Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Αθηναϊκός διάλογος


Ηλεκτρικός, γραμμή Πειραιάς-Κηφισιά, μεσημέρι. Περίπου απέναντί μου, στο κέντρο της γαλαρίας, προσγειώνεται θορυβωδώς ένας εύσωμος άντρας. Πετάει κάτω ένα σακ-βουαγιάζ, σωριάζεται στο κάθισμα. Ξεφυσά ιδρωμένος, κοιτάζει γύρω του ερευνητικά.

Αριστερά στον διάδρομο κάθεται ένας νεαρός με ασιατικά χαρακτηριστικά. Ο ταξιδιώτης του απευθύνει τον λόγο.

-Βιετνάμ, Βιετνάμ;

-What?

-Λέω, απ’ το Βιετνάμ είσαι; Βιετναμέζος;

-No, not Vietnam

-Κίνα; Κορέα;

-No, no.

-Ελληνικά δεν ξέρεις; Ελληνικά;

-I don’t understand.

-Γίδια ξέρεις να φυλάς; Γίδια;

-Sorry, I...

-Ξέρεις από γίδια, λέω;

-I don’t understand.

Με τρώει η γλώσσα μου, μπαίνω στην κουβέντα.

-You’re not missing anything.

-I guess not.

-Then again, maybe you are.

Εκεί δεν κρατιέμαι πια, με πιάνουν τα γέλια.

-Εσύ ξέρεις Ελληνικά;

-Ναι, ξέρω. Ελληνίδα είμαι.

-Όλοι στη μαμά Ελλάδα έρχονται.

-Ξέρετε, από τον τρόπο που μιλάει, νομίζω ότι μάλλον είναι…

Προσπαθώ να αποφύγω τη λέξη «Αμερική» και τα παράγωγά της, για να μην καταλάβει ο περί ου ο λόγος ότι τον σχολιάζω.

-…από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

-Αμερικάνος;

Οι προφυλάξεις μου πήγαν χαμένες, αλλά ήταν περιττές. Ο νεαρός έχει οχυρωθεί ανέκφραστος πίσω από το κινητό του.

-Είναι πιθανό.

-Δεν ξέρουν από γίδια αυτοί.

-Εσύ ξέρεις από γίδια;

-Ε, βέβαια! Εγώ, όλη μέρα με τα γίδια.

-Έχεις δικά σου;

-Βέβαια!

-Πού τα έχεις;

-Στο Ναύπλιο.

-Μπα, έχει στο Ναύπλιο γίδια;

-Πώς δεν έχει! Στο Ναύπλιο δε θα έχει; Τι έχει δηλαδή στο Ναύπλιο

-Ξέρω που έχει πορτοκαλολέμονα, τέτοια…

-Έχει και πορτοκάλια, και λεμόνια. Έχει και γίδια. Εκεί από πάνω.

Κάνει μια κίνηση με το χέρι, δείχνει πίσω του.

-Σ’ αρέσει εκεί, με τα γίδια;

-Ε, βέβαια! Ωραία ζωή. Εσείς οι Αθηναίοι εδώ…

Σουφρώνει τη μύτη του, στραβώνει τα χείλη.

-…δεν τα έχετε σε υπόληψη τα γίδια. Τα έχετε για παρακατιανά.

-Μπα, μην το λες. Εγώ λέω πως είναι η καλύτερη ζωή. Είσαι έξω στη φύση, δεν έχεις κανέναν πάνω απ’ το κεφάλι σου…

-Ε, βέβαια, η καλύτερη ζωή! Έχεις γιαούρτι, τυράκι…

Φουρφουρίζουν τα μάτια του, φουσκώνει από καμάρι.

-Και τι ήρθες να κάνεις εδώ; Δεν καθόσουν με τα γίδια;

-Ήρθα να πάω στο ΚΑΤ. Ο ώμος μου…

Κάνει μια γκριμάτσα, πιάνει τον ώμο του.

-Ναι, αυτό είναι ένα θέμα… Εδώ έχει πολλά και καλά νοσοκομεία, όχι πως στο Ναύπλιο δεν έχει, αλλά…

-Είχε παλιά έναν ορθοπαιδικό στο Ναύπλιο πολύ καλό. Τώρα πάει, πέθανε.

-Καλά, ένας ήταν σε όλο το Ναύπλιο;

-Ήταν πάρα πολύ καλός. Εσύ από δω είσαι;

-Εδώ έχω μεγαλώσει, το ίδιο κι οι γονείς μου.

-Εγώ έχω δυο αγόρια. Είπαν να έρθουν σήμερα, τους λέω, άσε καλύτερα. Εκεί στο γιατρό μπορεί να πετάξω καμιά χοντράδα και να ντρέπεστε.

Γελάει.

-Έχουν σπουδάσει και οι δύο, αλλά δεν βρίσκουν δουλειά.

-Μήπως καλύτερα να έρθουν στα γίδια;

-Αυτό τους λέω. Άμα δεν βρείτε, βουρ για πάνω. Ο μεγάλος το λέει κιόλας. Μπαμπά, μου λέει, θα έρθω πάνω. Τι να κάνει;

Από τα μεγάφωνα ακούγεται, επόμενος σταθμός, Ειρήνη, Olympic stadium

-Α, ώστε εδώ είναι το Ολυμπιακό στάδιο;

-Εδώ είναι.

-Τι είναι όλα τούτα;

-Έχει πολλές εγκαταστάσεις, γήπεδο, στίβο, έχει και κολυμβητήρια…

Προχωράμε προς Νεραντζιώτισσα.

-Κι αυτό εκεί το μεγάλο, τι είναι;

-Για να δω… Δεν ξέρω.

-Κι εκείνο;

-Ούτε αυτό ξέρω. Αλλά αυτό δεξιά είναι ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο.

-Πφ, σιγά! Στο Ναύπλιο έχουμε το παζάρι.

-Μπράβο, το καλύτερο!

Πιάνει το μπλουζάκι του, τραβάει το ύφασμα.

-Ορίστε. Τρία ευρώ.

-Μια χαρά.

-Έβαλα ό,τι με βόλευε. Όπως στα γίδια. Η γυναίκα μου μού είπε, βάλε κάτι καλύτερο βρε άνθρωπέ μου. Αλλά εγώ αυτά βολεύομαι. Έβαλα και τις παντόφλες και να ‘μαι.

-Καλά έκανες, όπως βολεύεσαι, μια χαρά είσαι.

Δίπλα μου όλη την ώρα κάθεται ένας ηλικιωμένος άντρας με στραπατσαρισμένα ρούχα και εμφάνιση. Τραγιάσκα, καρό πουκάμισο, τριμμένο χοντρό παντελόνι που του πέφτει φαρδύ και το ‘χει δέσει με σπάγκο στη μέση, στραβοπατημένα παπούτσια. Αν με ρωτούσαν ποιος απ’ τους δυο φυλάει γίδια, αυτόν θα είχα πει. Όλη την ώρα ακούει, παρακολουθεί, αλλά δεν μιλάει. Βλέπω τα μάτια του να παίζουν, στις άκρες των χειλιών του μια υποψία χαμόγελου, μα τίποτ’ άλλο. Βουβό πρόσωπο. Και καθώς φτάνουμε στο Μαρούσι, κατεβαίνει.

Στο ΚΑΤ κατεβαίνουμε κι εμείς.

-Από πού πάμε τώρα;

-Από δω έλα, απ’ την άλλη δεν βγαίνει. Θα σου πω πώς θα πας στο νοσοκομείο. Θα έρθω μαζί σου ως τη γωνία.

-Δεν είναι ανάγκη, άμε στη δουλειά σου, στο σπίτι σου.

-Ως τη γωνία μονάχα, να σου δείξω. Μετά θα φύγω. Θα πάω σπίτι.

-Κατεβαίνεις καμιά φορά κάτω;

-Πού, στο Ναύπλιο; Μπα…

-Εδώ έχεις οικογένεια;

-Εννοείς αν έχω άντρα και παιδιά; Ναι, έχω.

-Οι γυναίκες εδώ στην Αθήνα ψάχνονται για άντρα.

-Γιατί, στο Ναύπλιο τι κάνουν;

-Ου, εκεί είναι αλλιώς. Εδώ… Να βγάλουν το ψωμί τους, τι να κάνουν;

-Λοιπόν, θα πας αριστερά, πλάι πλάι στα κάγκελα ώσπου να βρεις την είσοδο. Εντάξει;

-Σ’ ευχαριστώ πολύ! Να ‘σαι καλά.

-Κι εσύ το ίδιο. Περαστικά. Και καλό δρόμο.

Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2018

μικρό αθηναϊκό


Ιπποκράτους, Δευτέρα απόγευμα. Έχω ένα δίωρο κενό στη διάθεσή μου. Έχω μαζί βιβλίο, αλλά το φως με προσκαλεί να περπατήσω. Ανεβαίνω τη Βαλτετσίου. Από ένα ύψος και μετά, γίνεται πεζόδρομος. Εκβάλλει σε έναν άλλο πεζόδρομο, την Πρασσά, με πυκνοφυτεμένα παρτέρια και χτιστά παγκάκια σε τρίγωνη διάταξη. Πίσω του ένας κήπος. Αριστερά μου ψηλός τοίχος και μια τεράστια σιδερένια πόρτα, με ένα μικρό παραθυράκι στη μέση, σαν αυτά στα κελιά των φυλακών. Πέμπτο Γενικό Λύκειο Αθηνών. Κοιτάζω μέσα, λίγο διστακτικά. Μια μικρή τσιμεντένια αυλή και λιγοστά αγόρια, λευκά και μελαψά. Ο πεζόδρομος είναι ήσυχος, δροσερός. Ένα παπάκι στρίβει και περνά δίπλα μου. Στα παρτέρια χαρτιά, πλαστικά, ανθρώπινες ακαθαρσίες. Τα παγκάκια παλιά, ξεφλουδισμένα. Στο τέλος του πεζόδρομου, ένα πάρκο. Σε ένα παγκάκι μια νέα γυναίκα με μαντήλα πλένει ρούχα σε μια κόκκινη πλαστική λεκάνη.

