Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Είναι η πρώτη φορά που η τάξη της κόρης μου συμμετέχει σε γιορτή του σχολείου. Τετάρτη Δημοτικού, δεκάξι Νοεμβρίου δύο χιλιάδες δώδεκα. Οκτώ παρά δέκα είμαστε εκεί. Καλημέρα, τι κάνεις; Ήρθαμε να καμαρώσουμε τους πρωταγωνιστές, ε βέβαια, η δική μου είναι ενθουσιασμένη, ναι κι εμένα, θα τραβήξεις βίντεο;, μπορείς να μου κάνεις ένα αντίγραφο μετά;, λέω να κάψω δισκάκια για όλους, α ωραία.

Η αίθουσα ανοίγει, σειρές άδειες καρέκλες, πλησιάζω τη θυρωρό και τη δασκάλα: μήπως να κρατούσαμε τις δυο πρώτες σειρές για τα παιδιά της πέμπτης και της έκτης, που θα βγουν μετά;, βέβαια, κι εμείς το λέγαμε, να τους το πούμε. Να το πουν ποιοι σε ποιους;, αναρωτιέμαι, καθώς πλησιάζω - εγώ, όχι η θυρωρός, ούτε η δασκάλα - τους γονείς που μπαίνουν και τους λέω, ν' αφήσουμε τις μπροστινές για τα παιδιά;, πόσες ν' αφήσουμε;, δυο σειρές καλά είναι, εντάξει.

Κατευθύνομαι αριστερά, στην άλλη άκρη της αίθουσας, βρίσκω μια θέση τρίτη σειρά διάδρομο, για να τραβάω φωτογραφίες. Ο κόσμος μαζεύεται, η αίθουσα κοντεύει να γεμίσει. Στη δεύτερη σειρά αριστερα, στην άκρη, ένας άντρας έχει καθήσει μαζί με τα παιδιά. Πάλι καλά, μόνο ένας, σκέφτομαι, και μετά σκέφτομαι πόσο θλιβερή είναι αυτή η σκέψη. Να πάω να του πω κάτι;, όχι, δεν είναι δουλειά μου, ας πάνε οι διοργανωτές, έχω βαρεθεί να κάνω την κακιά.

Δυο αγόρια που κάθονται δεξιά στη δεύτερη αφήνουν τα παλτά τους στις καρέκλες, σηκώνονται και πάνε να δούνε κάποιους φίλους τους. Μια κυρία με ένα κοριτσάκι έρχονται και κάθονται στις θέσεις τους. Την ξέρω, είναι δασκάλα στο σχολείο, δεν ξέρω όμως το όνομα ούτε την τάξη της. Το ένα αγόρι επιστρέφει σε λίγο, η κυρία δασκάλα χαζεύει γύρω και χαμογελά. Μια άλλη κυρία που κάθεται πίσω, φίλη της μάνας του αγοριού, του λέει: πήγαινε κάτσε μπροστά, να έχει κι άλλα παιδιά εκεί. Μπροστά στη σκηνή, στο πάτωμα, πολλά παιδιά κάθονται σταυροπόδι γιατί δεν έχει άλλες θέσεις. Πίσω στον τοίχο αρκετοί στέκουν όρθιοι. Μια άλλη κυρία καταφτάνει, χαιρετά την προηγούμενη, της κάνουν λίγο χώρο και κάθεται κι εκείνη στη δεύτερη σειρά, μαζί με την κόρη της κυρίας δασκάλας, στις καρέκλες που κρέμονται ακόμη τα παλτά των δυο αγοριών.

Η παράσταση αρχίζει. Κόσμος συνεχίζει να μπαίνει, γονείς, παπούδες, κάποιοι περνούν μπροστά από όλα τα καθίσματα για να πάνε στην άλλη άκρη της αίθουσας, κοντοστέκονται, κοιτάζουν γύρω, ψάχνουν γνωστούς ή θέσεις να καθήσουν, άλλοι μετακινούνται αναζητώντας καλύτερο σημείο για φωτογραφίες ή βίντεο, άλλοι φωνάζουν το παιδί τους, άλλοι αδιαφορούν για το δικό τους που τριγυρνά στο διάδρομο.

Το πρώτο μέρος τελειώνει, η κόρη μου έρχεται σε μένα και κάθεται πάνω μου. Σύντομα αρχίζω να πιάνομαι, έχει βαρύνει, δεν είναι πια μωρό, κουράστηκα, της λέω, κάτσε εσύ εδώ, εγώ πάω πίσω. Σκυφτά τρέχω στο πίσω μέρος της αίθουσας και κάθομαι στην προτελευταία σειρά. Τα παιδιά της πέμπτης απαγγέλουν ποιήματα του Ελύτη, του Λειβαδίτη και άλλων, η χορωδία τραγουδά Λοΐζο, δυο κυρίες μπροστά μου κουβεντιάζουν αδιάλειπτα, μια παρέα στην τελευταία σειρά σχολιάζει και γελά μεγαλόφωνα, ένας πατέρας φωνάζει την κόρη του, ρυθμικά σουτ, σουτ, κρατούν το ίσο.

Ακούγεται ένας ξαφνικός κρότος, κάποια παιδιά έχουν βγει έξω και βροντάνε την τζαμόπορτα, τραβάνε το πόμολο και χτυπάνε, γελάνε. Κάποιοι κοιτούν ενοχλημένοι, άλλοι βαριούνται, άλλοι έχουν φύγει. Τα παιδιά τελειώνουν και αποχωρούν ένα ένα, διαβάζει καθένα από ένα όνομα νεκρού και την ηλικία του, Διομήδης Κομνηνός 17 ετών, Αικατερίνη Αργυροπούλου 76 ετών, Βασιλική Μπεκιάρη 17 ετών, Βασίλειος Φάμελος 26 ετών, Δημήτρης Θεοδωράς ετών 5μιση.

Πεντέμιση;, μα είναι δυνατόν;, πού βρέθηκε αυτό το παιδάκι μέσα στο χαμό;, το τελευταίο παιδί αποχωρεί από τη σκηνή, οι δυο κυρίες μπροστά μου σηκώνονται, μια γενικότερη κίνηση αποχώρησης, λες και με το ζόρι κρατιόνταν τόση ώρα, μια βαριά αντρική φωνή: δεν τελείωσε ακόμη!, η μια κυρία ξανακάθεται, η άλλη στέκει όρθια στο διάδρομο με το παιδί της κρατημένο από το χέρι, πράγματι τα παιδιά μαζεύονται μπροστά στη σκηνή και η δασκάλα της μουσικής κάθεται στο πιάνο. Τραγουδάνε κάτι σαν χιπ-χοπ, είναι το καλύτερο απ' όλα όσα ακούστηκαν ως τώρα, ποιο τραγούδι είναι;, να θυμηθώ να ρωτήσω μετά, αλλά φυσικά το ξεχνώ μέσα στη γενική χάβρα.

Η γιορτή ολοκληρώνεται με την πέμπτη και την έκτη να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο επί σκηνής, όχι άσκημα είν' αλήθεια, όλοι στέκουν όρθιοι ευλαβικά, πάλι καλά, σκέφτομαι, τουλάχιστον είναι ένας ύμνος στην ελευθερία.

Μα ποια ελευθερία; Την ελευθερία να διδάσκουμε στο παιδί μας ότι ως πρόσωπο κύρους μπορούμε να παίρνουμε με τσαμπουκά ό,τι θέλουμε, την ελευθερία να διδάσκουμε στα ξένα παιδιά ότι έχουν λιγότερα δικαιώματα από τους ενήλικες και ότι πρέπει να υποχωρούν μπροστά στις αρχές, την ελευθερία να τραγουδάμε κάτω ο φασισμός ενώ συμπεριφερόμαστε σαν φασίστες.

Φοβάμαι. Φοβάμαι τις δασκάλες που με δερμάτινα γάντια, γούνα και κοσμήματα κλέβουν με το χαμόγελο τις θέσεις των παιδιών. Φοβάμαι τις μανάδες που κουτσομπολεύουν και χασκογελάνε όταν τα ξένα παιδιά απαγγέλουν Αναγνωστάκη. Φοβάμαι τους παπούδες που βλέπουν μόνο το βίντεο κι όχι το εγγόνι τους. Φοβάμαι τους ανθρώπους που σιγοτραγουδούν Ελύτη μηχανικά με ψιλή φωνή. Φοβάμαι τους έλληνες που στέκουν κλαρίνο στον εθνικό ύμνο μόνο και μόνο γιατί τόσα χρόνια πρωινής προσευχής, ανάπαυσης και προσοχής, τους έμαθαν να κάνουν ησυχία, "σεβόμενοι τους συμμαθητές τους που προσεύχονται", παναπεί να μην ενοχλούν την εξουσία.

Δεν θα περάσει ο φασισμός, βέβαια, έχει ήδη περάσει, είναι γύρω μας, μέσα μας. Το λαμπρό ήθος που οικοδομήσαμε μέσα από την παιδεία μας χάρη στο ελληνορθόδοξο πνεύμα, δίνει καρπούς. Μάθαμε να υποκρινόμαστε στην εντέλεια, ευγενικοί εκεί που μας ζορίζουν, τομαρόφιλοι εκεί που μας παίρνει, σάματις ποια η διαφορά; Μικροδιαθφορά, μεγαλοδιαφθορά, μόνο στην κλίμακα διαφέρουν.

Οργίζομαι, το στομάχι μου κάνει σπασμούς αναγούλας, θλίβομαι και αηδιάζω, και ταυτόχρονα συγκινούμαι, μέχρι που βουρκώνω, μάλιστα, και πώς να το μαζέψω, ρεζίλι θα γίνω. Με συγκινούν τα τραγούδια και τα ποιήματα, άκουσον άκουσον, υπερευαίσθητη έχω γίνει, θα φταίει η κλιμακτήριος. Μα πώς να μη βουρκώσεις, διάολε, είκοσι, εικοσιδύο, δεκαεφτά χρονών παιδιά, πού ήταν οι μανάδες τους; Σε δέκα χρόνια και το δικό μου παιδί θα είναι εκεί, ποιος ξέρει τι θα βρει μπροστά του, η ανάσα μου κόβεται: ορκίζομαι στον εαυτό μου πώς αν βρεθεί μπροστά σε τανκς, θα μπω ασπίδα ανάμεσά τους, θα παλέψω με τάπερ γεμάτα κοτόσουπα και με βελόνες του πλεξίματος, τίποτα δεν θα 'ναι πιο δυνατό από την αγάπη μου.

