αργήσει. Πρέπει να φύγω, χαίρετε.

-Είστε υπόλογη απέναντι στον Θεό...

-Ας έρθει να με βρει. Καλή σας μέρα.


Πραγματικό περιστατικό. Προσπάθησα να αποδώσω τους διαλόγους πιστά (pun not intended). Ελπίζω να μην παρέλειψα τίποτε σημαντικό.

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2019

Εκλογές 7ης Ιουλίου 2019

Πεπόνι, ροδάκινα, βερίκοκα... καρπούζι να πάρει; Καλύτερα όχι, πολύ βαρύ, πολύ μεγάλο, πάντα τους μένει και χαλάει, κρίμα είναι. Την άλλη φορά, ίσως. Κοντεύει μιάμιση, να πάει και για τα ψάρια τώρα, τέτοια ώρα πάντα ρίχνουν τις τιμές, να πάρει κάμποσα να βάλει και κατάψυξη. Και μετά γραμμή σπίτι, να προλάβει πριν γυρίσει το παιδί, βέβαια έχει έτοιμο το φαγητό, ζέσταμα θέλει μόνο και μια σαλάτα, τα ψάρια για αύριο.

Ευτυχώς τα φέρνουν βόλτα αρκετά καλά, όταν άρχισε η περίφημη κρίση στριμώχτηκαν άσχημα, αλλά τώρα τα βολεύουν, όλοι τα έχουν με τον ΣΥΡΙΖΑ κι έχουν δίκιο, βέβαια, αλλά μήπως αυτοί έφεραν την κρίση; Αυτοί δεν κατάφεραν να μαζέψουν τα ασυμμάζευτα των προηγούμενων, σάμπως πάντα έτσι δεν γίνεται; Δεν έκανε μόνο στραβά ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πού να τολμήσεις να το πεις και να μη σε πάρουν με τις πέτρες;

Ο κόσμος βλέπει μόνο τα του οίκου του, μόνο τα οικονομικά σα να λέμε, φυσικό είναι, τι τους νοιάζει αν έγινε το σύμφωνο συμβίωσης; Αυτοί στην εκκλησιά θα παντρευτούν έτσι κι αλλιώς. Σκοτίστηκαν για τους ομοφυλόφιλους, μη σου πω ότι ενοχλούνται κιόλας στην ιδέα. Εκείνη όμως σκέφτεται τον φίλο της τον Τάσο, παλιό συμφοιτητή, τον ξανάδε φέτος στη μάζωξη που έκαναν, θυμάται το πλατύ του χαμόγελο την ώρα που της έλεγε ότι ζει με τον σύντροφό του τώρα με σύμφωνο συμβίωσης, χαίρεται με τη χαρά του, χαίρεται που έγινε το σύμφωνο και χαλάλι τα άλλα.

Σκέφτεται και τον Σωκράτη με το σοκολατένιο προσωπάκι, χρυσό παιδάκι, συμμαθητή της μικρής της στο δημοτικό, που τώρα θα γίνει Έλληνας και με τη βούλα, γιατί στην ουσία Έλληνας ήταν βέβαια κι από πριν, αφού εδώ γεννήθηκε, εδώ μεγάλωσε, ελληνικά μιλάει, αυτόν τον τόπο αγαπάει. Και χαίρεται που δόθηκε η ιθαγένεια στα παιδιά αυτά, γιατί είναι δικά μας παιδιά, είναι συμπατριώτες μας, είναι ο πλούτος του τόπου μας, είναι οι γείτονες, οι φίλοι, οι συγγενείς μας.

Χαίρεται και που κατάργησαν αυτή τη χαζομάρα με τη βλασφημία, αν είναι δυνατόν να πέφτει πρόστιμο και φυλακή για τέτοιους λόγους, στην εποχή μας. Κατάργησαν και τον θρησκευτικό όρκο στα δικαστήρια, καιρός ήταν, τιμή και συνείδηση έχουμε όλοι, τα άλλα δεν χρειάζονται.

Ψιλά γράμματα, θα μου πεις, μα εκείνη πάντα τα διάβαζε τα ψιλά γράμματα, πάντα την ένοιαζαν αυτά που δεν ένοιαζαν τους πολλούς. Και χαίρεται μ' αυτά και γι' αυτό ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ, γιατί τα μετράει αυτά, γιατί θέλει κι άλλα τέτοια, κι ας τον φοβάται στα οικονομικά. Ίσως όχι και τόσο, στο κάτω-κάτω το ΤΕΒΕ μειώθηκε πολύ, έτσι μπόρεσε κι αυτή άλλωστε να κάνει ξανά έναρξη και να κόβει τιμολόγια, να πιάσει έτσι και πελάτες εξωτερικού και να ορθοποδήσει λιγάκι.