Ανηφορίζω δεξιά μέσα από το πάρκο. Δέντρα και θάμνοι, ένα πεύκο ξαπλωτό και συστραμμένο, σαν γιαπωνέζικο χαρακτικό. Δεξιά μου ένα μεγάλο κτίριο. Πολιτιστικό αθλητικό κέντρο. Ανοιχτές πόρτες, παιδικές και νεανικές φωνές. Διαλέγω το αριστερό μονοπατάκι. Μια βρύση με δροσίζει. Κι ανάμεσα στους θάμνους μια χαμηλή μπλε σκηνούλα, αθέατη από τα περισσότερα σημεία. Ανηφορίζω δεξιά. Μια παιδική χαρά γεμάτη γέλια, ένα γηπεδάκι. Σκαλιά, πολλά σκαλιά. Μια εφηβική παρέα κατρακυλά προς τα κάτω.

Σκαλιά, πάρκα, πεζόδρομοι, πράσινο. Αλήθεια είμαι στην Αθήνα; Σε ποια εποχή;

Ανεβαίνω τα σκαλιά, βγαίνω στο ηλιοβασίλεμα. Πορτοκαλής ουρανός μέσα από κλαδιά και φυλλωσιές. Στη Δαφνομήλη, κάθομαι σε ένα μικρό παρκάκι, σε ένα παγκάκι μέσα στα δέντρα, διαβάζω για λίγη ώρα το βιβλίο μου. Δύο πιτσιρικάδες περνούν πίσω μου, χοροπηδώντας πάνω στο πεζούλι. Κι άλλα σκαλιά, κι άλλα. Και στο τέλος Λυκαβηττός. Να ανέβω; Είναι αργά. Ανεβαίνω λίγο. Λίγο ακόμη. Κοντοστέκομαι. Γύρω μου φύση. Μπροστά μου πιάτο η Αθήνα. Ένα ζευγάρι Ισπανοί κατηφορίζουν μ’ έναν χάρτη. Μια οικογένεια Γάλλων σκαρφαλώνει μ’ ένα μικρό αγοράκι. Κατεβαίνοντας, μια Ασιάτισσα με ρωτάει σε σπασμένα αγγλικά, είναι δύσκολη η ανάβαση; Όχι πολύ. Πόση ώρα θέλει; Εξαρτάται, ίσως είκοσι λεπτά. Ευχαριστώ, χαμόγελα.

Σουρουπώνει.

Οδός Δοξαπατρή.

Δέκατο τέταρτο Δημοτικό Σχολείο Αθηνών «Δημήτρης Πικιώνης». Τρεις τέσσερις έφηβοι μέσα στην αυλή ενθαρρύνουν μια κοπέλα να μπει κι εκείνη. Τα μυτερά, γυριστά προς τα έξω κάγκελα είναι κομμένα ακριβώς δίπλα στην πύλη κι εκείνη είναι καβάλα, μισή μέσα μισή έξω. Έλα, περνάς από δω το πόδι, έτσι μπράβο, έλα και το άλλο, δεν είναι τίποτα, είδες; Και γέλια. Στο παγκάκι μου ένας ηλικιωμένος. Στο γηπεδάκι, έφηβοι παίζουν μπάσκετ. Στην παιδική χαρά, γελαστές γυναίκες με μαντήλες και μικρά παιδιά στην τραμπάλα.

Από το πολιτιστικό κέντρο βγαίνουν τρέχοντας τρία παιδιά, μια κοπελίτσα δέκα έντεκα χρονών και δυο μικρότερα αγόρια, ένα ξανθό, ένα καστανό. Προσπαθεί να τα συγκρατήσει, Πρόσεχε, μην πατήσεις καμιά πρέζα! Σιγά, δεν έχει τίποτα εδώ. Εδώ έχει πρέζες, ανεβάζει τη φωνή, θες να πατήσεις καμιά πρέζα;

Στο παρκάκι η νέα γυναίκα έχει τελειώσει τη μπουγάδα. Δυο νέες γυναίκες μιλούν μια γλώσσα άγνωστη, στο τρανζίστορ τραγούδια ανατολίτικα, με κοιτούν λοξά. Μπροστά μου μια μεγάλη εκκλησία, οχυρωμένη με κουλουριασμένο αγκαθωτό σύρμα. Μπαίνω στην αυλή, καλοκουρεμένοι νεαροί με πουκάμισα συζητούν, ρίχνω μια ματιά στο χαμηλό σπιτάκι πίσω, κατηφορίζω. Στάση Αγίου Νικολάου. Στον πεζόδρομο της Δερβενίων, κομψά ζευγάρια δειπνούν στο Pink Elephant. Πιο κάτω ένα καφέ, μια άλλη στάση, κόσμος περιμένει. Δυο νεαροί με προσπερνάνε βιαστικά, θραύσματα κουβέντας, "Η κοπέλα του αδερφού μου είναι από ένα μικρό χωριό στο Ιράν". Αριστερά μου ένα ερείπιο και πάνω του με σπρέι ένα τεράστιο γενειοφόρο πρόσωπο και δίπλα

ΜΗΝ

ΥΠΩ

ΤΙΜΑΤΕ

ΤΗΝ

ΠΕΙΝΑ.

Βραδιάζει.

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Ο Ιησους και η θυσία του αποδιοπομπαίου αμνού

Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από ανάρτηση στο Facebook, στην ομάδα "Έλληνες άθεοι και αγνωστικιστές", από τον Nikos Alex και αναδημοσιεύεται με την άδειά του. Κατά τα λεγόμενά του, βασίστηκε σε διάφορα βίντεο και πρόσθεσε δικές του παρεμβάσεις.

Ποιος είμαι; Ποιος πραγματικά είμαι; Ας υποθέσουμε πως σ' ένα τραπέζι έχουμε 3 κόκκους ρύζι ή 3 βώλους ή ό,τι θέλει ο καθένας. Έναν πράσινο, έναν κόκκινο κι έναν κίτρινο. Εγώ είμαι ο πράσινος βώλος. Ο κόκκινος βώλος είναι αυτά που θέλω. Μια καλή κοπέλα, λεφτά, σεβασμό, likes στα σχόλιά μου κ.λπ. Ό,τι θέλει ο καθένας. Όλοι ξέρουμε τι θέλουμε. Και τα θέλουμε επειδή απλά "τα θέλουμε". Ξέρουμε τον εαυτό μας, έχουμε ελεύθερη βούληση και ο καθένας έχει τα δικά του θέλω, σωστά;

Ίσως... :)

Ο ανθρωπολόγος René Girard πίστευε πως τα "θέλω" δεν έρχονται με τη γεννά. Ναι, το οξυγόνο και το φαΐ είναι "ανάγκες", αλλά το γρήγορο αμάξι ή το μοδάτο φόρεμα, είναι κάτι που τα μαθαίνουμε στην πορεία της ζωής μας να τα θέλουμε. Δεν είναι "αναγκαία" στην επιβίωση. Πώς τα αποκτάμε αυτά τα "θέλω"; Με τον μιμητισμό. Κι άδω μπαίνει στο παιχνίδι ο μπλε βώλος, που θα τον πούμε "Μοντέλο" Το πράσινο δηλαδή είμαι εγώ, κόκκινο είναι τα θέλω μου, και το μπλε είναι το μοντέλο.

Οι γονείς μας είναι ο μπλε βώλος, ο Αϊνστάιν για κάποιους είναι ο μπλε βώλος, ο Σβαρτσενέγκερ για κάποιους άλλους, ο Ντόκινς, ο θειος που είναι το μαύρο πρόβατο στο σόι, όλοι είναι "μπλε βώλοι". Αν τον ξέρεις ή απλά έχεις μόνο διαβάσει γι' αυτόν, δεν έχει σημασία. Αυτό ονομάζεται "Μιμητική Επιθυμία". "Θέλω να γίνω Ωνάσης" λέγαμε παλιά, σήμερα λέμε θέλω να γίνω Bill Gates, ή Λεωνίδας, ή...

Γιατί μιλάμε ελληνικά; Επειδή μιμηθήκαμε το περιβάλλον μας, τους γονείς μας. Για τον ίδιο λόγο κλαίμε, γελάμε, αγκαλιάζουμε.... Μάθαμε να εκφραζόμαστε έτσι λόγω της μίμησης απ' τη βρεφική ηλικία. Τη πρώτη μίμησή μας, να βγάζουμε τη γλώσσα όταν τη βγάζει και κάποιος άλλος, την κάνουμε μόλις 42 λεπτά απ' όταν γεννηθούμε. Ναι, 42. :)

Αρχίζεις να γίνεσαι ΕΣΥ, όταν αρχίζεις να γίνεσαι κάποιος άλλος.... "Γεννιόμαστε" με το να κάνουμε μιμήσεις, άρα και η ανθρώπινη κοινωνία εξελίσσεται μέσω του μιμητισμού. Η "μιμητική κουλτούρα" (mimetic culture) είναι αυτό που μας ξεχωρίζει απ' τα ζώα, που μιμούνται με trial and error (episodic culture) αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

Σύμφωνα με τους ανθρωπολόγους, η κοινωνία μας εξελίχτηκε μιμούμενοι ο ένας τους "κόκκινους βώλους" των άλλων, μέχρι το σημείο που ξεκίνησαν οι φιλονικίες και οι τσακωμοί. Δεν είμαστε "μοναχικά" ζώα, και τη "Μαρία" μπορεί να τη θέλουν και ο πράσινος αλλά και ο μπλε βώλος. Η "Μαρία" μπορεί να είναι οτιδήποτε, ακόμα και η "Γη Χαναάν"...