Η εκδήλωσε τελείωσε, αποχωρούμε. Πόσο δύσκολο ήταν, αναρωτιέμαι, να μπουν χαρτάκια σε δυο τρεις σειρές καρέκλες, "για τα παιδιά", να ξέρουν τα παιδιά ότι αυτές θα είναι οι θέσεις τους, να αναλάβει η θυρωρός να κατευθύνει τον κόσμο ώστε να κάθεται σωστά, ώστε οι καθυστερημένοι να περνούν από το πλάι και πίσω κι όχι από μπροστά, ώστε όσοι έρχονται αργότερα να καθονται τελευταίοι και όχι πρώτοι, ώστε να μην βολτάρουν όλοι ανεξέλεγκτα στη διάρκεια της παράστασης, ώστε να μην σηκώνονται να φεύγουν ούτε να χασκογελάνε όταν πέρασε η σειρά του παιδιού τους; Πολύ πιο εύκολο σίγουρα από το να πλάσεις ήθος, στα παιδιά ίσως όχι τόσο, αλλά τους μεγάλους, τους γονείς και τους δασκάλους, ποιος θα τους μορφώσει; Πού 'σαι Παπαδόπουλε...

Πριν φύγουμε, κατά παράκληση μιας δασκάλας μερικοί από μας βοηθάμε να μαζευτούν οι καρέκλες. Στον τοίχο της σκηνής μένουν πολύχρωμα πλακάτ, κάτω η χούντα, κάτω ο φασισμός, ψωμί παιδεία ελευθερία. Σκέφτομαι ότι τουλάχιστον στην Ελλάδα έχουμε μια εθνική γιορτή για την εξέγερση κατά του φασισμού, πού αλλού γίνεται αυτό;, έστω κι έτσι.

Ίσως να μην πήγε εντελώς χαμένη η θυσία εκείνων των ανθρώπων, ίσως κάτι να αξίζει ακόμη η μνήμη τους. Ίσως.

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

ΦΙΛΟΙ

*Ονόματα και άλλα προσωπικά στοιχεία έχουν αλλαχτεί.*

Το πάρτυ είναι στο απόγειό του. Καθισμένη στον καναπέ, παρακολουθώ έναν κάθιδρο ανιματέρ να κουμαντάρει μια αγέλη εννιάχρονων με μαεστρία θηριοδαμαστή. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η κόρη μου, μαζί με όλους σχεδόν τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές της.

Ένα αγόρι έρχεται και κάθεται δίπλα μου.
- Είστε η μαμά τής Άρτεμης;
- Ναι.
- Να σας ρωτήσω κάτι; Γιατί η Άρτεμη δεν κάνει θρησκευτικά;
- Γιατί δεν είμαστε χριστιανοί.
- Και οι δύο;
- Ναι.
- Το είχα καταλάβει ότι το επίθετό της δεν είναι ελληνικό.
- Ο πατέρας της είναι Ιταλός, εκεί οι περισσότεροι είναι καθολικοί, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος, άλλωστε και οι καθολικοί χριστιανοί είναι. Απλώς τυχαίνει εμείς να μην είμαστε.
Στριφογυρίζει λίγο αμήχανα.
- Δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Αρκεί να είναι όλοι φίλοι.
Ακόμη κι αν ήθελα να συγκρατήσω το πλατύ χαμόγελο που απλώνεται στο πρόσωπό μου, δεν θα μπορούσα.
- Έτσι λέω κι εγώ, Αντώνη. Αρκεί να είναι όλοι φίλοι.
Σηκώθηκε κι έτρεξε να μπει ξανά στο παιχνίδι.

Με όλους τους φίλους του.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΚΙ ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ

Χτες το βράδυ ξεκίνησα να πάω να δω το Corpus Christi. Ο λόγος που θέλησα να πάω να παρακολουθήσω την συγκεκριμένη παράσταση ήταν η επιθυμία μου να στηρίξω το δικαίωμα των δημιουργών της στην ελεύθερη έκφραση. Δεν φανταζόμουν ωστόσο πως θα αντιμετώπιζα τόσες δυσκολίες και κινδύνους σε αυτό το απλό εγχείρημα.

Πήρα το μετρό, κατέβηκα στον Κεραμεικό και κατευθύνθηκα από Κωνσταντινουπόλεως προς Ιερά οδό, όπου βρίσκεται το θέατρο. Όμως ήδη από την προηγούμενη διασταύρωση είδα μεγάλο πλήθος συγκεντρωμένο και ΜΑΤ που εμπόδιζαν τη διέλευση. Έστριψα λοιπόν δεξιά και βγήκα Ιερά οδό από το προηγούμενο στενό. Μπροστά στο θέατρο υπήρχε συγκεντρωμένο άλλο πλήθος και άλλος κλοιός των ΜΑΤ που τους εμπόδιζε να πλησιάσουν. Πίσω από τον κλοιό υπήρχαν μερικοί πολίτες: ιερείς, μοναχοί, μια κυρία με μαντίλι στο κεφάλι και μερικοί άντρες με κοστούμια, τρεις εκ των οποίων, όπως έμαθα μετά, ήταν βουλευτές της Χρυσής Αυγής.
Ο αέρας μύριζε δακρυγόνο, τα μάτια έτσουζαν, ωστόσο γενικά επικρατούσε σχετική ηρεμία. Πλησίασα τους αστυνομικούς και είπα ότι θέλω να περάσω για να μπω στο θέατρο.
- Φύγετε κυρία μου. Φύγετε σας παρακαλώ.
- Δεν θα γίνει η παράσταση;
- Δεν ξέρουμε. Σας παρακαλώ κάντε πίσω.
Έκανα λίγο πίσω, αλλά δεν έφυγα. Προσπάθησα μάταια να εντοπίσω τους φίλους με τους οποίους είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε εκεί. Έφερα βόλτα τον κλοιό, προσπαθώντας να περάσω, εξηγώντας ότι θέλω να μπω στο θέατρο για να δω την παράσταση, μάταια όμως. Οι προσπάθειές μου αυτές, καθώς και η μπλούζα με το σήμα της Ένωσης Άθεων που φορούσα, τράβηξαν την προσοχή των διαδηλωτών που άρχισαν να σχολιάζουν:
- Τι θέλει αυτή; Να δει τη παράσταση;
- Λεσβία είναι και θέλει να δει τις αδερφάρες;
- Κοίτα τι γράφει η μπλούζα! Ένωση Άθεων!
- Άθεη είναι!
Το ενδιαφέρον τους στράφηκε πάνω μου και ξεκίνησαν πολλές κουβέντες, οι περισσότερες γεμάτες ένταση. Λογικά άλματα, ύβρεις και απειλές χαρακτήριζαν το μεγαλύτερο μέρος των διαλόγων. Προσπάθησα να κρατηθώ ήρεμη και σταθερή, να απαντώ λογικά και ψύχραιμα, να διατηρήσω την επαφή με τους συνομιλητές μου, και τα κατάφερα, δεν μπορώ να πω το ίδιο όμως για εκείνους. Θα προσπαθήσω να μεταφέρω εδώ μέρος των διαλόγων, ανάκατα γιατί δεν μπορώ πια να θυμηθώ με ακρίβεια ποιος είπε τι, με λίγες εξαιρέσεις.
- Άντε από δω χάμω, κουμούνι του κερατά!
- Τι ήρθες τις δεις τις αδερφάρες; Λεσβία είσαι;
- Δεν σε αφορά.
- Λεσβία είναι μωρέ, δεν την βλέπεις; Δεν έχεις άντρα μαζί σου, δεν έχεις παιδιά ούτε εγγόνια, λεσβία είσαι!
- Κοίτα τη μπλούζα, είναι άθεη! Ουστ από δω μωρή!
- Θέλω να δω το έργο.
- Τις αδερφάρες θες να δεις; Είναι αδερφάρες! Ανώμαλοι!
- Βρίζουν το χριστό μας, την παναγία μας!
- Πού το ξέρετε; Το είδατε το έργο;
- Όχι, αλλά μου το είπαν. Μου είπαν ότι βρίζει το χριστό μας. Πρέπει να απαγορευτεί!
- Αν δεν θέλετε, μην δείτε το έργο. Εγώ γιατί να μην το δω;
- Βλασφημούν το θεό μας! Εμείς έχουμε τον έναν αληθινό θεό!
- Θα ρίξει ο θεός κεραυνό να σε κάψει! Θα δεις τι θα σας κάνει ο θεός!
- Αφού λοιπόν θα το κάνει ο θεός, εσείς γιατί ασχολείστε; Πάτε σπίτια σας να ξεκουραστείτε και εμπιστευτείτε τον θεό.
- Θα πας στην κόλαση!
- Δεν υπάρχει θεός, ούτε κόλαση.
- Δεν υπάρχει; Ε δεν μιλάω μαζί σου, δεν αξίζεις τον κόπο.
- Εγώ θέλω να μιλήσουμε. Πιστεύω ότι αξίζεις τον κόπο.
- Άντε καλέ, μην ασχολείσαι μαζί της, δεν αξίζει, ένα σκουπίδι είναι!
- Φύγε από δω, Αλβανή!
- Ελληνίδα είμαι.
- Ελληνίδα; Αμ' δεν κάνουν τέτοια οι ελληνίδες! Αλβανή είσαι!
- Είσαι σκουπίδι! Ο θεός να σε ελεήσει.
- Αυτή τώρα είναι η θρησκεία της αγάπης;
- Ο χριστός έδιωξε τους αργυραμοιβούς από το ναό του με το φραγγέλιο! Έτσι κι εμείς θα διώξουμε εσάς!
- Δεν είναι ναός εδώ, θέατρο είναι, εσείς είστε που εμποδίζετε εμάς, όχι το αντίθετο.
- Ο χριστός είπε "δεν ήρθα να φέρω αγάπη, αλλά διχόνοια", είπε "φέρτε τους εχθρούς μου και σφάξτε τους εμπρός μου"!
- Δηλαδή θα ήθελες να με σφάξεις;
- Άκου να δεις μωρή, εμείς είμαστε έλληνες χριστιανοί φασίστες! Το 90% στην Ελλάδα είναι χριστιανοί φασίστες, κατάλαβες; Φασιστικά έχω το δικαίωμα να σου πω να φύγεις!
- Φασιστικά έχεις τη δύναμη, όχι το δικαίωμα.
Κι άλλες φωνές, κι άλλες βρισιές, κι άλλος παραλογισμός. Τυφλή οργή και μίσος, λεκτικές επιθέσεις γεμάτες χολή. Είσαι αγάμητη, είσαι κακογαμημένη, είσαι γυναίκα και το θέλεις το ξύλο σου, πού 'σαι ρε Παπαδόπουλε... Πιο φανατισμένες φαίνονταν οι γυναίκες, το πιο πολύ μεσόκοπες, αλλά και μερικές ηλικιωμένες και νέες. Η κυρία με το μαντίλι στο κεφάλι που βρισκόταν κοντά στους βουλευτές ήταν απο τις πιο οργίλες. Όταν μου μιλούσε στεκόταν τόσο κοντά μου, που πετάγονταν τα σάλια της στο πρόσωπό μου. Της είπα πολλές φορές, πολύ ήρεμα:
- Σε παρακαλώ, κάνε ένα βηματάκι πίσω. Σε παρακαλώ, μίλα πιο σιγά, να σε ακούω καλύτερα.
Μάταιος κόπος. Τα ίδια και με τον κύριο που διατεινόταν ότι "το 90% είμαστε χριστιανοί φασίστες".
- Μίλα πιο σιγά, να χαρείς. Δεν μπορώ να σε ακούσω καλά έτσι.
- Έχω στεντόρεια φωνή!

