Εξαιρετικά αφιερωμένο στον αγαπητό μου Urfurslaag
Η εικόνα αλιεύθηκε από την ιστοσελίδα
http://www.dreamstime.com/red-splash-image3438424
Επί πέντε συναπτά έτη χρημάτισα χορτοφάγος – ή πιο σωστά μη σαρκοφάγος, μια που κατανάλωνα ζωικά προϊόντα όπως αυγά και γαλακτοκομικά. Οι λόγοι που με ώθησαν στην απόφαση αυτή ήταν μάλλον συναισθηματικοί. Ταυτιζόμουν υπερβολικά με τα ζώα που έτρωγα και η σκέψη να σφαγούν για να τα φάω εγώ μου ήταν ανυπόφορη.
Η χορτοφαγική μου καριέρα έληξε ένδοξα στο μπάρμπεκιου μιας φίλης, όπου η τσίκνα των οπτών πτωμάτων μου γαργάλησε τα ρουθούνια και με έκανε να νιώσω μονομιάς ικανή να σφάξω οτιδήποτε προκειμένου να ικανοποιήσω τις κανιβαλικές ορέξεις μου.
Ωστόσο μέσα μου με κατέτρωγε πάντα η αμφιβολία. Μήπως ήμουν μια υποκρίτρια, μια δειλή που βάζει άλλους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα και τα κάστανα από τη φωτιά, που αναθέτει σε επαγγελματίες τη βρώμικη δουλειά της σφαγής, όπως ένας μαφιόζος νονός αναθέτει σε άλλους τους φόνους του, επιδεικνύοντας πάντα καθαρά τα κατάλευκα γάντια του;
Ένα καλοκαίρι λοιπόν, πριν πολλά χρόνια, κατασκηνώναμε, το αγόρι μου κι εγώ, σε κάποια παραλία νησιού της άγονης γραμμής. Εκεί έβοσκαν αφύλακτα άφθονα αμνοερίφια, που ρήμαζαν περιχαρή κάθε τι πράσινο πάνω στο νησί, καθώς και τις προμήθειές μας σε κάθε ευκαιρία. Μια φορά την ημέρα ερχόταν με τη βάρκα του ο βοσκός να τα ποτίσει από το πηγάδι, να πάρει μάτι τις γκόμενες και να πιει κανένα καφεδάκι ή καμμιά ρακή που τον κερνούσαμε. Σε αντάλλαγμα μας έφερνε πότε-πότε λίγο γάλα ή κανένα τυράκι. Κάποιες φορές, αν είχε δουλειά, ανέβαινε και ως πάνω στο μαντρί. Κάθε τόσο τύχαινε να σφάξει και κανένα αρνί ή κανένα κατσίκι, αναλόγως τη ζήτηση.
Κάποια μέρα, πίνοντας το καφεδάκι του, ανέφερε ότι είχε να σφάξει τρία κατσίκια και λογάριαζε να ανέβει στο μαντρί την επόμενη μέρα το πρωί. Αμέσως γεννήθηκε μέσα μου μια ιδέα. Την είπα στο αγόρι μου, πρώην χορτοφάγο κι εκείνον, και δήλωσε μέσα. Ζητήσαμε λοιπόν από το βοσκό να παρασταθούμε στη σφαγή, για να μάθουμε κι εμείς οι πρωτευουσιάνοι πώς σφάζουν τα κατσίκια. Στην ουσία, για να μάθουμε αν αντέχαμε το θέαμα της σφαγής, ή θα λιποθυμούσαμε στην πρώτη στάλα αίμα.
Την άλλη μέρα, μόλις τον είδαμε να τραβάει με το γάιδαρο κατά πάνω, τραβήξαμε κι εμείς ξωπίσω του. Το μαντρί βρισκόταν σχετικά μακριά από την παραλία, ένα εικοσάλεπτο ανήφορος μέσα στις πέτρες. Ένας περίβολος από πατημένο χώμα και κοπριά, κι ένα κτίσμα μικρό, μικρότατο, χωρίς παράθυρα, με δυο ας τα πούμε δωμάτια. Στο μέσα δωμάτιο, περιορισμένα από ένα ξύλινο χαμηλό πορτάκι, βρίσκονταν τρία μικρά κατσίκια. Χωρίς πολλές τσιριμόνιες, ο βοσκός έβγαλε το ένα, έκλεισε την πόρτα, του έδεσε τα πόδια και το ξάπλωσε κατάχαμα.