Όσο μαζευόμασταν λοιπόν σε μεγαλύτερες κοινότητες, οι καβγάδες ήταν η λογική συνέχεια, και οι καβγάδες φέρνουν βία, και η βία φέρνει ανισορροπία στην ομάδα. Τι κάναμε σ' αυτήν την περίπτωση; Θυσιάζαμε μια κατσικά..... περίπου.

Ο μηχανισμός του Αποδιοπομπαίου Τράγου λέει ότι μπορείς να μεταθέσεις όλη αυτή την επιθετικότητα και τη βία σε κάποιον τρίτο, δεν έχει σημασία αν είναι αθώος, και να τον διώξεις απ’ την κοινότητα. Με τον καιρό, αυτός ο μηχανισμός πέρασε και στις θρησκείες όταν τις εφεύραμε, και τον χρησιμοποιούσαμε για οποιοδήποτε πρόβλημα. Κάνει σεισμούς; Φταίει ο Μήτσος που έκοψε τα νύχια του Παρασκευή. Ας τον κυνηγήσουμε να σταματήσουν οι σεισμοί... Αφήστε εμένα που βίαζα το κοριτσάκι επί χρόνια, εγώ θα κοινωνήσω κι όλα ΟΚ. Τον Μήτσο που ακούει ροκ να κυνηγήσουμε...

Ένας άθλιος και πρωτόγονος μηχανισμός, που φυσικά δεν φέρνει αποτελέσματα, όσους gay και να κάψεις δεν σταματάμε οι σεισμοί, αλλά επειδή λειτουργεί στο να φεύγει (προσωρινά) η επιθετικότητα στην ομάδα, που θα υπήρχε ούτως ή άλλως, χρησιμοποιήθηκε από "διάφορους" για να κυνηγήσουν όποιον ήθελαν να κυνηγήσουν. Προσωρινά δουλεύει, και για μια κοντόφθαλμη κοινωνία είναι όντως λειτουργικός. Μέχρι τον επόμενο σεισμό. Μέχρι να αυτοκτονήσει η επόμενη κοπέλα που θα πέσει στα χέρια αυτού του παπά....

Η κοντόφθαλμη κοινωνία όμως θα χρησιμοποιήσει και πάλι αυτόν τον μηχανισμό. Ο ίδιος ο παπάς θα τον χρησιμοποιήσει για να καλύψει την αλήθεια από τον όχλο και να σώσει το άθλιο τομάρι του. Είναι ο ΜΟΝΟΣ μηχανισμός που μπορεί να χρησιμοποιήσει.

Οι χριστιανοί εδώ και αιώνες κυνήγησαν ένα σωρό κόσμο. Αμέτρητες κοινωνικές ομάδες. Είναι όμως μόνο το συμφέρον της στιγμής, ή αυτό είναι Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ; Χρησιμοποίησαν το μηχανισμό του αποδιοπομπαίου τράγου όπως κάνανε και οι άλλες θρησκείες πριν, ή η Ρώμη πήρε τον μηχανισμό του απ. τράγου και τον έκανε θρησκεία κανονική για να σταθεροποιηθεί μια αυτοκρατορία που βάραγε διάλυση; Μήπως το να βρίσκουμε συνέχεια αποδιοπομπαίους τράγους είναι στον χριστιανισμό μια "πρακτική", υπάρχει δεν υπάρχει πρόβλημα, για να έχει ο κόσμος να ασχολείται και να μην ασχολείται με πράγματα που ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ να ασχολείται;

Ξέρουμε όλη την απάντηση και δεν χρειάζεται ανάλυση όταν μιλάμε για "αυτόν που θυσιάστηκε για εμάς" κι αν αναλογιστούμε τον ρόλο που παίζει η "αμαρτία". "Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις." Είπε ο Καβάφης στο "Περιμένοντας τους Βαρβάρους", και ουσιαστικά τα είπε όλα. Τι κάνουμε; Εδώ είναι η ουσία. Ο μηχανισμός του αποδιοπομπαίου τράγου λειτουργεί μόνο όσο είμαστε πεπεισμένοι ότι ο "τράγος" όντως φταίει. Αν έστω και για μια στιγμή αναρωτηθούμε το αντίθετο, αρκεί για να φύγει ο καπνός και να φανεί η αληθινή βία που κρύβεται από πίσω. Τα αληθινά αίτια. Δύσκολο αυτό... Πολύ δύσκολο!

Όπως είπα τον μιμητισμό τον έχουμε στο DNA μας και όταν όλοι γύρω μας το πιστεύουν, συνήθως το πιστεύουμε κι εμείς. Φοβόμαστε τον "εξοστρακισμό" από την μικροκοινωνία μας. Σίγουρα πολλοί στο χωριό ήξεραν αλλά "φοβόντουσαν" να μιλήσουν. Δεν ήθελαν να "μπλέξουν". Είναι πολύ μοναχικό και δεν μας αρέσει η μοναξιά.

Ο Ντοστογέφσκυ, που κι αυτόν τον είχε εξορίσει η κοινωνία του, είχε γράψει "Είμαι ένας και είναι όλοι". Τα βιβλία του μεταφράστηκαν σε πάνω από 150 γλώσσες. Έγινε κι αυτός ένας "μπλε βώλος", ένα Μοντέλο, σε εκατομμύρια πράσινους βώλους. Έγινε δικός μου, όπως χιλιάδες άλλοι "μπλε βώλοι" απ’ όταν έχω γεννηθεί, μέσα στο πολύχρωμο βαζάκι με βώλους που λέγεται Νίκος. Αυτό είμαι πραγματικά.

Όσοι άντεξαν να διαβάσουν αυτό το "σεντόνι", έχουν πάρει έναν μικρό "μπλε βώλο" από μένα, όπως κι εγώ παίρνω από δεκάδες σχόλια που διαβάζω. Ο ένας έγινε μέρος του άλλου, κι όλοι μας είμαστε αυτό το άθροισμα βώλων.

Κατά μία έννοια λοιπόν, ο Ντοστογέφσκυ έκανε λάθος...
Δεν είσαι μόνος, ΕΙΣΑΙ ΟΛΟΙ.

Και το ίντερνετ, η επικοινωνία που μας έδωσε, αυτό το "παλιόπραμα του σατανά", μας κάνει και το νιώθουμε όλο και πιο πολύ. Φεύγουμε απ’ τις μικροκοινωνίες. Αν έχουμε ανοιχτό μυαλό θα φύγει το παραπέτασμα καπνού που λέγεται αποδιοπομπαίος τράγος. Και πρέπει να το λέμε, να το φωνάζουμε όταν ανακαλύψουμε τον πραγματικό ένοχο. Και δύναμη για να το επιτύχουμε αυτό, όπως και υποστήριξη τώρα πια που όλος ο πλανήτης κοντεύει να ενωθεί, είναι να θυμόμαστε πως...

Δεν είσαι ποτέ μόνος.

Είσαι όλοι!

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

ΜΑΣ ΨΕΚΑΖΟΥΝΕ!


Κυριακή πρωί στην Πεντέλη, ετοιμαζόμαστε για πεζοπορία. Ο καιρός υπέροχος, η ομάδα όπως πάντα ετερόκλητη, αρκετά νέα παιδιά, πολλά χαμόγελα. Ξεκινάμε και πιάνω κουβέντα πότε με τον έναν, πότε με τον άλλον, πότε περπατάω μόνη μου, γιατί αν μ’ αρέσει κάτι στην πεζοπορία είναι η ησυχία και η επαφή με τη φύση χωρίς περισπασμούς, και γιατί άμα μιλάω ανεβαίνοντας το βουνό μου κόβεται η ανάσα, δεν είμαι και τζόβενο, να τα λέμε και αυτά.

Κάποια στιγμή με πλευρίζει ένας πιτσιρικάς και με ρωτάει:

-Ξέρετε αν θα πάμε κι απ’ τη σπηλιά του Νταβέλη;

-Τι να σου πω, δεν νομίζω, δεν το είδα στο πρόγραμμα. Γιατί δεν ρωτάς τον αρχηγό;

Τον ρωτάει, ο αρχηγός λέει όχι, είναι άλλη διαδρομή, ο μικρός όμως θέλει πληροφορίες για τη σπηλιά.

-Είναι μεγάλη;

-Έχει μια μεγάλη αίθουσα και δυο λαγούμια.

-Τα λαγούμια αυτά είναι βαθιά;

-Όχι, μάλλον ρηχά, τελειώνουν σύντομα.

-Δεν έχει τίποτε σήραγγες, τίποτε περάσματα;

Εγώ έχω καταλάβει πού το πάει και επεμβαίνω – που να δάγκωνα τη γλώσσα μου:

-Αν εννοείς τις ιστορίες που λένε ότι βγαίνει κάτω ως το μέγαρο της Πλακεντίας κι ότι περνούσε ο Νταβέλης να πάει να την βρει, ξέχνα το, μούφες είναι.