Άλλωστε, σκέφτηκε, σάμπως θα βγει; Ο Κούλης θα βγει, οι άλλοι ας είναι στη Βουλή τουλάχιστον σαν αντίλογος. Και πράγματι αυτός βγήκε, δε βαριέσαι, να δούμε τώρα τι θα κάνει κι αυτός. Εκείνη πάντως ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ, είχε τις αμφιβολίες της αλλά τελικά το έκανε, για να υπάρχει ο αντίλογος. Αλλά δεν το είπε πουθενά, δεν έχει όρεξη να λογοφέρει με κανέναν. Ποιος λίγο ποιος πολύ, όλοι έχουν τα παράπονά τους, με το δίκιο τους κιόλα πολλές φορές, σάμπως εκείνη δεν έχει παράπονα; Όμως έγιναν και καλά πράγματα, το σωστό να λέγεται, γι' αυτό τους ψήφισε.

Αλλά δεν είναι ανάγκη να βγάλει και μπαντιέρα, έτσι δεν είναι;

Ντομάτες κόκκινες, ωραίες, μυρωδάτες, τέτοιες δε βρίσκει στον μανάβη, φρέσκο κόλιαντρο και πεπόνι αργίτικο, ύστερα μύγδαλα και μέλι εκλεκτό, η λαϊκή έχει λίγο τρέξιμο αλλά η αλήθεια βρίσκει κανείς πράγματα που δεν βρίσκει αλλού, άλλωστε της αρέσει η βόλτα, τα χρώματα, ο κόσμος, οι φωνές... Πάντα έρχεται λιγάκι αργά, αλλά δεν πειράζει. Κλείνει το μαγαζί λίγο νωρίτερα κι έρχεται και τις πιο πολλές φορές βρίσκει αυτά που θέλει.

Δόξα τω Θεώ το μαγαζί πάει καλύτερα, τώρα που έφυγε ο ΣΥΡΙΖΑ σίγουρα θα πάει ακόμη καλύτερα, πρώτα ο Θεός. Μας τσάκισαν αυτοί οι αχαΐρευτοι, μας πάτησαν κάτω, έπνιξαν τη μικρή επιχείρηση, τι να σου κάνει κι αυτή; Μακάρι τώρα να συνέλθουμε λιγάκι, Παναγιά μου. Ευτυχώς βγήκε η Νέα Δημοκρατία, ήταν σίγουρο ότι θα έβγαινε, βέβαια, αφού οι άλλοι τα κάνανε σαν τα μούτρα τους, από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις.

Κι εκείνη βέβαια ψήφισε Νέα Δημοκρατία, να γλιτώσει η χώρα από τους άχρηστους. Είναι αλήθεια πως δεν της αρέσουν κάτι φασιστόμουτρα που πήραν από κοντά, Πλεύρης, Βορίδης, κι αυτός ο Γεωργιάδης δύσκολα χωνεύεται, αλλά τι να σου κάνουν κι αυτοί; Έπρεπε να βγουν, έπρεπε να μαζέψουν όσο περισσότερες ψήφους μπορούσαν, να πιάσουν όλες τις μπάντες. Σε πολλούς δεν άρεσε αυτό, ούτε σ' εκείνη αρέσει, είναι αλήθεια, αλλά το αντιπαρέρχεται για το καλό της χώρας.

Συντηρητικό κόμμα, είναι αλήθεια, αλλά και τι πειράζει; Οι παραδόσεις δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν, έτσι τα βρήκαμε έτσι τα κρατάμε. Το θέμα είναι να έρθει ανάπτυξη, να κινηθεί λίγο η αγορά, να πάρουν και μέτρα προστασίας μην έχουμε άλλα κακά σαν αυτά στο Μάτι και στη Μάντρα, Θεέ μου φύλαγε. Γι' αυτό και τους ψήφισε αυτή, αλλά δεν το κοινολογεί, γιατί ξέρει ότι πολλοί τους βλέπουν με μισό μάτι. Ώρες είναι να της πουν καμιά κουβέντα, αυτό έλειπε, να τ' ακούσει κι από πάνω.

Δεν είναι ανάγκη να βγάλει και ντουντούκα, έτσι δεν είναι;

-Ματούλα, καλημέρα!
-Πέρσα μου, τι μού γίνεσαι; Όλα καλά;
-Ε, τα βλέπεις, τρέχω.
-Και ποια δεν τρέχει...
-Έχω και το σπίτι ανάστατο, λείπαμε και δεν πρόλαβα να κάνω τίποτα.
-Κατεβήκατε στο χωριό για τις εκλογές;
-Ναι, δεν μας έφταναν οι δημοτικές... Και να πεις να μην πας; Δεν μπορείς να μην πας. Ειδικά τώρα, ο Σάκης επέμενε, πρέπει, έλεγε.
-Κι εμένα ο Βαγγέλης...
-Αλήθεια, εσύ τι ψήφισες;
-Τι να ψηφίσω, Πέρσα μου; Λευκό. Αφού είναι παρ' τον έναν, χτύπα τον άλλον.
-Καλά λες. Να σου πω, κι εγώ λευκό έριξα.
-Βγήκε Νουδού, βέβαια.
-Ε, ήταν αναμενόμενο. Να δούμε τώρα τι θα κάνουν κι αυτοί.
-Άντε να δούμε. Ό,τι είναι, ας είναι για καλό.
-Μακάρι, Ματούλα μου, απ' το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί.
-Μακάρι, Πέρσα μου.