Θα ήθελα να μπορούσα να τους πω: δεν είμαι λεσβία, αλλά κι αν ήμουν, τι θα πείραζε; Έχω άντρα και παιδί, αλλά κι αν δεν είχα, τι θα πείραζε; Δεν είμαι Αλβανή, αλλά κι αν ήμουν, τι θα πείραζε; Δεν είμαι κομμουνίστρια, αλλά κι αν ήμουν, τι θα πείραζε; Δεν πιστεύω στο θεό, αλλά τι πειράζει; Κάποιοι άνθρωποι έχουν για το θεό και το χριστό και την παναγία άλλη άποψη από εσάς, τι πειράζει; Ζητάτε σεβασμό στο δικαίωμά σας να πιστεύετε στο θεό όπως εσείς θέλετε, γιατί δεν σέβεστε το δικαίωμα των άλλων να πιστεύουν με άλλο τρόπο ή να μην πιστεύουν καθόλου;

Στο αναμεταξύ ο κλοιός είχε χαλαρώσει. Προσπάθησα ξανά να πλησιάσω στο θέατρο. Μέσα από την κλειστή καγκελόπορτα είδα έναν άνθρωπο να έρχεται προς το μέρος μας. Υπέθεσα ότι ήταν κάποιος από τους συντελεστές που ερχόταν να ανοίξει για να μπει το κοινό. Έκανα να του μιλήσω, αλλά ένας ψηλός, παχύς, σωματώδης άντρας - ήταν ο Ηλίας Παναγιώταρος, βουλευτής της Χρυσής Αυγής, όπως πληροφορήθηκα μετά - ήρθε προς το μέρος μου και μου είπε να φύγω.
- Δεν θέλω να φύγω, θέλω να δω την παράσταση.
- Βρε άντε φύγε από δω, παλιολεσβία, βρωμοκομμούνι, άντε μην φας καμία!
Ήταν αδύνατον να τον παρακάμψω, με απωθούσε με το σώμα του, προχωρόντας κατά πάνω μου, αναγκάζοντάς με να υποχωρήσω. Ένας άλλος άντρας που ήταν μαζί του με πλησίασε και με απώθησε κι εκείνος, σωματικά και λεκτικά. Ακούμπησε πάνω μου και με έσπρωξε με το σώμα του. Πολλοί παρευρισκόμενοι με παρότρυναν να απομακρυνθώ.
- Φύγε από δω, άντε τώρα, άντε τώρα μη φας ξύλο, δεν βλέπεις τι γίνεται;
- Δεν θέλω να φύγω. Δεν θέλω να υποχωρήσω μπροστά στη βία. Έχω δικαίωμα να βρίσκομαι εδώ, έχω δικαίωμα να δω το έργο.

Προσπαθούσα να μείνω σταθερή στη θέση μου, προσπαθούσα να συζητήσω, αλλά μάταια. Το θέατρο πάντα κλειστό και τα ΜΑΤ μπροστά. Οι φίλοι μου άφαντοι. Όσο κι αν ήθελα να μείνω ήρεμη, ένιωθα ταραγμένη, όλο και πιο μόνη και κουρασμένη. Κάποια στιγμή υποχώρησα στο περίπτερο που βρισκόταν λίγα μέτρα από την είσοδο. Χώθηκα στο πίσω μέρος, ανάμεσα σε στίβες με περιοδικά και γαριδάκια. Εκεί βρισκόταν και ένα ζευγάρι που είχε έρθει να δει την παράσταση και είχε καταφύγει όπως κι εγώ στην ασφάλεια του περιπτέρου. Μίλησα μαζί τους, μια ήρεμη, λογική και συγκροτημένη κουβέντα. Η παρουσία τους μου έκανε πολύ καλό, σύντομα ένιωσα καλύτερα, η ταχυπαλμία μου καταλάγιασε.

Πιάσαμε κουβέντα, σχολιάσαμε την μισαλλοδοξία και την τύφλωση των φανατικών. Αναρωτηθήκαμε γιατί βρίσκονταν εκεί τρεις βουλευτές της Χρυσής Αυγής - Παναγιώταρος, Λαγός, Παππάς - και κανένας βουλευτής άλλων κομμάτων; Γιατί έδιναν το παρόν μόνο φανατικοί θρησκόληπτοι και κανένας υπέρμαχος του πνεύματος και της ελεύθερης έκφρασης; Κάναμε κάποια τηλεφωνήματα σε ραδιοσταθμούς και δημοσιογράφους, παρακαλώντας να ενημερώσουν όσο περισσότερα ΜΜΕ και πολιτικούς μπορούσαν για την κατάσταση που επικρατούσε εκεί.

Μετά από λίγη ώρα βγήκαμε πάλι προς τα έξω. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβανόταν κάθε τόσο. Ο κλοιός σχηματίστηκε πάλι. Τα ΜΑΤ απωθούσαν τους πάντες, εκτός από τους βουλευτές που βρίσκονταν μέσα του. Κάποια στιγμή έγινε μια αναταραχή, οι δημοσιογράφοι πετάχτηκαν πάνω, οι κάμερες πλησίασαν: είχαν έρθει κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της ΔΗΜΑΡ. Σίγουρα ήταν οι Τατσόπουλος, Ρεπούση και Κατριβάνου, άκουσα και για τον Δρίτσα αλλά δεν είμαι σίγουρη, δεν τους γνωρίζω άλλωστε όλους εξ όψεως. Έγιναν δηλώσεις, έγιναν κουβέντες για να ανοίξει το θέατρο να μπουν μόνον οι βουλευτές, "για να μην τους περάσει" των διαδηλωτών. Τι να μην τους περάσει, σκέφτηκα, το θέμα είναι να μπει το κοινό, να γίνει η παράσταση, αν μπουν μόνον οι βουλευτές, σιγά το κατόρθωμα.

Η ώρα περνούσε, η κατάσταση σταθερή. Ακούστηκε ότι οι συντελεστές φοβούνταν - και δικαίως, κατά τη γνώμη μου - ότι αν άνοιγαν τις πόρτες στο κοινό, ενδεχομένως να έμπαιναν και θρησκόληπτοι διαδηλωτές με την πρόφαση ότι θέλουν να δουν το έργο, και να δημιουργούσαν προβλήματα μετά, με πρώτους κατά πάσα πιθανότητα τους ίδιους τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής. Έτσι οι πόρτες δεν άνοιγαν, οι διαδηλωτές δεν έφευγαν, ούτε κι εμείς άλλωστε. Ρωτούσαμε κάθε τόσο τους αστυνομικούς αν θα γινόταν η παράσταση, και η απάντηση ήταν σταθερά "δεν ξέρουμε ακόμη". Είδα κάποια στιγμή την Ιωάννα Κούρτοβικ μπροστά μου να λέει στους αστυνομικούς:
- Αυτοί οι άνθρωποι εδώ δεν προκαλούν διατάραξη της δημόσιας τάξης; Γιατί δεν τους απομακρύνετε; Γιατί δεν κάνετε κάτι;
Δεν άκουσα την απάντηση, αλλά την είδα έμπρακτα: τίποτε.