-Μούφες, ε;

-Ναι. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, διαπιστωμένα. Έχω πάει, έχω κι έναν φίλο στον ΣΠΕΛΕΟ, δεν έχει βρεθεί τίποτα.

Η πορεία συνεχίζεται, αλλά ο μικρός με έχει από κοντά.

-Νομίζω ότι πρέπει κανείς να έχει ανοιχτό μυαλό, εσείς τι λέτε;

-Βέβαια, αλλά όχι και τόσο που να του πέσει έξω απ’ το κεφάλι.

-Δεν νομίζετε ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν ξέρουμε;

-Έτσι όπως το θέτεις, δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Τι πράγματα έχεις κατά νου, όμως;

-Δεν πιστεύετε ας πούμε ότι υπάρχουν μυστικές στρατιωτικές βάσεις κάτω από το έδαφος;

-Τι να σου πω, δεν μπορώ να το αποκλείσω, δεν έχω τρόπο να το ξέρω. Οπωσδήποτε είναι πιο πιθανό από τις ιστορίες για κούφια γη και μικρά ανθρωπάκια που ζουν μέσα της.

-Εγώ πιστεύω ότι είναι πολλά αυτά που δεν μας λένε.

-Όπως;

-Εσείς πιστεύετε ότι από το 1973 δεν έχουνε ξαναπάει στο φεγγάρι;

-Τι να σου πω, τα στοιχεία αυτό δείχνουν.

-Μα τόση τεχνολογία, είναι δυνατόν να μην ξαναπήγαν; Αφού μπορούν.

-Και δηλαδή εσύ τι νομίζεις ότι έγινε;

-Ότι έχουν ξαναπάει πολλές φορές. Όχι μόνο στο φεγγάρι, και σε άλλους πλανήτες. Φτιάχνουν αποικίες.

-Δεν νομίζεις ότι αν είχε γίνει αυτό, θα το ξέραμε;

-Όχι, γιατί δεν μας το λένε. Θέλουν να μας κρατάνε στο σκοτάδι.

-Κοίταξε να σου πω, δεν μπορώ βέβαια να το ελέγξω, αλλά σκέφτομαι το εξής: ποιοι μπορούν να κάνουν κάτι σαν αυτό που λες; Ελάχιστοι: Αμερική, Ρωσία, Κίνα, ίσως Ινδία… αν το έκανε ένας από αυτούς, δεν αν το καταλάβαιναν οι άλλοι; Με τόσους δορυφόρους, τόση τεχνολογία, όπως λες; Ακόμη κι αν δεν το ανακοίνωναν οι ίδιοι, θα το ανακοίνωνε κάποιος άλλος.

-Γιατί να το ανακοινώσει;

-Επειδή είναι ανταγωνιστές.

-Μπορεί να είναι ανταγωνιστές, αλλά σε αυτό συμφωνούν: θέλουν όλοι τους να μας κρατάνε στο σκοτάδι. Τη γη την ελέγχουν μαφίες και πολυεθνικές. Νομίζετε πως αυτοί που κυβερνάνε έχουν εξουσία; Τσίπρας, Ομπάμα, όλοι είναι μαριονέτες.

-Σίγουρα υπάρχουν ισχυρά άτομα που επηρεάζουν τις κυβερνήσεις, αλλά δεν θα έφτανα μέχρι του σημείου να αρχίσω να λέω για μασόνους και παγκόσμια συνωμοσία.

-Μα εγώ δεν είπα τίποτα για μασόνους. Αλλά αυτοί που κυβερνάνε δεν είναι αυτοί που φαίνονται.  Δεν έχει νόημα να ψηφίζουμε. Οι εκλογές είναι μόνο για να νομίζουμε ότι μπορούμε να επηρεάσουμε την κατάσταση. Στην πραγματικότητα δεν αλλάζει τίποτα, αυτοί βάζουν επάνω όποιους θέλουν.

-Σε αυτό οφείλω να συμφωνήσω σε κάποιο βαθμό.

Είναι και η ρημάδα η ανηφόρα είπαμε. Και προσπαθώ να γυρίσω την κουβέντα και να βρω άλλον συνοδοιπόρο. Ευτυχώς η ομάδα είναι μεγάλη και τη σκαπουλάρω.  Αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια για μένα. Κατά το τέλος της διαδρομής, μετά από διάφορα φιδογυρίσματα, η ομάδα έχει αραιώσει πολύ, τόσο που δεν βλέπω πια τους μπροστινούς και κοντεύω να χάσω οπτική επαφή και με τους τελευταίους, καθώς προσπαθώ να ανοίξω λίγο βήμα. Κι έτσι το ’φερε η τύχη να βρεθώ πάλι παρέα με τον πιτσιρικά και να είναι από πάνω μας χιαστί τα κάτασπρα, αφράτα ίχνη δύο αεροπλάνων. Και μου τα δείχνει και λέει:

-Δε μου λέτε, αυτό εκεί πώς σας φαίνεται;

-Τι να σου πω, ωραίο είναι.

-Και τι νομίζετε ότι είναι;

-Ίχνη από εξατμίσεις αεροπλάνων.

-Έχετε ακούσει αυτό που λένε ότι μας ψεκάζουνε;

-Ναι, το έχω ακούσει.

-Και τι γνώμη έχετε;

-Δε θες να μάθεις τη γνώμη μου.

-Τι εννοείτε δηλαδή;

-Ότι είναι ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ και δεν αξιζει καν να το συζητάμε.

-Μα γιατί το θεωρείτε γελοιότητα;

Εδώ, φίλοι μου, θέλω να με καταλάβετε. Έχω πεντέμιση ώρες που περπατάω στα κατσάβραχα. Είναι υπέροχα, αλλά και κουραστικά. Έχω φάει τον γάιδαρο ή την καμήλα αν προτιμάτε και μου μένει η ουρά. Ο αρχηγός μας έχει γειώσει κι έχει φύγει μπροστά, χωρίς να αφήσει άλλον πίσω, ενδεχομένως επειδή θεωρεί ότι τώρα πια αφού το χωριό φαίνεται καθένας ας τα βγάλει πέρα μόνος του. Προσπαθώ να αποφασίσω ποια είναι η σωστή διαδρομή και θέλω πλέον να φτάσω στο αυτοκίνητό μου, γιατί είμαι κουρασμένη και πεινάω και θέλω να πάω σπιτάκι μου να αράξω.

Και έχω έναν τύπο να μου λέει ότι μας ψεκάζουνε. Και δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος τριγύρω. Και επιμένει.

Ξέρω ότι το σωστό είναι να επιχειρηματολογήσω ψύχραιμα, μπας και τελικά χωρέσει κάτι μέσα στο κεφάλι του, αλλά το λάδι της υπομονής εσώθη εις το κανδήλιον. Επιπλέον δεν τα θυμάμαι και καλά. Ξέρω ότι έχει κάτι να κάνει με την υγρασία στην ατμόσφαιρα, αλλά δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, και φοβάμαι πως ό,τι πω δεν θα ακουστεί πειστικό. Δεν ξέρω τι να πω πια.

-Κοίτα, καλέ μου, δεν αντέχω τόση συνωμοσιολογία. Δεν αντέχω κάθε τόσο να ακούω φαντασιόπληκτες θεωρίες, κουράστηκα.

-Καλά κυρία Τατιάνα μου, συγγνώμη κυρία Τατιάνα μου.

-Μη μου ζητάς συγγνώμη, δεν είναι θέμα συγγνώμης. Εγώ σου ζητώ συγγνώμη αν ήμουν απότομη ή αγενής. Το θέμα είναι ότι αυτά δεν ισχύουν.

-Πώς είστε τόσο σίγουρη; Δεν πρέπει να τα ψάχνουμε αυτά;

-Ακριβώς επειδή το έχω ψάξει και είδα ότι δεν ισχύουν μιλάω έτσι. Έχω διαβάσει. Έχω και γνωστούς επιστήμονες, έχω έναν φίλο στον Δημόκριτο. Αυτά είναι ίχνη που αφήνουν τα καύσιμα.

-Μα είναι φυσιολογικό να είναι τόσο πυκνά;

-Ναι, είναι.

-Μα δείτε κυρία Τατιάνα μου αυτά τα σύννεφα, είναι φυσιολογικά;

-Απολύτως φυσιολογικά είναι.

-Μα δείτε το σχήμα τους, πριν δεν ήταν έτσι.

-Είναι απολύτως φυσιολογικά. Διάβασε λίγη μετεωρολογία σε παρακαλώ.

-Παλιά όμως δεν άφηναν τέτοια ίχνη τα αεροπλάνα. Εσείς που είστε μεγαλύτερη, θα το θυμάστε.

-Πράγματι, θυμάμαι πολύ καλά ότι και πριν σαράντα χρόνια τέτοια ίχνη άφηναν τα τζετ.

-Δεν υπήραν όμως τόσο πολλά.