- Εσείς σταθείτ’ εκεί, είπε και μας έγνεψε να πάμε στο βάθος του δωματίου. Εκείνος στάθηκε κοντά στην πόρτα. Έπιασε το μαχαίρι, ξεφύσηξε, και το έχωσε στο λαιμό του ζώου.
Μέσα ήταν κατασκότεινα. Η κάσα της πόρτας καδράριζε το εκτυφλωτικό φως του καλοκαιριού. Το αίμα χύθηκε κόκκινο πάνω στη λευκή πέτρα στο κατώφλι. Σε μια στιγμή το ζωντανό, παλλόμενο ζώο έγινε άψυχο αντικείμενο, σάρκα προς κατανάλωση, ανώνυμο σφάγιο.
Ύστερα ο βοσκός έκανε μια τομή στο πόδι, έχωσε ένα καλάμι και φύσηξε μέχρι που το τομάρι ξεκόλλησε ίσαμε το λαιμό και φούσκωσε όλο σαν ασκί, διευκολύνοντας την εκδορά. Το έγδαρε γρήγορα και μεθοδικά, με την δεξιοτεχνία της μακρά συνήθειας, το τύλιξε σε ένα πανί και το φόρτωσε στο γάιδαρο.
Μου είναι πολύ δύσκολο να περιγράψω τα συναισθήματα και τις εντυπώσεις μου από εκείνη τη σκηνή. Η μόνη λέξη που μπορώ να της αποδώσω είναι «μαγική». Η απερίγραπτη γοητεία του πίνακα που ζωγράφισε το κόκκινο αίμα πάνω στο λευκό φως. Η ασύλληπτη μεταμόρφωση του ζώντος σε νεκρού, η απίστευτη ταχύτητα με την οποία συνέβη και η ακαριαία προσαρμογή μου στο γεγονός αυτό. Πριν από λίγα δευτερόλεπτα θα μπορούσα να έχω χαϊδέψει το κατσίκι αυτό, να το έχω ταΐσει, να έχω παίξει μαζί του. Τώρα ήταν τροφή για κατανάλωση, κάθε τι άλλο ήταν εκτός πραγματικότητας.
Δεν ένιωσα ούτε φρίκη ούτε απέχθεια, όπως είχα φανταστεί ότι θα νιώσω. Εγώ, που δεν άντεξα ποτέ μου να σκοτώσω ποντίκι ή βατράχι στο εργαστήριο, ένιωσα ότι ήμουν ικανή να σκοτώσω για να φάω. Ίσως μου έλειπε η τεχνική, αλλά δεν μου έλειπε ούτε η βούληση ούτε το θάρρος ούτε η σταθερότητα.
Θυμάμαι στην υπέροχη ταινία «Και οι θεοί τρελάθηκαν», το βουσμάνο κυνηγό να ευχαριστεί το ζώο πριν το σκοτώσει, για την τροφή που θα του παρέχει. Ζηλεύω αυτή την απλή και ισότιμη σχέση με τη φύση, με τα ζώα, με την τροφή μας. Σκοτώνω για να φάω, όχι για να διασκεδάσω, ούτε για να εκτονωθώ, ούτε για να ικανοποιήσω άλλες δευτερεύουσες ανάγκες μου. Σκοτώνω μόνον όταν και όσο το έχω ανάγκη, με γνώση και σεβασμό και αποτελεσματικότητα. Γνωρίζοντας ότι στο μεγάλο παιχνίδι της ζωής κάποτε κάποιος μπορεί να σκοτώσει και εμένα.
Για όσους σπεύσουν να τα πάρουν όλα κυριολεκτικά και να σχολιάσουν διάφορα του στυλ «ναι αλλά δεν το έσφαξες εσύ παρόλα αυτά, άλλος το έσφαξε, πού ξέρεις αν στ’ αλήθεια θα μπορούσες», να διευκρινίσω ότι δεν το ξέρω. Φυσικά και δεν το ξέρω. Περιγράφω απλώς τις υποκειμενικές εντυπώσεις τις στιγμής εκείνης.
Και σε περίπτωση που αναρωτιέστε τι θέλει να πει ο ποιητής με αυτό το ποστ, σας γράφω και το ηθικόν δίδαγμα με ροζ γραμματάκια για να το εμπεδώσετε:
Σεβασμό στη ζωή.