Ένιωθα μετέωρη. Στην αρχή δεν ένιωθα φόβο, αλλά με το πέρασμα της ώρας, υπήρξαν στιγμές που λιποψύχησα. Θυμήθηκα τον άντρα μου, που πάντα ανησυχεί: μην πέσω σε φανατικούς, μην πάθω τίποτα, μην φάω ξύλο. Σκέφτηκα το παιδί μου, που θα κοιμόταν ήσυχο στο σπίτι. Κι αν στ' αλήθεια με χτυπούσαν; Κι αν γίνονταν επειδόσια και μας μάζευαν όλους στις κλούβες; Κι αν δεν μπορούσα να ξαπλώσω απόψε αγκαλιά με τον άντρα μου, κι αν δεν μπορούσα να ξυπνήσω αύριο το παιδί μου για να πάει στο σχολείο; Μπήκα στον πειρασμό να φύγω - αλλά είπα, όχι. Δεν θα τους επιτρέψω να με διώξουν, δεν θα τους αφήσω να με τρομοκρατήσουν. Θα μείνω εδώ, και θα μιλήσω μαζί τους όσο αντέχω, και θα ξεκουραστώ και μετά θα μιλήσω ξανά, κι ας μην ακούνε, ας μοιάζουν να μην ακούνε, ας αρνούνται να ακούσουν. Γιατί όλο και κάποιος μπορεί να ακούσει έστω μια κουβέντα, γιατί όλο και κάποιος μπορεί να κρατήσει κάτι μέσα του, αν όχι από αυτούς, από όσους παρακολουθούν τη συζήτηση. Γιατί ακόμη κι αν κανείς δεν με ακούσει, εγώ θα νιώθω καλά με τον εαυτό μου μόνο αν μιλήσω, μόνο αν σταθώ και τους αντιμετωπίσω. Ήρεμα, ευγενικά και σταθερά.

Εν τω μεταξύ βρήκα μερικούς από τους φίλους μου. Κάποια στιγμή φάνηκε ένας γνωστός μου, ύστερα κι άλλος. Άρχισαν πάλι οι συζητήσεις, με δημοσιογράφους, με γνωστούς και αγνώστους, με υποψήφιους θεατές και με διαδηλωτές. Έπιασα κουβέντα με έναν κύριο που είχε έρθει να διαμαρτυρηθεί κατά της παράστασης.
- Το έργο αυτό προσβάλει τον χριστό.
- Τι να σας πω, δεν το ξέρω, δεν το έχω δει.
- Εγώ το έχω δει. Δεν κρίνω κάτι αν δεν το δω.
- Μα τότε γιατί μας στερείτε το δικαίωμα να δούμε κι εμείς και να κρίνουμε μόνοι μας;
- Εγώ σας το στερώ;
- Βέβαια, αφού δεν μας αφήνετε να το δούμε!
- Πώς δεν σας αφήνω; Πάτε να το δείτε.
- Μα δεν ζητάτε να απαγορευτεί;
- Ναι, ζητάω να απαγορευτεί.
- Γιατί το ζητάτε;
- Γιατί προσβάλει το χριστό και την παναγία!
- Δεν μου το περιγράφετε, να ξέρω κι εγώ τι ακριβώς δείχνει;
- Δείχνει τον χριστό πάνω στον σταυρό και τους δώδεκα αποστόλους να χορεύουν, δείχνει τον Ιούδα με τον χριστό, ότι είχε σχέση ο Ιούδας με τον χριστό, μιλάει για σχέσεις ανάμεσα σε άντρες, δείχνει την παναγία ότι είναι έγκυος και πάει να γεννήσει, ένας άντρας παίζει την παναγία, της λένε πού είναι ο άντρας σου και λέει πήγε να παρκάρει...
- Δείχνει μια άλλη άποψη για τον χριστό και την παναγία, όχι την δική σας.
- Είναι βλάσφημο το έργο! Βλασφημεί την πίστη μου!
- Και γιατί να μην το κάνει;
Εκεί ο κύριος μπλόκαρε. Ως εκείνη την ώρα, ήταν ήρεμος και συζητήσιμος. Εκεί τσίτωσε.
- Τι λες εκεί; Γιατί να μην βλασφημεί; Πώς γιατί;
- Η βλασφημία είναι αμφισβήτηση του δόγματος. Εσύ αν δεν θέλεις μην το αμφισβητείς. Ένας άλλος  γιατί να μην το αμφισβητήσει; Εσύ πιστεύεις, εγώ που δεν πιστεύω, γιατί να μην το αμφισβητήσω;
- Δηλαδή δεν πιστεύεις στο θεό;
- Όχι.
- Ε τότε δεν μιλάμε! Δεν πιστεύουμε τα ίδια!
Γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε με μεγάλες δρασκελιές.
- Δεν πιστεύουμε τα ίδια, αλλά μπορούμε να μιλήσουμε!
- Δεν μπορούμε!
- Πρέπει να μπορούμε! Είμαστε συνάνθρωποι, συμπολίτες, ζούμε στην ίδια χώρα, στον ίδιο πλανήτη. Πρέπει να μπορούμε να συνεννοηθούμε!
Κι όμως, δεν μπορέσαμε.

Κι άλλοι άνθρωποι, κι άλλες κουβέντες.
- Γιατί βρίζετε το χριστό μας; Θέλετε να βρίσουμε εμείς τη μάνα σας;
- Δεν βρίζω κανέναν, θέλω μόνο να δω το έργο.
- Το έργο βρίζει τον χριστό μας. Θέλεις να δείξω εγώ ένα έργο που να βρίζει τη μάνα σου;
- Η μάνα μου, όπως και η δική σου, είναι υπαρκτά πρόσωπα. Ο χριστός και η παναγία είναι ιδέες, υπάρχουν μόνο μέσα στο κεφάλι σου.
- Τι λες εκεί! Ο χριστός είναι αδελφός μου!
- Άλλο ο αδελφός σου, άλλο ο χριστός. Ο ένας είναι άνθρωπος, ο άλλος είναι πεποίθηση. Άλλο να βρίζω εσένα ή τους δικούς σου ανθρώπους, άλλο τις πεποιθήσεις σου.
- Για πες μου, θες να έρθω εγώ να βρίσω τις πεποιθήσεις σου;
- Βρίσε τες, ελεύθερα! Κορόιδεψέ τες, κάνε ό,τι θέλεις!
- Μπα; Για πήγαινε να βρίσεις τον Μωάμεθ μπροστά στους μουσουλμάνους, να δεις τι θα σου κάνουν!
- Και αυτό σημαίνει ότι δικαιολογείσαι να μου το κάνεις κι εσύ;
Τζίφος, αδιέξοδο.

Τουλάχιστον όμως μιλούσαν, ορισμένοι. Και μερικοί άκουγαν κιόλας. Όπως εκείνος που παρακολουθούσε τον διάλογό μου με τις χριστιανές μαινάδες που με έβριζαν χυδαία, και όταν γύρισα και τον ρώτησα:
- Εσύ πιστεύεις στον θεό.
- Ναι.
- Κοίταξε αυτούς τους ανθρώπους. Πιστεύεις ότι αυτή τη στιγμή διαπνέονται από το πνεύμα του θεού;
Δεν μίλησε. Έσκυψε το κεφάλι και απομακρύνθηκε.

Το ίδιο ερώτημα απηύθυνα και στους ιερείς που βρίσκονταν εκεί, με το σταυρό στο χέρι, αυτοί τουλάχιστον χωρίς να βρίζουν και να απειλούν, αλλά και χωρίς να προσπαθούν να συγκρατήσουν το ποίμνιό τους.
- Είστε ιερέας. Πείτε μου σας παρακαλώ, εγκρίνεται αυτό που συμβαίνει εδώ; Εγκρίνετε αυτή τη συμπεριφορά; Τι κάνετε για να την αποτρέψετε;
Σιγή ιχθύος, αδιαφορία πλήρης.

Πιο αποκαρδιωτικό απ' όλα, όμως, και από τις βρισιές και από τις απειλές και τα σπρωξίματα, ήταν η προτροπή που άκουγα διαρκώς από αστυνομικούς, από δημοσιογράφους, από ανθρώπους που είχαν έρθει να δουν την παράσταση, από τους λίγους διαδηλωτές που προσπαθούσαν να χαμηλώσουν τους τόνους, ακόμη και από έναν περαστικό:
- Άσ' το τώρα, άσ' το καλύτερα.
- Φύγε, κάνε πίσω, άσ' τους.
- Άσ' το σου λένε, δεν βλέπεις τι γίνεται;
- Άσ' τους παιδί μου, δεν παίρνουν από λόγια.
- Φύγε, άσ' το, φύγε, άσ' το.
Με έπιαναν από το χέρι και μαλακά προσπαθούσαν να με απομακρύνουν, μου χαμογελούσαν φιλικά, προστατευτικά.

Όχι, δεν φεύγω, όχι, δεν το αφήνω. Έχω δικαίωμα να είμαι εδώ. Έχω δικαίωμα να έχω μια διαφορετική άποψη. Έχω δικαίωμα να παρακολουθήσω ένα θεατρικό έργο της επιλογής μου. Έχω δικαίωμα να τα κάνω όλα αυτά, ακόμη κι αν ορισμένοι νιώθουν προσβεβλημένοι, ακόμη κι αν ενοχλούνται, ακόμη κι αν προσπαθούν να με απωθήσουν με τη βία, αφού έχουν εξαντλήσει τα νόμιμα μέσα χωρίς να το πετύχουν, αφού οι κατηγορίες κατά των συντελεστών κρίθηκαν αβάσιμες και τα ασφαλιστικά μέτρα παράνομα. Και θα ασκήσω αυτό μου το δικαίωμα, χωρίς να επιτρέψω στην βία και τον τραμπουκισμό να με πτοήσει.

Γιατί αν το αφήσω, αν κάνω πίσω, στον χώρο που θα αφήσω εκείνοι θα προχωρήσουν λίγο περισσότερο. Γιατί αν υποχωρήσω, εκείνοι θα νιώσουν λίγο πιο δυνατοί και πιο δικαιωμένοι. Γιατί αν φύγω, εκείνοι θα μείνουν και θα απλωθούν όσο που να μην μένει για μένα καθόλου χώρος πια. Γιατί αν δεν μείνω σταθερή στη θέση μου τώρα, κάποια στιγμή δεν θα μπορώ να βγω ούτε από την πόρτα του σπιτιού μου. Και αργά ή γρήγορα θα φτάσουν και μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Γι' αυτό θα μείνω. Θα είμαι ο εαυτός μου, με τις απόψεις μου, στον τόπο μου. Δεν πρόκειται να φύγω.

Είμαι εγώ, και είμαι εδώ.

Κι εδώ θα μείνω.

I AM HERE TO STAY



Last night, I went to go see Corpus Christi. The reason I wanted to go and see this particular play was my desire to support the right of artists to freedom of expression. I never imagined I would face so many difficulties and dangers in this simple task.