-Υπήρχαν πολλά και τα θυμάμαι, από παιδί χάζευα τα ίχνη που άφηναν στον ουρανό. Δε μου λες τώρα, από πού πάμε; Ευθεία ή δεξιά;

Κατάφερα να εστιάσω τη συζήτηση στο μονοπάτι και γλίτωσα για λίγο από το βάσανο. Με το μπούρου μπούρου όμως είχαμε καταφέρει να χαθούμε τελείως, και αντί να βγούμε στο σημείο εκκίνησης, στην πλατεία Παλιάς Πεντέλης, καταλήξαμε στην πλατεία Νέας Πεντέλης. Επρεπε όμως να γυρίσουμε πίσω, γιατί είχα αφήσει εκεί το αυτοκίνητο κι ο συνοδοιπόρος ήθελε να συναντήσει την παρέα. Η άλλη πλατεία είναι μισή ώρα με τα πόδια από εκεί, αλλά δεν είχα όρεξη να περπατήσω άλλο, τα είχα πάρει και λίγο στο κρανίο που χαθήκαμε, οπότε του λέω, εγώ θα πάρω ταξί, αν θες να σε πάω.

Τηλεφωνώ σε ράδιο ταξί (και όχι, δεν έχω ίντερνετ στο κινητό, άρα δεν μπορώ να πάρω beat και plon και άλλα ωραία), αλλά μου λένε ότι θα αργήσει, γιατί δεν έχει οδηγό κοντά μου. Καλά, τους λέω, αν βρω ταξί στο μεταξύ θα σας πάρω να ακυρώσω. Περνάει ένα ταξί, το σταματάω, μπαίνω μέσα. Μεγάλο αμάξι, καινούριο, άνετο, προσεγμένο, πεντακάθαρο. Στο τιμόνι σεβάσμιος ηλικιωμένος με μακριά λευκά μαλλιά και ιερατική γενειάδα, στο σκιάδιο της θέσης του οδηγού ταπετσαρία από εικονίτσες με αγίους, παναγίτσες, και κάτω δεξιά ο γέρων Παΐσιος. Παίρνω το ράδιο ταξί και ακυρώνω την κλήση.

-Ποιους είχατε πάρει;

-Τον Αστέρα. Εσείς είστε σε κάποιο δίκτυο;

-Μπα, δεν τα θέλω αυτά. Για να μπεις πρέπει να έχεις τζιπιές, τάμπλετ, εγώ δε θέλω τέτοια πράματα, τι το θέλω το τάμπλετ, τι το θέλω το τζιπιές; Αυτά είναι για να μας παρακολουθούνε, δεν τα θέλω.

-Μάλιστα.

-Τι να τα κάνεις τα τάμπλετ; Αφού έρχεται πόλεμος, καταστροφή έρχεται, αίμα ποτάμι. Τι να τα κάνω αυτά; Εδώ ο κόσμος θα χαθεί.

-Χμφ.

-Θέλουν να μας ελέγχουνε, γι’ αυτό τα βάζουνε. Θέλουν να μας κρατάνε στο σκοτάδι. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, είναι όλοι μαριονέτες. Μας βάζουν να ψηφίζουμε μόνο για να νομίζουμε ότι κάτι κάνουμε. Αλλά μετά βγάζουν όποιους θέλουν αυτοί. Δεν έχει νόημα να ψηφίζουμε.

-Δίκιο έχετε! πετάγεται ο νέος από πίσω.

-Τι νόημα έχει να ψηφίζουμε; Εγώ έχω να ψηφίσω από το ενενήντα τρία.

-Καλά τα λέτε.

Ευτυχώς η διαδρομή είναι σκάρτα πέντε λεπτά. Την έχω βγάλει κουνώντας το κεφάλι και κάνοντας «μμμ». Κερνάω την κούρσα.

-Μα όχι κυρία Τατιάνα μου, δεν είναι σωστό!

-Μην το συζητάς. Εγώ θα έπαιρνα ταξί ούτως ή άλλως, ενώ εσύ όχι.

-Μα σας παρακαλώ, ελάτε τώρα.

-Όχι, σε παρακαλώ, χαρά μου. Κάναμε και τόσο ωραία συζήτηση. Χάρηκα πολύ, άντε καλό δρόμο!

Και όπου φύγει φύγει, καλοί μου φίλοι. Και τώρα διαβάζω εντατικά για τα ίχνη καυσίμων των αεροπλάνων, ώστε να είμαι έτοιμη να δώσω διάλεξη την επόμενη φορά. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα σου τύχει. Ζούμε ανάμεσά τους.

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ;


Πολλές φορές έτυχε να εμπλακώ σε συζητήσεις περί ύπαρξης θεού και πάντα ανακύπτει το ερώτημα «Πώς ξέρουμε ότι δεν υπάρχει θεός;»

Για να διαπιστώσουμε αν υπάρχει κάτι, θα πρέπει πρώτα να το ορίσουμε. Αν σας ρωτήσω αυτή τη στιγμή «Υπάρχουν βαλαστράφια;» το πρώτο που θα κάνετε θα είναι να με ρωτήσετε «Τι είναι τα βαλαστράφια;» και βάσει του ορισμού που θα σας δώσω, θα εξετάσετε το ενδεχόμενο ύπαρξής τους.

Προκειμένου για τον θεό, δεν υπάρχει ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός. Είναι μια έννοια με την οποία όλοι είμαστε εξοικειωμένοι αλλά καθένας έχει μια δική του προσωπική ιδέα για το τι σημαίνει. Συνεπεία τούτου, είναι πρακτικά αδύνατον να απαντήσουμε στο ερώτημα «Υπάρχει θεός;» μια που καθένας έχει στο μυαλό του κάτι άλλο όταν λέει «Θεός». Γι’ αυτό το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε σε μια συζήτηση περί ύπαρξης θεού είναι να συμφωνήσουμε σε έναν ορισμό αποδεκτό από όλους τους συζητητές και βάσει αυτού να προχωρήσουμε.

Τούτου λεχθέντος, μπορούμε να εξετάσουμε το ενδεχόμενο ύπαρξης θεού σε κάποιες βάσεις αν όχι καθολικά αποδεκτές, ωστόσο ευρύτατα καθιερωμένες: την άποψη των γνωστών θρησκευτικών δογμάτων για το τι είναι θεός. Τα θρησκευτικά δόγματα και οι θρησκευτικές παραδόσεις είναι η βασική, στην ουσία η μόνη πηγή πληροφόρησης που έχουμε περί της ύπαρξης θεοτήτων. Ως εκ τούτου είναι σκόπιμο να ασχοληθούμε με τους ορισμούς που δίνουν αυτά, καθώς όλοι οι γνωστοί μέχρι σήμερα θεοί περιγράφονται από τα θρησκευτικά δόγματα.

Στη βάση αυτή θέλω να ασχοληθώ πρώτα με το ενδεχόμενο ύπαρξης του χριστιανικού θεού, μια που ο χριστιανισμός είναι η πλέον διαδεδομένη θρησκεία στη χώρα που ζω και μία από τις πλέον διαδεδομένες του κόσμου.
 

Ο χριστιανικός θεός


Συχνά ακούμε ότι πρέπει να προσεγγίσουμε τον θεό «με την καρδιά» ή «με την πίστη». Προκειμένου όμως για μια αντικειμενική διαπίστωση ύπαρξης μιας οντότητας, είναι αναγκαίο να την προσεγγίσουμε με την λογική. Η λογική είναι το μόνο λειτουργικό εργαλείο κατανόησης του κόσμου, όπως έχουμε διαπιστώσει εμπειρικά. Η καρδιά, δηλαδή το συναίσθημα, είναι χρήσιμο για να σχετιζόμαστε με γνωστά υπαρκτά όντα, όχι για να αποκτάμε γνώση περί της ύπαρξής τους. Η πίστη είναι χρήσιμη για να αποκτάμε αυτοπεποίθηση και εμπιστοσύνη σε υπαρκτά όντα, όχι για να διαπιστώνουμε αν υπάρχουν.

Ο χριστιανικός θεός λογικά είναι αδύνατον να υπάρχει.

Aρκεί να σκεφτούμε ότι σε έναν κόσμο με φυσικές καταστροφές, ασθένειες, συγγενείς νόσους και εγγενή ανισότητα, αδικία και οδύνη, όπως είναι αυτός που ζούμε, είναι αδύνατον να υπάρχει πανάγαθος και παντοδύναμος δημιουργός που τον κυβερνά.

Τονίζω ότι όλα τα παραπάνω είναι εγγενή χαρακτηριστικά του κόσμου εκ της κατασκευής του και ΔΕΝ εξαρτώνται από την ανθρώπινη βούληση, άρα ΔΕΝ μπορούν να αποδοθούν σε συνέπειες ανθρώπινων πράξεων, κατά καμία έννοια.


Η ανισότητα και αδικία που αναφέρω δεν είναι η ανθρώπινη αδικία, αλλά η εγγενής ανισότητα και αδικία του κόσμου: δεν γεννιόμαστε όλοι με τις ίδιες ικανότητες, δεν έχουν όλα τα πλάσματα ίσες πιθανότητες επιβίωσης, οι ζωικοί οργανισμοί για την επιβίωσή τους είναι αναγκαίο να σκοτώσουν άλλους οργανισμούς. Η οδύνη είναι μέρος της φύσης του κόσμου που ζούμε, του κόσμου που υποτίθεται ότι έπλασε ο θεός.

Τίθεται συχνά το αντεπιχείρημα ότι ο κόσμος που ζούμε είναι γεμάτος εγγενές κακό και αδικία λόγω του προπατορικού αμαρτήματος.

Σε αυτό αντιτάσσω το εξής:

1. Το εγγενές κακό του κόσμου (μολυσματικές και παρασιτικές ασθένειες, εκ γενετής παραμορφώσεις, φυσικές καταστροφές κ.τ.ό.) δεν πλήττει μόνον ανθρώπους αλλά και ζώα. Γιατί να βιώνουν τα ζώα οδύνη ως συνέπεια του ανθρώπινου προπατορικού αμαρτήματος; Αυτά δεν διέπραξαν κανένα αμάρτημα.

2. Το προπατορικό αμάρτημα το διέπραξαν οι πρωτόπλαστοι, όχι οι απόγονοί τους. Γιατί τιμωρείται όλη η ανθρωπότητα για κάτι που διέπραξαν δύο άνθρωποι μόνο; Η ανθρώπινη δικαιοσύνη δεν τιμωρεί τους απογόνους για τις πράξεις των προγόνων τους. Πώς μπορεί η θεία δικαιοσύνη υπολείπεται της ανθρώπινης; Και πώς τολμάμε να ονομάζουμε αυτό δικαιοσύνη; Πώς το θεωρούμε δίκαιο όταν το κάνει ο Θεός, αφού δεν θα το θεωρούσαμε δίκαιο αν το έκαναν άνθρωποι;

Όσο για το επιχείρημα της ελεύθερης βούλησης που υποτίθεται ότι δικαιολογεί τη δυστυχία την οφειλόμενη σε ανθρώπινες πράξεις, έχω να πω το εξής:
1. Ο Θεός υποτίθεται ότι είναι πατέρας όλων, πανάγαθος και γεμάτος αγάπη. Αν ένας πατέρας δει το ένα του παιδί να χτυπά και να βασανίζει το άλλο, θα το εμποδίσει. Αν δεν το εμποδίσει, θα τον θεωρήσουμε κακό πατέρα, και η δικαιολογία της ελεύθερης βούλησης του παιδιού δεν θα γίνει δεκτή. Μπορεί ακόμη και να του αφαιρεθεί η επιμέλεια. Πώς δεχόμαστε ως σωστή και γεμάτη αγάπη την πράξη αυτή όταν την κάνει ο Θεός, ενώ δεν θα την δεχόμασταν αν την έκανε άνθρωπος; Ο Θεός είναι λιγότερο καλός πατέρας από τους ανθρώπους;

2. Ο Θεός υποτίθεται ότι είναι δίκαιος. Σύμφωνα με την ανθρώπινη αντίληψη για τη δικαιοσύνη, η διάπραξη του κακού πρέπει να προλαμβάνεται και να εμποδίζεται. Αυτή η πρόληψη δεν περιορίζει την ελεύθερη βούληση αυτού που διαπράττει το κακό, περιορίζει μόνο την υλοποίηση αυτής της βούλησης, και μάλιστα ο περιορισμός αυτός δεν θεωρείται ανεπιθύμητος, αντιθέτως θεωρείται επιθυμητός. Αυτό θεωρείται δίκαιο από τους ανθρώπους. Πώς μπορεί να θεωρηθεί λοιπόν δίκαιο και αυτό που κάνει ο Θεός, ενώ είναι το ακριβώς αντίθετο;

3. Εμποδίζοντας κάποιον να διαπράξει κάτι, δεν περιορίζουμε την βούλησή του αλλά τις ενέργειές του και μόνον. Αυτός που έχει τη βούληση να διαπράξει το κακό θα εξακολουθήσει να την έχει ακόμη κι αν τον εμποδίσουμε. Δεν θα περιοριστεί η ελευθερία βούλησής του. Το μόνο που θα περιοριστεί θα είναι οι συνέπειες των πράξεων στις οποίες τον οδηγεί η βούλησή του. Επομένως ο Θεός θα μπορούσε να εμποδίσει τη διάπραξη κακού από τους ανθρώπους, προστατεύοντας τα θύματα, χωρίς να περιορίσει την ελεύθερη βούληση των θυτών. Γιατί λοιπόν δεν το κάνει;

Σε όλα τα παραπάνω διακρίνεται ένα μοτίβο: άλλα ηθικά κριτήρια για τις πράξεις των ανθρώπων και άλλα για τις πράξεις του Θεού. Αυτό κατ' εμέ αποτελεί ασυνέπεια. Η ηθική θα πρέπει να είναι μία, συγκεκριμένη, και ίδια για όλους, προκειμένου να μπορούμε να αξιολογήσουμε ηθικά όλες τις καταστάσεις. Πολύ περισσότερο αν απορρέει από τον Θεό, που θα πρέπει να έχει μία σαφή και σταθερή ηθική. Η εφαρμογή διαφορετικών ηθικών κριτηρίων ανάλογα με το ποιος διαπράττει κάτι, στερεί κάθε νόημα από τα ηθικά αυτά κριτήρια.

Σε αυτά που ανέφερα, οι απολογητές συνήθως απαντούν:

1. ότι ακόμη και όσοι υπέφεραν και βασανίστηκαν σε αυτή τη ζωή θα ανταμειφθούν στην αιωνιότητα, και

2. ότι οι βουλές του Θεού είναι άγνωστες σε εμάς, ανεξιχνίαστες, ότι ο Θεός έχει ένα σχέδιο στο οποίο όλα καταλήγουν στο καλό μας.

Σε αυτά έχω να αντιτάξω το εξής:

1. Καμία ανταμοιβή, οσοδήποτε θαυμάσια και για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, ακόμη και αιώνια, δεν δικαιολογεί την άδικη οδύνη η οποία μπορεί να αποφευχθεί. Και αν δεν μπορεί να αποφευχθεί, τότε ο ισχυρισμός ότι ο Θεός είναι δίκαιος, πανάγαθος και παντοδύναμος καταρρέει.

2. Εάν παραδεχτούμε οι βουλές του Θεού μας είναι άγνωστες και είναι ανεξιχνίαστες, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα τις προθέσεις του. Επομένως δεν μπορούμε να δηλώνουμε με βεβαιότητα ότι είναι δίκαιος, αγαθός ή οτιδήποτε άλλο. Μπορεί να είναι, αλλά μπορεί και όχι, συνεπώς και πάλι ο ισχυρισμός ότι ο Θεός είναι δίκαιος, πανάγαθος και παντοδύναμος καταρρέει.

Άρα ο χριστιανικός θεός δεν υπάρχει.

Ο μουσουλμανικός θεός

Ας εξετάσουμε τώρα το ενδεχόμενο ύπαρξης του μουσουλμανικού θεού.

Εδώ τα πράγματα είναι ακόμη πιο εύκολα. Ο μουσουλμανικός θεός στο Κοράνιο χαρακτηρίζεται ως φιλεύσπλαχνος και παντελεήμων. Όλα τα κεφάλαια ξεκινούν με την εισαγωγή «Εις το όνομα του Αλλάχ, του Παντελεήμονα, του Πολυεύσπλαχνου». Στη συνέχεια όμως σε ορισμένες σούρες διαβάζουμε ότι ο Αλλάχ δίνει εντολή να σκοτώνονται λόγου χάρη οι αποστάτες ή οι άπιστοι που δεν θα δεχθούν να προσκυνήσουν τον Αλλάχ. Αν ένας άνθρωπος σκοτώσει έναν άλλον άνθρωπο λόγω των πεποιθήσεών του, θα τον θεωρήσουμε εγκληματία και θα τον καταδικάσουμε. Σε καμιά περίπτωση δεν θα τον θεωρήσουμε ελεήμονα και ευσπλαχνικό - υποψιάζομαι πως ακόμη και οι πλέον πωρωμένοι ισλαμιστές δεν θα θεωρούσαν μια τέτοια πράξη ευσπλαχνική. Ίσως να την θεωρούσαν δίκαιη, αλλά όχι ευσπλαχνική. Πώς θεωρούμε παντελεήμονα και πολυεύσπλαχνο έναν θεό που μας παροτρύνει σε άσπλαχνες πράξεις;

Και πάλι βλέπουμε εδώ το μοτίβο που είδαμε και στην άλλη μεγάλη μονοθεϊστική αβραμική θρησκεία: διπλά κριτήρια ηθικής, άλλα για τον άνθρωπο, άλλα για τον θεό. Ο θεός που περιγράφεται έχει ιδιότητες που αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Επομένως τέτοιος θεός αποκλείεται να υπάρχει.

Ο εβραϊκός θεός

Όσο για τον εβραϊκό θεό, πρόδρομο του χριστιανικού και του μουσουλμανικού, μπορούμε να διαπιστώσουμε με παρόμοιο τρόπο ότι ούτε αυτός υπάρχει.

Πρόκειται για έναν θεό που διακηρύσσει ότι ένας συγκεκριμένος λαός είναι εκλεκτός σε σύγκριση με άλλους, ενώ στην πραγματικότητα βλέπουμε ότι ο λαός αυτός υπέφερε τα πάνδεινα σε συλλογικό επίπεδο και σε ατομικό επίπεδο προφανώς πολλά μέλη του λαού αυτού υποφέρουν και θα υποφέρουν από διάφορα δεινά, παρά το γεγονός ότι είναι οι υποτιθέμενοι εκλεκτοί του θεού. Επιπλέον, δεδομένου ότι είναι αδύνατον να εξασφαλιστεί η γενετική απομόνωση ενός λαού, και συγκεκριμένα στην περίπτωση των Εβραίων προφανώς δεν υπάρχει φυλετική καθαρότητα εφόσον έστω κι ένας τους έχει κάνει παιδιά με μη Εβραίους, δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για έναν ενιαίο, αναγνωρίσιμο και οριοθετημένο λαό. Ο ιουδαϊσμός είναι περισσότερο παράδοση παρά φυλετική ενότητα. Επομένως ο περιούσιος λαός απλά δεν υφίσταται, παρά μόνο στην ανθρώπινη φαντασία.