I took the subway, got off at Kerameikos Station, and walked from Konstantinoupoleos Street towards Iera Odos, where the theater is located.  From the previous intersection, I could see that a large crowd had gathered and the special forces of the police had blocked off the street. I turned right and made my way to Iera Odos from the previous street.  In front of the theater, another crowd had gathered, and another group of policemen was preventing them for approaching.  Behind the police, there were a few people, priests, monks, a lady with a scarf on her head and some men in suits, three of which, as I learned later, were parliament members of the Golden Dawn party.

The air smelled of tear gas and my eyes stung, but generally there was relative calm. I approached the officers and said that I wanted to enter the theater.

“Go away, ma'm. Please, go away”
“Has the play been cancelled?”
“We don’t know. Please step back.”

I did step back, but I didn’t leave. I tried, in vain, to locate my friends with whom we had arranged to meet. I walked around the ring of police officers, trying to get through, all the while explaining that I wanted to enter the theater to see the show, but without success.  My efforts, and the Atheist Union t-shirt I was wearing, attracted the attention of protesters who started to comment:

“What does she want? To see the play?”
“She's a lesbian and wants to see the fags?”
“Look at her t-shirt! Atheist Union!”
“She's an atheist!”

Their interest turned onto me and they started talking, their words mostly full of tension: logical fallacies, insults and threats.  I tried to stay calm and steady, to respond rationally and coolly, and to engage the others, and while I succeeded, I can not say the same thing for them. I will try to convey some of the comments here, somewhat out of order, because I can no longer remember exactly who said what, with a few exceptions.

“Go away, you fucking commie!”
“Why did you come? To see the fags? What are you, a lesbian?”
“It’s none of your business.”
“She's a lesbian, don't you see? You have no man with you, no children, no grandchildren, you're a lesbian!”
“Look at the t-shirt, she's an atheist! Get the hell outta here!”
“I want to see the play.”
“You want to see the faggots? They're faggots! Perverts!”
“They swear against our Christ, our Virgin Mary!”
“How do you know? Have you seen it?”
“No, but so they told me. They told me it swears against our Christ. It must be banned!”
“If you don't want to see the play, don't. Why shouldn't I?”
“They blaspheme against our God! We have the one true God!”
“He'll strike you down with lightning and burn you! You’ll see what God will do to you!”
“Since God will do it, why are you worrying about it? Go home, rest, and trust in God.”
“You’ll go to Hell!”
“There is no God, nor is there a Hell.”
“There isn't? Then I won't talk to you, you're not worth it.”
“I want to talk to you. I believe you are worth it.”
“Hey, don’t waste your time on her, she’s not worth it.  She’s trash.”
“Get out of here, Albanian!”
“I'm Greek.”
“Greek? True Greeks don't do such things! You're Albanian!”
“You're trash! May God have mercy on you.”
“Is this the religion of love?”
“Christ threw out the merchants from his house with a whip!  That’s how we’re going to throw you out!”
“This isn’t a church, this is a theater. You are stopping us, not the other way around.”
“Christ said, “I did not come to bring love, but a sword”. He said, “Bring me my enemies, and slay them before me!””
“In other words, you want to slay me?”
“Listen here, bitch, we are Greek Christian fascists! 90% of Greeks are Christian fascists, understand?  As a fascist, i have the right to tell you to get out of here.”
“As a fascist, you have the strength, but not the right.”

More  shouting, more insults, more irrationality. Blind rage and hate, hate speech full of bile.
You need to get laid, you're not properly laid, you’re a woman and you need a spanking, would that Papadopoulos were back... The women seemed to be more fanatic.  Most were middle aged, but there were both older and younger women there.  The woman with the scarf on her head, near the MPs, was one of the most angry ones. When she spoke to me, she stood so close to me that I could feel her saliva on my face. I told her many times, very calmly:

“Please step back a little. Please, speak more slowly, so that I can hear you better.”

It was no use, nor could I reason with the gentleman who claimed that we are "90% Christian fascists."

“Speak more slowly, please. I can’t hear well like this.”
“I have a strong voice!”

I wish I could tell them: I am not a lesbian, but even if I were, what would it matter? I have a husband and a child, but even if I didn’t, what would it matter? I'm not Albanian, but even if I was, what would it matter? I’m not a communist, but even if I was, what would it matter? I don’t believe in God, but what does it matter? Some people have a different opinion about God and Christ and the Virgin Mary -- what does it matter? You demand respect for your right to believe in God as you like, why don’t you respect others’ rights to believe in a different way, or not to believe at all?

In the meantime, the ring of police had loosened.  I tried to approach the theater again.  Through the gate, I saw a man coming toward us. I assumed it was someone involved with the play that had come to open up to let the audience in. I started to speak to him, but a tall, fat, bulky man -- someone told me later that he was Ilias Panayotaros, a Golden Dawn MP -- came toward me and told me to leave.

‘I don't want to leave, I want to see the play.”
“Get outta here, you fuckin' lesbian, you fuckin' commie, or I'll smack you!”

It was impossible to go around him.  He pushed me with his body, stepping towards me, forcing me to retreat.  Another man who was with him and approached me and he pushed me as well, both physically and verbally.  He leaned over me and pushed me with his body. People around me encouraged me to leave.

“Get out of here, now, or you'll get beat up, don't you see what's going on here?”
“I don't want to leave. I won't submit to violence. I have a right to be here. I have a right to see the play.”

I tried to stand my ground. I tried to talk with the others, but to no end.  The theater stayed closed with the police in front. My friends were nowhere to be seen. I wanted to stay calm, but I felt upset, more and  more lonely and tired. After a little while, I went to stand by a kiosk, a few meters from the entrance. I walked towards the back, in between the magazines and the potato chips. Another couple was there who had come to see the show and had fled, like me, for the safety of the kiosk.  I had a calm, logical and coherent chat with them.  Their presence helped me.  Soon I felt better, my heart heartbeat came back to normal.

We talked a bit, commenting on bigotry blind fanaticism. We wondered why there were three MPs of the Golden Dawn there -- Panayotaros,  Lagos, and Pappas -- and no MP from any other party.  Why were there only fanatical religionists, and no defenders of the intellect and of freedom of expression? We made some phone calls to radio stations and journalists, begging them to inform as much of the mass media, and as many politicians, as they could about the situation.

After some time, we went out again. The same pattern repeated every so often. The ring of police formed again.  The police pushed everyone away, except for the MPs who were standing within the ring.  At one point there was a commotion and journalists and cameras approached.  A few MPs from SYRIZA and DIMAR parties had arrived. I believe they were Tatsopoulos, Repousis and Katrivanou.  I also heard that Dritsas was there but I’m not sure -- I don’t know them all by sight.  They made a few statements.  There was some talk of opening the theater so that only the MPs could enter, so that the protesters “wouldn’t get their way”.  “What’s the point of that?” I thought. The point is for the public to enter and the show to go on.  It’s no victory for just the MPs to enter.

Time passed, the situation remained unchanged. I heard that the actors feared -- and rightly, in my opinion -- that if they opened to doors for the public, the religionists would enter with the pretext that they wanted to see the show, and then create problems, in all probability with the Golden Dawn MPs in the front line. So the doors stayed closed.  The protesters did not leave, but neither did we.  Every so often, we asked the police if the show would go on, and their answer was a consistent, “We don’t know yet”. At one point, I saw Ioanna Kurtovik in front of me, speaking to the police:

“Aren't these people disturbing the peace? Why don't you remove them? Why won't you do something?”

I didn’t hear the answer, but I saw what they did, in practice: nothing.

I felt adrift. Initially I wasn’t afraid, but as time went by, there were moments when my courage failed me. I remembered my husband, who’s always worrying that I’ll come across fanatics, that something will happen to me, that I’ll get beat up. I thought of my child, sleeping peacefully at home. What if I really got beat up? What if there were more disturbances and we were all arrested? What if I couldn’t lie in my husband’s embrace tonight? What if I couldn’t be there to wake my child for school? I was tempted to leave -- but I said to myself: No. I won’t allow them to chase me away, I won’t allow them to intimidate me. I will stay here and speak with them for as long as I can and then I’ll take a breather and speak with them again, even if they don’t listen, even if they don’t seem to listen, even if they refuse to listen. If even a single person listens to the things I say, perhaps they will retain something.  If not that person, then maybe someone who happened to hear the conversation. Even if nobody listens to me, I will feel better about myself only if I speak up, only if I stand up to them. Calmly, politely and steadily.

In the meantime, I located some of my friends. At some point, I spotted someone I knew, then another. I started talking to people again, with journalists, with people I knew and people I didn’t, with people who wanted to see the play and with protesters. I struck a conversation with a gentleman who had come to protest the play.

“This play insults Christ.’
“What can I say... I don’t know, I haven’t seen it.”
“I have. I don’t judge something I haven’t seen.”
“Then why do you deprive us the right to see and judge for ourselves?”
“I’m the one stopping you?”
“Well, of course, since you won’t let us see it!”
“How am I not letting you see it? Go and see it.”
“But aren’t you demanding for the play to be banned?”
“Yes, I want it to be banned.”
“Why?”
“Because it insults Christ and the Virgin Mary!”
“Why don’t you describe it to me, so I can know exactly what’s in it.”
“It shows Christ on the cross and twelve Apostles dancing.  It showed Judas with Christ, that Judas had an affair with Christ.  It speaks of affairs between men.  It shows the Virgin Mary pregnant and about to deliver.  A man plays Mary.  They ask her, ‘Where’s your husband’ and she says, ‘He’s parking the car’...”
“It’s a different perspective on Christ and the Virgin Mary, just not yours.”
“It’s a blasphemous play! It blasphemes against my faith!”
“And why shouldn’t it?”

Right then, he became confused. Up to that point, he was calm and talkative. Then he tensed up.

“What are you saying? Why shouldn’t it blaspheme? How can you ask why?”
“Blasphemy is the questioning of dogma. If you don’t want to question it, that’s fine. Why shouldn’t someone else question it? You believe, I don’t. Why shouldn’t I question it?”
“You mean you don’t believe in God?”
“No.”
“Then we cannot talk! We don’t believe the same things!”