Επιπλέον, στο ιερό βιβλίο των Εβραίων, που είναι και ιερό βιβλίο των χριστιανών καθώς έχει συμπεριληφθεί στην Αγία Γραφή, περιγράφεται ένας σκληρός, ανάλγητος, εγωιστής, ζηλόφθονος θεός, που δίνει εντολές για λιθοβολισμούς, που ευλογεί βιασμούς, που δέχεται την δουλεία και γενικά παραδίδει νόμους τόσο παράλογους, σκληρούς και άδικους με τα σημερινά δεδομένα ώστε αν τολμούσε σύγχρονος πολιτικός να τους προτείνει, δεν θα είχε πού να σταθεί από την γενική κατακραυγή. Αυτοί οι νόμοι προφανώς δεν εφαρμόζονται ούτε υπάρχει επιθυμία να εφαρμοστούν στον σύγχρονο κόσμο, ούτε καν στο κράτος του Ισραήλ, που δημιουργήθηκε ακριβώς για χάρη του περιούσιου αυτού λαού. Δεν έχουν σκλάβους, δεν λιθοβολούν μοιχαλίδες, δεν αναγκάζουν το θύμα του βιασμού να παντρευτεί τον βιαστή του - και καλά κάνουν βεβαίως, αλλά προφανώς δεν ζουν όπως επιτάσσει ο θεός που πιστεύουν. Πώς λοιπόν ισχυριζόμαστε ότι το βιβλίο αυτό είναι ιερό και περιέχει τον λόγο του θεού ενώ ταυτόχρονα απαξιώνουμε αυτόν τον λόγο στην πράξη;

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι ο θεός των τριών μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών, των λεγόμενων και αβραμικών, δεν υπάρχει.

Άλλες θεότητες

Δεν σκοπεύω να μπω στη διαδικασία να ασχοληθώ με τον αν υπάρχει ο Δίας, ο Κρίσνα, ο Θωρ και άλλες γνωστές θεότητες. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ανέβει στον Μύτικα και αν δει ανάκτορο εκεί να μου γράψει και όποιος εντοπίσει την Βαλχάλα να με ενημερώσει να κλείσω εισιτήριο. Είναι νομίζω φανερό με ποια διαδικασία μπορούμε να διαπιστώσουμε αν υπάρχει ή δεν υπάρχει καθεμιά από τις γνωστές θεότητες των θρησκευτικών παραδόσεων: εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά που τους αποδίδουν οι παραδόσεις αυτές σε σχέση με τα όσα γνωρίζουμε για την πραγματικότητα.

Και αν όμως υπάρχει κάποιος άλλος θεός;

Πολλοί θέλουν να πιστεύουν ότι, παρά το γεγονός ότι οι γνωστοί θεοί εμφανώς δεν υπάρχουν, ενδέχεται να υπάρχει παρ' όλ' αυτά κάποια άλλη οντότητα που να μπορεί να χαρακτηριστεί «θεός». Βεβαίως δεν έχουμε συμφωνία ως προς τα χαρακτηριστικά αυτής της οντότητας, καθένας την φαντάζεται όπως θέλει, επομένως δεν είναι εύκολο να εξετάσουμε αν υπάρχει ή όχι. Σε γενικές γραμμές πάντως για να την ονομάσουμε «θεό» θα πρέπει να έχει κάποια βασικά χαρακτηριστικά όπως αυτοσυνείδηση και βούληση, κατά πάσα πιθανότητα παντοδυναμία και παντογνωσία, να είναι δημιουργός του κόσμου και να ασκεί κάποιον έλεγχο πάνω στη λειτουργία του κόσμου.

Αντικειμενικά δεν υπάρχει τρόπος να αποδείξουμε ότι δεν υπάρχει μια τέτοια οντότητα. Μπορεί και να υπάρχει. Θα ήθελα όμως στο σημείο αυτό να σας ζητήσω να αναρωτηθείτε: γιατί να υποθέσουμε ότι υπάρχει τέτοια οντότητα; Η ύπαρξή της δεν εξηγεί τίποτε. Δεν μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τον κόσμο. Λέγοντας ότι τον κόσμο τον έφτιαξε και τον ελέγχει ένας θεός δεν παίρνουμε απάντηση σε κανένα ερώτημα. Γεννιούνται απλώς νέα ερωτήματα όπως, πώς δημιουργήθηκε ο ίδιος ο θεός; Ποια η φύση του; Ποια τα χαρακτηριστικά του;

Γιατί λοιπόν να υποθέσουμε ότι υπάρχει τέτοιος θεός; Σκεφτείτε το λιγάκι. Πώς σας ήρθε η ιδέα αυτή; Μήπως επειδή ήδη υπάρχουν πάρα πολλές θρησκευτικές παραδόσεις με τις οποίες γαλουχηθήκαμε και οι οποίες θεωρούν δεδομένη την ύπαρξη θεού; Μήπως επειδή μας στοιχίζει να αποχωριστούμε την παρήγορη και μεγαλειώδη ιδέα της ύπαρξης ενός επουράνιου πατέρα; Μήπως τελικά δεν έχουμε κανέναν λόγο να υποθέσουμε την ύπαρξη κανενός θεού;

Βεβαίως δεν μπορούμε και να την αποκλείσουμε. Μπορεί και να υπάρχει θεός. Αλλά πρώτον δεν το γνωρίζουμε και δεύτερον γνωρίζουμε ότι οι θεοί των γνωστών θρησκειών δεν υπάρχουν, όπως αποδείξαμε προηγουμένως. Με αυτά τα δεδομένα, είναι τουλάχιστον άστοχο να δομούμε τη ζωή μας γύρω από την πεποίθηση ότι όντως υπάρχει και είναι απαράδεκτο να επιτρέπουμε σε θρησκείες να καθορίζουν τις αρχές μας και να ελέγχουν την κοινωνία μας.

Ο άγνωστος θεός

Κλείνοντας θέλω να αφιερώσω δυο λόγια στην διαδεδομένη άποψη ότι ο θεός είναι το σύμπαν, η φύση, η αγάπη ή άλλες παρόμοιες έννοιες. Είπα προηγουμένως ότι για να ονομαστεί «θεός» μια οντότητα θα πρέπει να έχει τουλάχιστον ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά, μεταξύ αυτών αυτοσυνείδηση και βούληση. Διαφορετικά δεν ανταποκρίνεται καθόλου σε καμία από τις περί θεού αντιλήψεις.

Το σύμπαν, η φύση και η αγάπη δεν πληρούν αυτό το κριτήριο. Δεν έχουν αυτοσυνείδηση, δεν έχουν βούληση. Η γενεσιουργός αιτία του κόσμου, εάν δεν ήταν συνειδητή και δεν ήταν αποτέλεσμα βούλησης, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί δημιουργός, παρά μόνον απλό φυσικό αίτιο. Η δε αγάπη είναι απλώς ένα συναίσθημα, δεν είναι καν οντότητα. Όσο υπέροχη και μεγαλειώδης αν είναι η αγάπη, όπως και η ευσπλαχνία, η αλληλεγγύη, η αυτοθυσία, το δέος, είναι όλα τους απλώς συναισθήματα. Δεν είναι οντότητες με αυτοσυνείδηση και βούληση άρα δεν είναι θεοί.

Το σύμπαν, η φύση και η αγάπη έχουν ήδη όνομα: λέγονται σύμπαν, φύση και αγάπη. Δεν συντρέχει κανένας λόγος να τους δώσουμε το όνομα «θεός». Μόνο σύγχυση δημιουργούμε έτσι. Κατανοώ και εδώ την ανάγκη πολλών να διατηρήσουν έναν δεσμό με την έννοια του «θεού» που τους παραδόθηκε από αγαπημένα πρόσωπα και που τους προσφέρει παρηγοριά και γαλήνη, αλλά αυτή η ανάγκη δεν αποτελεί απόδειξη ύπαρξης του θεού.

Στην πορεία της ανθρωπότητας, η έννοια του θεού ερχόταν να καλύψει πάντα τα κενά της γνώσης. Όσο η γνώση μας διευρύνεται, τόσο τα κενά αυτά μικραίνουν και τόσο η έννοια του θεού συρρικνώνεται. Είναι δικαίωμα καθενός να πιστεύει ότι υπάρχει κάποιος θεός με χαρακτηριστικά τέτοια που δεν μας επιτρέπουν να τον εντοπίσουμε ή να διαπιστώσουμε την ύπαρξή τους. Δεν είναι όμως δικαίωμα κανενός να μας επιβάλλει να σεβαστούμε αυτή την άποψη, να την διδάξουμε στα παιδιά μας και να επιτρέψουμε να επηρεάζει την ζωή μας.

Πού καταλήγουμε λοιπόν, τελικά υπάρχει θεός;

Για την απάντηση σε αυτό το ερώτημα, αν δεν έχετε ήδη καταλήξει σε συμπέρασμα, σας παραπέμπω στην αγαπημένη μου ιστοσελίδα The Official God FAQ.

Επίλογος

Ως υστερόγραφο, μια παρατήρηση για τους χριστιανούς.

Συχνά ακούμε να εκθειάζεται ο χριστιανισμός επειδή «δίνει ηθικές αρχές» και επειδή «είναι η θρησκεία της αγάπης». Δεν θα σταθώ εδώ στο γεγονός ότι πολύ λίγη αγάπη εκδήλωσαν οι εκπρόσωποι αυτής της θρησκείας στη μακραίωνη ιστορία της, ούτε στην αναξιότητα των ιερουργών της αλλά και των περισσότερων πιστών της, που υπολείπονται κατά πολύ από το ιδανικό που υποτίθεται ότι προβάλλουν. Δεν θα αναφέρω ότι η αγάπη είναι πανανθρώπινο συναίσθημα και αξία και δεν αποτελεί ούτε εφεύρημα ούτε μονοπώλιο του χριστιανισμού. Ούτε θα υπενθυμίσω ότι οι περίφημες ηθικές αξίες που παραδίδει ο χριστιανισμός απέχουν παρασάγγες από τις σύγχρονες αξίες που υιοθετούν και ακολουθούν στην πράξη οι περισσότεροι υποτιθέμενοι χριστιανοί.

Θα επισημάνω μόνο το εξής:

Λέγοντας ότι ο χριστιανισμός είναι καλός επειδή είναι θρησκεία της αγάπης, στην ουσία κρίνουμε τον χριστιανισμό. Όταν κρίνουμε κάτι, προφανώς έχουμε κάποιο ηθικό αξιολογικό κριτήριο που προέρχεται από μια πηγή ξένη προς αυτό το κάτι. Το ότι κρίνουμε τον χριστιανισμό σημαίνει ότι έχουμε ήδη ηθικές αρχές που τις αποκτήσαμε από κάπου αλλού και όχι από τον χριστιανισμό.

Λέγοντας ότι ο χριστιανισμός είναι καλός επειδή είναι θρησκεία της αγάπης, στην ουσία λέμε ότι η αγάπη είναι αξία υψηλότερη του χριστιανισμού, αφού τον κρίνουμε με βάση αυτήν. Και αποδεικνύουμε περίτρανα ότι ούτε καν οι χριστιανοί δεν αντλούν ηθικές αρχές από τον χριστιανισμό, αφού τον κρίνουν και τον αξιολογούν. Αν θεωρούσαν όντως τον χριστιανισμό βάση των αρχών τους, δεν θα τον έκριναν.

Ειρήσθω εν παρόδω, προσωπικά δεν θεωρώ αξία την αγάπη και θεωρώ άστοχη την θεοποίησή της και την επιβολή της με μορφή εντολής. Η αγάπη είναι ένα υπέροχο συναίσθημα, αλλά γεννιέται αυθόρμητα, δεν επιβάλλεται. Επιπλέον, είναι ανθρωπίνως αδύνατον να νιώσουμε αγάπη για όλους τους ανθρώπους του κόσμου. Αγάπη νιώθουμε μόνο για τα οικεία μας πρόσωπα διότι έτσι λειτουργούν οι άνθρωποι. Το περίφημο «αγαπάτε αλλήλους» και «αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν» έχει νόημα μόνο σε πολύ μικρές ομάδες ανθρώπων, όπου μπορείς όντως να αγαπήσεις όλους τους άλλους, διότι είναι λίγοι και βρίσκονται όντως κοντά μεταξύ τους. Δεν μπορεί να γενικευθεί ως οδηγός ζωής. Το μόνο που πετυχαίνουμε γενικεύοντάς την και προσπαθώντας να αγαπάμε τους πάντες είναι να αποτυγχάνουμε οικτρά και να νιώθουμε ότι υπολειπόμαστε του ιδανικού.

Αντί της αγάπης, προτείνω ως αξία την αλληλεγγύη.

Η αλληλεγγύη, αντίθετα με την αγάπη, δεν είναι συναίσθημα αλλά συμπεριφορά. Ως τέτοια μπορεί να επιβληθεί και να καλλιεργηθεί. Μπορούμε να θέσουμε ως στόχο να φερόμαστε αλληλέγγυα, χωρίς αναγκαστικά να πρέπει να αγαπήσουμε τους πάντες. Ας βάλουμε λοιπόν στόχο, αν θέλετε, να γίνουμε όλοι αλληλέγγυοι και να μείνουμε όσο το δυνατόν πιστότεροι στις αξίες και τις αρχές του ανθρωπισμού, που αν μη τι άλλο είναι ρεαλιστικές και εκπορεύονται από τις πραγματικές ανθρώπινες δυνατότητες και ανάγκες.

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2016

ΑΚΑΠΝΑ ΘΕΡΙΝΑ ΣΙΝΕΜΑ




Ανοιχτή επιστολή προς τους ιδιοκτήτες θερινών κινηματογράφων στην Ελλάδα
Ιούνιος 2016
Αγαπητοί φίλοι,
Είμαστε μια ομάδα ανθρώπων που προσπαθούμε να συνδυάσουμε την ανάγκη μας για ψυχαγωγία με την ανάγκη μας να αναπνέουμε καθαρό αέρα, ελεύθερο από καπνό τσιγάρου. Αγαπάμε πολύ τον κινηματογράφο και έχουμε ιδιαίτερη αδυναμία στα θερινά σινεμά, αυτόν τον ιδιαίτερο και όμορφο θεσμό, τόσο χαρακτηριστικό στη χώρα μας και ανάμνηση των παιδικών μας χρόνων.
Σας είμαστε ευγνώμονες για την προσφορά σας και σας συγχαίρουμε που εν μέσω κρίσης εξακολουθείτε να στηρίζετε αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας, τόσο καθιερωμένο στην πατρίδα μας ώστε να θεωρείται παράδοση. Επιθυμία μας είναι να συνεχίσουμε κι εμείς να σας στηρίζουμε με την σταθερή παρουσία μας και για να το πετύχουμε αυτό χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας.
Σε όλους τους υπαίθριους χώρους, όπως αυτός των θερινών σινεμά, θεωρείται δεδομένο ότι το κάπνισμα επιτρέπεται απρόσκοπτα. Ωστόσο και σε έναν υπαίθριο χώρο, όταν κάποιος βρίσκεται κοντά σε καπνιστές, είναι επόμενο να αναπνεύσει μεγάλο μέρος του καπνού. Ιδίως στο σινεμά, όπου δεν έχει κανείς την ευχέρεια να μετακινηθεί ανά πάσα στιγμή, είναι πολύ συχνό το φαινόμενο να βρίσκεται καθηλωμένος κοντά σε καπνιστές και αναγκασμένος να εισπνέει τον καπνό των τσιγάρων τους. Η επιλογή μιας άκαπνης θέσης είναι δύσκολη, καθώς δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει εκ των προτέρων αν οι διπλανοί του είναι καπνιστές ή όχι. Η εκ των υστέρων μετακίνηση δεν είναι εύκολη, ιδίως αν ο κινηματογράφος είναι σχετικά γεμάτος, και σε κάθε περίπτωση είναι άδικη για τον μη καπνιστή, που αναγκάζεται να επιλέξει μια θέση ίσως λιγότερο ευνοϊκή για να αποφύγει μια όχληση.
Σκεφτήκαμε μια πολύ απλή, πρακτική και εύκολα εφαρμόσιμη λύση:
την καθιέρωση χώρου καπνιστών και μη καπνιστών.
Κάθε ιδιοκτήτης αίθουσας μπορεί να προσδιορίσει και να οριοθετήσει τους αντίστοιχους χώρους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ανάλογα με τη διαρρύθμιση της συγκεκριμένης αίθουσας. Μια προφανής και εύκολη διάκριση θα ήταν δεξιά και αριστερά από τον κεντρικό διάδρομο, ο οποίος υπάρχει στις περισσότερες αίθουσες. Σίγουρα εσείς μπορείτε να σκεφτείτε άλλους πιθανούς τρόπους διάκρισης.
Ως λάτρεις των θερινών σινεμά, θέλουμε να συνεχίσουμε να σας στηρίζουμε με την παρουσία μας και να χαιρόμαστε την ξεχωριστή γοητεία αυτών των χώρων. Ελπίζουμε ότι θα μας στηρίξετε κι εσείς, εξασφαλίζοντας έναν χώρος απαλλαγμένο από τον καπνό, ώστε να μπορούμε όλοι, καπνιστές και μη, να απολαύσουμε εξίσου τη μαγεία του κινηματογράφου.

Βαμβάκου Νατάσα                Κυρίτση Άννα                        Πάπιστας Ναπολέων
Βλασσοπούλου Ευαγγελία   Μαρκουίζος Αντώνης          Πολυζώη Άρτεμις
Γιαννακόπουλος Θανάσης    Μαυρίδου Δήμητρα            Πόρος Αθανάσιος
Γεωργιάδης Παναγιώτης      Μουρατίδης Δημήτρης       Πουλόπουλος Νίκος
Γιαννακόπουλος Σταύρος     Μπερταχάς Θανάσης          Ραπακούλια Μαρίνα-Τατιάνα
Καμχή Ρεβέκκα                       Νάτσης Διαμαντης               Σαραντάκος Νίκος
Κασσωτάκη Εύη                     Νεοφωτίστου Ελίνα             Σπανουδάκης Νίκος
Κασσωτάκης Άρης                 Ντάνου Αναστασία
Καστανάς Παύλος                 Παπανικολάου Κωνσταντίνος



Μέλη της ομάδας «Ψυχαγωγία χωρίς καπνό»
(η ομάδα έχει πάνω από 5.000 μέλη στο facebook)

Η επιστολή έχει αναρτηθεί και στο avaaz.org για συλλογή υπογραφών.
 
Κλικ εδώ για να κατεβάσετε την επιστολή σε pdf