He turned his back and strided away.

“We don’t believe the same things, but we can still talk!”
“No. we can’t!”
“We must be able to talk! We’re fellow beings, fellow citizens, we live in the same country, the same planet. We must be able to talk to each other!”

And yet we couldn’t.

More people, more opinions.

“Why do you swear against our Christ? Do you want us to call your mothers names?”
“I’m not calling anybody names. I just want to see the play.”
“The play swears against our Christ. Do you want me to produce a play calling your mother names?”
“My mother, like yours, is a real person. Christ and the Virgin Mary are ideas and exist only in your head.”
“What are you saying! Christ is my brother!”
“Your brother is one thing, Christ is another. One is a human being, the other, a belief. It’s one thing insulting your family, and another, your beliefs.”
“Tell me, would you like me to insult your beliefs?”
“Be my guest! Make as much fun of them as you want!”
“Is that so? Why don’t you try cursing Mohammed in front of Muslims and see what they’ll do to you?”
“And that means you have the right to do the very same thing to me?”

Nada, dead end.

At least some of them were speaking to me. Some would even listen, like the man who was watching me speak to those Christian maniacs that used the foulest of language.I turned to him and asked,

“Do you believe in God?”
“Yes.”
“Look at these people. Do you think that right now they're being inspired by the spirit of God?”

I asked the same question of the priests who were there with crosses in their hands.  They, at least, weren’t cursing or threatening, but they made no attempt to restrain their flock.

“You are a priest. Please tell me, do you approve of what's happening here? Do you approve of this behavior? What are you doing to prevent it?”

Silence, complete indifference.

Most disheartening of all, though, more than the insults and the threats and shoving, were the suggestions of police officers, the journalists, the people who had come to see the play, the few protesters who were trying to calm things down, and even a passer-by:

“Let it go, better let it go.”
“Go away, step back, let them be.”
“Don’t you get it? Let them be. Don’t you see what’s going on?”
“Let them be, child, they can’t be reasoned with.”
“ Leave, let it go. Leave. Let it go.”

They took me by the hand and softly tried to pull me away. They offered friendly, protective smiles.

No, I won’t leave, I won’t let it go. I have a right to be here. I have a right to a different opinion. I have the right to see a play of my choosing. I have the right to do all this, even if some people feel offended, even if some are annoyed, even if they try to push me away by force, having exhausted all legal means, since the charges against the producers were deemed baseless and the restraining order illegal. And I will exercise my right and will not allow violence and bullying discourage me.

If I let it go, if I step back, they will take up the space I leave and advance a bit more. If take a step back, they will feel a bit stronger and will feel their actions are  justified. If I leave, they will stay and spread out, so there’s no more room for me. If I don’t stay put now, at some point I won’t be able to leave my home, and sooner or later they will reach into my own home.

That is why I mean to stay. I will be myself, with my views, in my land. I am not leaving.

I am who I am; and I am here.

To stay.


Greek version of the article

Translated by toomanytribbles and EvanT

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Εκκλησία της Έριδος εν Ελλάδι

Και πάνω που έλεγα να ιδρύσω την εν Ελλάδι Εκκλησία της Έριδος, για να μεταλαμπαδεύσω Και στη χώρα μας την Αληθινή Πίστη στη Μεγάλη Θεά που αποκαλύπτεται στην Βίβλο του Δισκορδιανισμού και να διευρύνω την Δισκορδιανή Κοινότητα, ω του θαύματος διαπίστωσα πως ήδη υπάρχει!

All hail Eris!

Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

Χρυσή ψυχή

Βγαίνοντας σήμερα το πρωί κατά τις επτά από την είσοδο της πολυκατοικίας, συνάντησα την κυρά Χρυσή που πότιζε.

Η κυρά Χρυσή μένει στην απένατι πολυκατοικία. Ο γιος της είναι ο κηπουρός μας κι εκείνη λατρεύει να φροντίζει φυτά. Το καλοκαίρι συχνά πυκνά έρχεται να ποτίσει και σ' εμάς, μάλλον επειδή κρίνει ότι το αυτόματο πότισμα δεν επαρκεί. Καμιά φορά ξεχνά τη βρύση ανοιχτή, πράγμα κατανοητό για μια γυναίκα ογδόντα φεύγα. Ο λογαριασμός του νερού μας είναι λίγο φουσκωμένος, αλλά χαλάλι της.

Η άλλη μεγάλη αγάπη της εκτός από τα φυτά είναι οι γάτες. Ταΐζει τα γατιά της γειτονιάς, όχι με αποφάγια αλλά με κροκέτες που αγοράζει. Τα μπολιάζει, στειρώνει τα θηλυκά, τα γιατροπορεύει αν χρειαστεί, με δικά της έξοδα.

Την συναντώ συχνά πυκνά στη γειτονιά, χειμώνα καλοκαίρι πάντα με την ίδια ρόμπα και το ίδιο τσεμπέρι, με κάλτσες ως το γόνατο και μαύρα παπούτσια. Την προφορά της την κόβεις με το μαχαίρι, καταπίνει όλα τα φωνήεντα, θέλω πάντα λίγη προσπάθεια για να καταλάβω τι λέει, και τα μισά τα μαντεύω.

Το χωριό απ' όπου κατέβηκε είναι πολύ μακριά, εκείνη όμως μοιάζει να έχει παραμείνει απαράλλαχτη όπως ήταν κι εκεί. Έχει πάντα ένα καλό λόγο για όλους, αγαπάει όλη τη γειτονιά, ρωτάει πάντα για όλα τα μέλη της οικογένειάς μου ένα προς ένα, κι εγώ φυσικά ανταποδίδω.

- Καλημέρα, Χρυσή, τι γίνεσαι; Μια χαρά σε βλέπω!
- Καλά 'με, πιδάκι μ', δόξα το θιο. Συ; Η μάνα σ' τι κάν';
- Μια χαρά, ευχαριστώ.
- Ξέρ'ς δα πως σας ηγαπάω όλους. Κι συ, κι αδερφή σ' κι η μάνα σ', έχιτι καρδιά μάλαμα.
- Να σαι καλά, καλή μου, κι εσύ έχεις καρδιά χρυσή.
- Να είσι καλά. Πάντα καλά ηύχουμι. Κι η μπέμπα;
- Καλά, μεγαλώνει, μας έχει ξετρελάνει όλους.
- Τη βάφισ'τι;

Εδώ πρέπει να κάνω μια εκτεταμένη παρένθεση για να εξηγήσω ορισμένα πράγματα. Η μπέμπα είναι το δυο μηνών μωρό της ανιψιάς μου, το οποίο πρόσφατα απέκτησε όνομα με πολιτική ονοματοδοσία. Οι γονείς του δεν έχουν σκοπό να το βαπτίσουν, και η ερώτηση της Χρυσής με έφερε σε μια ελαφριά αμηχανία.

Όταν η κόρη μου ήταν βρέφος μηνών, αντιμετώπισα πολλές φορές την ερώτηση "το έχετε βαφτίσει;" σε παιδικές χαρές και σε φιλικές συγκεντρώσεις. Την πρώτη φορά ένιωσα αμήχανα, απάντησα "εεε όχι" και μετά πρόσθεσα ότι δεν είμαστε χριστιανοί και συνεπώς δεν θα την βαφτίσουμε. Η επόμενη ερώτηση ήταν "και πώς θα πάρει όνομα;" Αμέσως φωτίστηκα: οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονταν να μάθουν αν ήταν βαφτισμένο το παιδί, ενδιαφέρονταν να μάθουν πώς το λένε. Απλώς έχουν τόσο μα τόσο πολύ συνδέσει μέσα στο κεφάλι τους την απόκτηση ονόματος με την βάφτιση, και έχουν τόσο μα τόσο πολύ βαρεθεί να ρωτάνε "πώς το λένε;" και να τους απαντούν "δεν είναι βαφτισμένο", ώστε θεωρούν πλέον δεδομένο ότι όλος ο κόσμος βαφτίζει τα παιδιά του και ότι πριν τα βαφτίσει δεν χρησιμοποιεί το όνομά τους - γιατί έχουν όνομα, βέβαια, δεν είναι ότι δεν έχουν, το όνομα έχει ήδη επιλεγεί, συχνά μάλιστα ήδη πριν τη γέννηση, απλώς το θεωρούν γρουσουζιά να το πουν πριν το βαφτίσουν. Γι' αυτό και ρωτούν αν το έχεις βαφτίσει, ώστε αν απαντήσεις ναι, να προχωρήσουν στην επόμενη ερώτηση, που είναι και η ουσιαστική: "πώς το λένε;"

Την επόμενη φορά λοιπόν που κάποιος με ρώτησε "το έχετε βαφτίσει;" απάντησα κατευθείαν λέγοντας το όνομά της, και ο άνθρωπος ικανοποιήθηκε με την απάντηση, χωρίς να συνειδητοποιήσει ούτε για ένα δευτερόλεπτο το παράλογο του διαλόγου (σκεφτείτε λίγο: στο ερώτημα "το έχετε βαφτίσει;" οι μόνες λογικές απαντήσεις είναι "ναι" ή "όχι", σε καμιά περίπτωση δεν είναι λογικό να απαντήσεις, ας πούμε, "Μανώλης" - και όμως, αυτό είναι που θέλουν να ακούσουν).

Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, λοιπόν, θα έπρεπε να απαντήσω και στη Χρυσή με τον ίδιον τρόπο. Αλλά κόλλησα άσχημα, δεν ξέρω γιατί. Δεν μπορούσα βέβαια να πω "ναι" γιατί μετά θα τους ευχόταν "να σας ζήσει" και τέτοια. Αλά δεν μου πήγαινε και να παρακάμψω το ερώτημα λέγοντας μόνο το όνομα. Ίσως επειδή την αγαπώ και την σέβομαι, και θα ήθελα να είμαι ειλικρινής μαζί της. Ίσως επειδή υπέθεσα ότι ως γειτόνισσα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα το μάθαινε, ή θα ξαναρωτούσε. Μου φάνηκε καλύτερο να της πω την αλήθεια, αλλά κώλωνα Σκέφτηκα ότι για εκείνην, μεγαλωμένη σε χωριό, εμποτισμένη στα έθιμα, το να μην βαπτίσεις θα είναι αδιανόητο. Αναρωτήθηκα πώς θα αντιδρούσε. Ευγενικά βέβαια, αλλά με ξάφνιασμα, έτσι υπέθεσα. Τι να κάνω; Να το πω; Να μην το πω; Να το αποφύγω;

Μην φανταστείτε βέβαια κανέναν μεγάλο προβληματισμό. Όλες αυτές οι σκέψεις έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου, κι αμέσως ήρθε η επόμεη σκέψη: μα τι χαζό κόλλημα ήταν αυτό; Σιγά την τρομερή αποκάλυψη πια, τι δηλαδή φοβόμουν;

- Δεν θα τη βαφτίσουν. Της έβαλαν όνομα στο δημαρχείο. Τη λένε Ζωή.
- Του καλύτ'ρου. Κι μένα ι νύφ' μου είναι Γιρμανίδα, ικί διν τα βαφτίζ'νι, ιέτσ' κι ικίν', στου δημαρχείου. Τι τα θιες αυτά σάματις; Η ψυχή μιτράει.

Έμεινα κάγκελο, ομολογώ. Για τόσο προοδευτική δεν της το είχα - ντρέπομαι που το λέω. Μου έβαλε τα γυαλιά, αυτή, η ογδοντάχρονη γριά από την Πίνδο, σε μένα, την κομπλεξική προκατειλημμένη ντεμέκ προχωρημένη πρωτευουσιάνα. Καλά να πάθω, και καλά να μάθω.

Ο διάλογος συνεχίστηκε λίγο στο ίδιο ύφος, με πολλές ευχές για το μωρό, τη μάνα του, τη δική μου μάνα (προγιαγιά του μωρού), το παιδί μου, τον άντρα μου. Είπαμε και για άλλους γείτονες, για όλους καλά λόγια και ευχές.

Ναι, η ψυχή μετράει. Και η δική της είναι πραγματικά χρυσή.

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Prometheus

Εχτές πήγα σινεμά. Το έχω τάμα στον άγιο Ποπκόρνιο κάθε χρόνο μόλις ανοίγουν τα θερινά να πηγαίνω να βλέπω μία popcorn movie με έναν κολλητό μου (δεν θα σας αποκαλύψω την ταυτότητά του, αν θέλει ας αποκαλυφθεί μόνος του). Εφέτος είδαμε τον περίφημο "Προμηθέα" και η εμπειρία με σημάδεψε τόσο, ώστε ξύπνησα με την ανάγκη να μοιραστώ με το σύμπαν τις εντυπώσεις μου.

Λοιπόν παίδες, μιλάμε για μεγάλη μπαλαφάρα.

Πρώτον, το έχουν σε λάθος κατηγορία.
Δεν είναι επιστημονική φαντασία, είναι θρησκευτική φαντασίωση.
Αλλά αυτό είναι το μικρότερο από τα προβλήματά του.

Τι να πρωτοσχολιάσω δεν ξέρω.
Ξεκινάμε.

Ένας γεροπαραλής και συνάμα γεροπαραλυμένος στέλνει ένα διαστημόπλοιο στην άλλη άκρη του σύμπαντος, με τεχνολογία αιχμής και τα ανάλογα έξοδα, ακολουθώντας τις ενδείξεις που βρήκαν δυο αρχαιολόγοι σε διάφορες παλαιολιθικές σπηλαιογραφίες ανά τον κόσμο (πού είσαι Λιακό!), για να ανακαλύψουν τα όντα που κατοικούν εκεί και που αυτοί υποθέτουν (γιατί άραγε;) ότι κατασκεύασαν το ανθρώπινο είδος (μα τότε λογικά θα πρέπει να κατασκεύασαν και όλη τη ζωή πάνω στη Γη, αφού έχουμε την ίδια γενετική βάση... άρα θα πρέπει να ήρθαν πριν 3,5 εκατομμύρια χρόνια, και όχι πριν από 35.000 χρόνια... εκτός κι αν πηγαινοέρχονταν κάθε τόσο για να δουν πως πάει το πείραμα... όλα να τα περιμένει κανείς από δαύτους).

Έχοντας κάνει τόσο κόπο και τέτοια έξοδα, θα περίμενε κανείς ότι θα είχε διαλέξει το καλύτερο πλήρωμα που υπάρχει στον κόσμο. Αντιθέτως, το πλήρωμα είναι εμφανώς του σχοινιού και του παλουκιού και θυμίζει περισσότερο πειρατές της Καραϊβικής παρά επιστημονική αποστολή. Ο κυβερνήτης θυμίζει ταξιτζή του Μπρονξ και όλοι οι άλλοι πρώην τροφίμους φυλακών ή ασύλου φρενοβλαβών. Ξεκινώντας από το απλό αλλά ενδεικτικό γεγονός ότι ο καπετάνιος (σικ) καπνίζει στη γέφυρα και διάφορα μέλη του πληρώμας (συμπεριλαμβανόμενου του αρχαιολόγου που έκανε την ανακάλυψη) μπεκροπίνουν σαν ρεμάλια, συνεχίζοντας με το ανησυχητικό γεγονός ότι κανείς εκεί μέσα δεν σέβεται την ιεραρχία και όλοι αμφισβητούν τις εντολές και την εξουσία όλων των άλλων (προφανώς προτιμούν να θέσουν σε κίνδυνο την αποστολή και την ασφάλειά τους, παρά την έκφραση του ελεύθερου πνεύματος), προχωρόντας στο αδιανόητο γεγονός ότι κατά την αναγνώριση εδάφους στον ξένο πλανήτη δυο μέλη της αποστολής (ο γεωλόγος και ο βιολόγος - α ρε συνάδελφε!) φρικάρουν όταν βλέπουν ένα πτώμα (μα, τι ακριβώς περίμεναν; ζωντανά όντα έψαχναν, νεκρά όντα βρήκαν) κάνουν μεταβολή και ξεκινάνε να γυρίσουν πίσω μόνοι τους (!!!) και κανείς δεν τους λέει κουβέντα (αυτό δεν γίνεται ούτε σε ορειβατική εκδρομή, να σπάσει η ομάδα, και μάλιστα χωρίς την έγκριση του οδηγού, και χωρίς να πει κανείς κουβένετα, έλεος πια, οι πρόσκοποι πιο οργανωμένοι είναι από δαύτους), και κορυφούμενο στο τελείως facepalm γεγονός ότι ο κύριος αρχαιολόγος, μόλις διαπιστώνουν ότι η σύνθεση της ατμόσφαιρας σε έναν συγκεκριμένο χώρο είναι κατάλληλη για να την αναπνεύσουν, βγάζει την κάσκα του (!!!!!!), φυσικά όχι μόνο χωρίς την άδεια κανενός αλλά παρά τις αντίθετες προτροπές των υπολοίπων, οι οποίοι όμως στη συνέχεια, αφού βλέπουν ότι δεν πέφτει λιπόθυμος επιτόπου, βγάζουν κι εκείνοι τις δικές τους (!!!!!!!!! - προφανώς έχουν κάνει όλα τα εμβόλια στο ΙΚΑ του Μπετελγέζ).
Ανακεφαλαιώνω: οι τύποι αναζητούν, υποτίθεται, όντα που δημιούργησαν τον άνθρωπο, μάλλον με γενετική μηχανική, πράγμα που σημαίνει ότι 1) τα όντα αυτά κατά πάσα πιθανότητα έχουν παρόμοια γενετική σύσταση με τον άνθρωπο ή έστω διαθέτουν κατοικίδια με τέτοια γενετική σύσταση, 2) κατά πάσα πιθανότητα έχουν στον κόσμο τους μικρόβια που ενδεχομένως να αλληλεπιδρούν με τον άνθρωπο, και 3) το έχουν συνήθειο να παίζουν με το γενετικό υλικό, άρα μπορεί να έχουν δημιουργήσει οτιδήποτε.
Και αυτοί βγάζουν την κάσκα τους.
Και δεν κρατάνε ούτε χαρτομάντηλο μπροστά στη μύτη.
Επιστημονικότατο και αληθοφανέστατο.

Στη συνέχεια τους πιάνει μια αμμοθύελα (ή κάτι τέτοιο) και γυρνούν άρον-άρον στο διαστημόπλοιο, αφήνοντας όμως έξω τους δυο αποστάτες, που έχουν χάσει το δρόμο (μα καλά, δεν διάβασαν τον Κοντορεβυθούλη; δεν έριχναν πετραδάκια πίσω τους;) κι απομένουν μέσα στις στοές που εξερευνούσαν. Και καλά αυτό, αλλά δεν κάθονται και στα αυγά τους. Ενώ είχαν φρικάρει με το εξωγήινο πτώμα, τώρα τριγυρίζουν και χώνουν τη μύτη τους κυριολεκτικά παντού, μεταξύ άλλων και στο σημείο που βρισκόταν το πτώμα (ελαφρώς αντιφατικό μου κάνει αυτό, αλλά ας το καταπιούμε), και φυσικά βρίσκουν κάτι γλυκούλικα εξωγήινα σκουλικάκια να σέρνονται μέσα σε μια απολαυστική γλίτσα, και τι κάνουν φαντάζεστε; Το βάζουν στα πόδια; Μα όχι! Τους κάνουν κούτσι-κούτσι και πάνε να τα χαϊδέψουν στο κεφαλάκι (!!!). Τη συνέχεια τη φαντάζεστε.

Και ενώ οι διαστημικές βδέλλες απολαμβάνουν το γεύμα τους, κανείς δεν παίρνει χαμπάρι τι συνέβη, διότι ναι μεν οι τύποι είναι σε διαρκή απευθείας σύνδεση με το σκάφος, με κάμερες και με απ' όλα στη στολή τους, αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή, κατά σατανική σύμπτωση, ο κάπτεν έχει πάει να γαμήσει (με το συμπάθιο, αλλά εδώ δεν ταιριάζει άλλη λέξη - δεν πήγε να κάνει σεξ, ούτε να κάνει έρωτα, ούτε να συνουσιαστεί - να γαμήσει πήγε, αν με εννοείτε, και μάλιστα την ψυχρή ξανθιά εκπρόσωπο της εταιρείας χρηματοδότησης επί του σκάφους, γεγονός το οποίο, δεδομένου ότι ο κάπτεν είναι μαύρος - πάλι με το συμπάθιο, αλλά δεν μπορώ να πω αφροαμερικανός, μαύρος είναι, μπλακ καταμπλάκ - προσθέτει μια kinky νότα στα δρώμενα) και δεν έχει αφήσει κανέναν στο πόδι του (δυο λεπτά θα έκανε ο άνθρωπος).

Και ενώ εγώ τραβάω τα μαλλιά μου, η παράνοια συνεχίζεται.

Τι να πρωτοθυμηθώ δεν ξέρω.

Οι θρησκευτικές αναφορές και προβληματισμοί ήταν πραγματικά το μικρότερο από τα προβλήματα της ταινίας, αλλά αξίζει να αναφερθούν, γιατί συνιστούν το ιδεολογικό της υπόβαθρο. Ευτυχώς είχα προετοιμαστεί και ψυχολογικά από σχόλια φίλων που το είχαν δει, οπότε δεν προσγειώθηκα ανώμαλα.

Το όλο concept της ταινίας είναι ότι ψάχνουμε να βρούμε τον δημιουργό μας, που ως φαίνεται είναι κάτι εξωγήινοι γίγαντες (το ποιος δημιούργησε εκείνους, θα το διερευνήσουμε προφανώς αργότερα - one thing at a time). Όταν δεν ξέρουμε κάτι, υφαίνουμε έναν μύθο και τον ακολουθούμε ως τα άκρα του. Η ατάκα "I choose to believe" ακούγεται δύο φορές μέσα στο έργο, δια στόματος επιστημόνων. Η ατάκα Have you lost your faith?" μόνο μία, αλλά είναι σαφές τι θέλει να πει ο ποιητής. Επίσης ακούγεται το "I want to meet my maker" το οποίο είναι πολύ μπλακ χιούμορ, αν σκεφτεί κανείς ότι το λέει ο ραμολιμένος χρηματοδότης της αποστολής λίγο πριν αποδημήσει εις τόπους χλοερούς, όπου αμφιβάλω αν θα συναντήσει τον δημιουργό του ή οποιονδήποτε άλλον. Το ίδιο ραμολί, πριν αποδημήσει, έχει πει ότι το ανθρωπόμορφο ρομπότ της παρέας δεν μπορεί να εκτιμήσει το δώρο της αθανασίας επειδή "Δεν έχει ψυχή". Αργότερα αφήνεται να εννοηθεί ότι για τον ίδιο λόγο το ρομπότ δεν μπορεί να κατανοήσει την μανία αναζήτησης ενός δημιουργού καθώς και της απάντησης σε όλα τα ερωτήματα με κάθε κόστος. Εμένα πάντως μου φάνηκε ότι μια χαρά ψυχή είχε, αν κρίνω από τις συνομωσίες που εξύφανε μονο του κατά των ανθρώπων, οι οποίοι διαρκώς το μειώνουν και το υποτιμούν. Τόση κακία έχω δει μόνο σε ανθρώπους, οι οποίοι εξ ορισμού έχουν ψυχή, ergo έχει κι εκείνο. Τέλος τα τρία εναπομείναντα μέλη του πληρώματος, ενώ ετοιμάζονται να καταρρίψουν το σκάφος των κακών εξωγήινων με μια επίθεση καμικάζι, συμφωνούν ότι θα εξοφλήσουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς τους (ένα στοίχημα) όταν συναντηθούν στην "άλλη πλευρά" (I wouldn't be too sure, αλλά τέτοιαν ώρα, τέτοια λόγια...).
Ο αποστάτης γεωλόγος, στη θέα ενός βουνού πτωμάτων, λέει ότι του θυμίζουν πίνακα από το Ολοκαύτωμα (εν έτει 2084, εκπλήσσομαι που κάποιοι θυμούνται το Ολοκαύτωμα και βλέπουν και σχετικούς πίνακες, εγώ δεν έχω δει ούτε έναν, και συμπεραίνω ότι είναι ελαφριά εβραιόφιλη σφήνα - όχι ότι έχω κάτι με τους εβραίους ή με το Ολοκαύτωμα, αλλά λίγο άσχετο μου έκανε). Η πρωταγωνίστρια αρχαιολόγος (η μόνη που επιβιώνει από το μακελειό που ακολουθεί) φοράει έναν ασημένιο σταυρό, τον οποίο της παίρνει κάποια στιγμή το κακό ανθρωπόμορφο ρομπότ (το οποίο προσπαθεί, εμμέσως πλην σαφώς, να ξεκάνει την ανθρωπότητα) και όταν βρίσκει το ρομπότ διαλυμένο στα δύο, με το σώμα στην Κούλουρη και το κεφάλι στην Φανερωμένη, πρώτο της μέλημα είναι να του πει "Πού είναι ο σταυρός μου;" (ε βέβαια, μπορεί να συναντήσει και κανέναν βρικόλακα).

Στο φινάλε ξεπαστρεύονται όλοι, εκτός από την κορακοζώητη και απέθαντη αρχαιολόγο, πού όχι μόνο καταφέρνει να βγάλει από μέσα της το άλιεν χωρίς να της μείνει ούτε μια γρατσουνιά για ενθύμιο (μόνο μια τομή στην κοιλιά με στραυροβελονιά), αλλά δεν υποκύπτει ούτε καν όταν ολόκληρο το εξωγήινο διαστημόπλοιο σκάει επάνω της κυριολεκτικά σαν καρπούζι, σταματώντας φυσικά δυο πόντους από τη μύτη της.

Στη συνέχεια παίρνει το ρομπότ παραμάσχαλα, με το κεφάλι του μέσα σε ένα σακ-βουαγιάζ, και ξεκινάνε με ένα άλλο διαστημόπλοιο για τον πλανήτη-πηγή των εξωγήινων υποτιθέμενων δημιουργών της ανθρώπινης φυλής. Που σημαίνει ότι μας περιμένει και Προμηθέας νούμερο δύο. Προσδεθείτε.

Χαριτωμένες λεπτομέρειες: οι πόρτες του διαστημικού σκάφους είναι ολόιδιες με εκείνες του Enterprise. Φαντάζομαι ότι τις βρήκαν στην αποθήκη, τους πέταξαν ένα χέρι λαδομπογιά και τις ξαναχρησιμοποίησαν, μην πάνε χαμένες. Επίσης το γιγάντιο εξωγήινο σκάφος σε σχήμα κρουασάν ενσωματωμένο στον επιβλητικό βραχώδη θόλο στη μέση του πουθενά θύμιζε ύποπτα το τελευταίο Indiana Jones, με την αντίστοιχη σκηνή απογείωσης όπου γκρεμίζονται τα πάντα στο πέρασμά του.

Απορία: το thing που βγήκε από την κοιλιά της αρχαιολόγου κι απόμεινε μόνο κι έρημο μέσα στο αυτόματο χειρουργείο, ψεκασμένο με χλωρίνη κλινέξ για να ψοφήσει, πώς θέριεψε τόσο μόνο του εκεί πέρα μέσα; Με τι τρεφόταν; Με γάζες βουτηγμένες σε μπεταντίν;

Σκηνή facepalm επίσης εκεί που βγάζουν τον εξωγήινο γίγαντα από την κάψουλα όπου κοιμάται ήσυχα επί 2000 χρόνια (μα, όλα πρέπει να τα σκαλίζουν;), και ο τύπος μόλις τους βλέπει, σκάει ένα χαμόγελο και αρχίζει να σπάει κόκαλα, με συμπεριφορά που αρμόζει πολύ περισσότερο σε διανοητικά καθυστερημένο γορίλα παρά σε εκπρόσωπο ανώτερου εξελιγμένου είδους. Η γνωστή παράνοια με τους απίστευτα και χωρίς λόγο κακούς εξωγήινους.

Φυσικά σε όλο το έργο βλέπουμε άφθονα άλιεν που θυμίζουν από σκουλίκια έως χταπόδια και σαυρόμορφα ανθρωποειδή, μέχρι και το κράκεν αυτοπροσώπως στα καλύτερά τους, αλλά αυτό δεν είν' κακό: γι' αυτό πήγαμε άλλωστε και δώσαμε τα λεφτά μας. Άφθονο σπλάτερ, όχι τόσο σε αίμα όσο σε ποικιλόχρωμη γλίτσα, τερατώδη άπλυτα δόντια και κομμένα πλοκάμια διάσπαρτα παντού. Απόλαυση.

Τελειώνω με την ατάκα της φίλης μου: "Μπλιαχ, κι έχω καλαμαράκια για αύριο..."

Πάτε να το δείτε, το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Πάρτε πολύ ποπκόρν και μπύρες για να αντεπεξέλθετε.

Και προς θεού, μην πάτε για καλαμαράκια μετά.

Καλή σας όρεξη!

Υ.Γ. Να πούμε παρεμπιπτόντως ότι σε μια κρίση παθολογικής πολιτικής ορθότητας, ο υπεύθυνος του κάστιν φρόντισε να χώσει στο πλήρωμα έναν μαύρο, έναν κινέζο, έναν λατίνο, ένα πανκιό και δύο γυναίκες (η μία σκωτσέζα, με προφορά που κοβόταν με το μαχαίρι, θα τη ζήλευε και ο χαϊλάντερ) - χώρια η ξανθιά που λέγαμε.

Υ.Γ.1 Ένας φίλος σε ένα φόρουμ έγραψε: "πρέπει να είναι το πιο ηλίθιο πλήρωμα + επιστημονικό προσωπικό ever!"
Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο...