Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

ΣΑΝ ΒΓΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ...

Το άρθρο αυτό αφιερώνω με αγωνιστικούς χαιρετισμούς σε όλους τους συντρόφους συμπολίτες που βρίσκονται σήμερα στους δρόμους, προσπαθώντας να φτάσουν στον προορισμό τους, εν μέσω απεργίας των λεωφορείων.

Λίγες μέρες πριν τα χριστούγεννα, είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω με τις αστικές συγκοινωνίες από Κηφισιά προς Αθήνα τη μέρα της Στάσης Εργασίας. Έχοντας πληροφορηθεί ότι τα λεωφορεία θα κυκλοφορούσαν από εννέα το πρωί έως εννέα το βράδυ, σκέφτηκα πονηρά σαν αλεπού και έπραξα ανάλογα. Αφ' ενός πήγα να πάρω το λεωφορείο από το τέρμα του, στο Άλσος Κηφισιάς, και όχι από τη στάση που είναι πιο κοντά στο σπίτι μου, με το σκεπτικό ότι στο τέρμα θα είναι άδειο κι επομένως πιο εύκολα θα μπω μέσα, ίσως μάλιστα να βρω και θέση να καθήσω (φρούδες ελπίδες των θνητών...). Αφ' ετέρου πήγα στις δέκα και μισή, με το σκεπτικό ότι τα πρώτα λεωφορεία που θα έφευγαν στις εννιά και στις εννιάμιση θα ήταν γεμάτα κόσμο, ενώ μετά τις δέκα θα είχε σπάσει η κίνηση (οποία αφελής προσδοκία...). Και φυσικά πήγα ψυχολογικά προετοιμασμένη για το χειρότερο, γνωρίζοντας ότι θα έχει μποτιλιάρισμα στο δρόμο και θα καθυστερήσουμε.

Η πραγματικότητα όμως, όπως συνήθως, ξεπέρασε κάθε προσδοκία.

Στις δέκα και μισή, όταν έφτασα στη στάση, η ουρά είχε εξελιχθεί σε μικρή διαδήλωση. Όπως πληροφορήθηκα από τους παλαιότερους, δεν είχε φανεί ακόμη κανένα λεωφορείο από τα τρία που κάνουν τέρμα στο Άλσος, ούτε και το ένα διερχόμενο που κάνει στάση εκεί. Η πλέον αληθοφανής ερμηνεία ήταν ότι στις εννέα, ώρα λήξης της στάσης εργασίας, τα λεωφορεία ξεκινούν από το αμαξοστάσιο στο Ρέντη και όχι από τα τέρματα και τις αφετηρίες.

Το Α7 στο οποίο βάσιζα τις ελπίδες μου δεν έλεγε να εμφανιστεί, ούτε άλλωστε και τα Χ14 και 550. Κατά τις έντεκα φάνηκε το Β7 να έρχεται από Ερυθραία - γεμάτο κόσμο φυσικά. Η λαοθάλασσα που πλημμύριζε τη στάση κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του. Ο οδηγός άνοιξε θαρρετά τις πόρτες. Σβέλτη σαν αίλουρος γλίστρησα μέσα από τη μπροστινή πόρτα. Φρόντισα να κρατηθώ κοντά στο καγκελάκι που βρίσκεται μπροστά στη ρόδα του λεωφορείου κι έχει από πίσω ένα ραφάκι - έτσι εξασφάλιζα τα νώτα μου. Το ήδη ασφυκτικά γεμάτο λεωφορείο γέμισε ασφυκτικότερα. Κάθε έμφρων άνθρωπος θα νόμιζε ότι δεν χωράει άλλος - μα θα έκανε λάθος, όπως απέδειξε η εμπειρία των επόμενων στάσεων. Ο οδηγός, φανερά οπαδός της ισοτιμίας μεταξύ των πολιτών, δεν παρέλειψε ούτε μια στάση. Ίσως και να ήξερε ότι ήταν αδύνατον: μια δυο φορές που επιχείρησε να σταθεί και να κατεβάσει κόσμο πριν ή μετά τη στάση, ώστε να μην προλάβουν να μπουν άλλοι, το πλήθος των αναμενόντων συνέρρευσε προς το μέρος του λεωφορείου με ταχύτητα που θα ζήλευαν πειρατές σε ρεσάλτο.

Σύντομα αντιλήφθηκα ότι η σωματική και ψυχική μου ακεραιότητα διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο. Αν δεν ενεργούσα αμέσως μπορούσα να υποστώ ανεπανόρθωτες βλάβες. Σαν άνθρωπος της δράσης που είμαι, δεν άργησα να βρω τη λύση. Ήταν βεβαίως κάπως ανορθόδοξη και είχε αρκετά μειονεκτήματα, αλλά στην κατάστασή μου δεν μπορούσα να ελπίζω σε κάτι καλύτερο. Με έναν ελιγμό Τιραμόλα τρύπωσα κάτω από το καγκελάκι, σύρθηκα στην καμπύλη του καλύμματος της ρόδας και βρέθηκα καθισμένη πάνω στο ραφάκι. Δηλαδή όχι ακριβώς στο ραφάκι: πάνω στο εσωτερικό κιγκλίδωμα που περιβάλλει το ραφάκι, το οποίο ραφάκι ήταν ήδη κατειλλειμμένο από χαρτοφύλακες, γυναικείες τσάντες, σακούλες με ψώνια και άλλες αποσκευές επιβατών.

Ο κίτρινος μεταλλικός σωλήνας πάνω στον οποίο βολεύτηκα δεν ήταν σχεδιασμένος για κάθισμα. Ευχαρίστησα νοερά τον ευφυή σχεδιαστή του σύμπαντος για τους φαρδείς μαλακούς γλουτούς με τους οποίους επρονόησε να εφοδιάσει τους ανθρώπους - γνωρίζοντας αναμφίβολα πόσο χρήσιμοι θα τους φαίνονταν σε τέτοιες καταστάσεις. Βέβαια τα πράγματα θα ήταν καλύτερα αν τα πόδια μου ήταν κατά 30 περίπου εκατοστά μακρύτερα και διέθεταν άλλη μία άρθρωση - κατά προτίμηση σφαιροειδή όπως εκείνη του ισχίου, διότι έτσι όπως είχαν τα πράγματα δυσκολευόμουν να αντιμετωπίσω την πρόκληση της προσαρμογής στην καμπύλη επιφάνεια που κατέληγε στο πάτωμα - αλλά δεν παραπονούμαι: είμαι βεβαία ότι τα πάντα εν σοφία εποιήθησαν, γλουτοί, αρθρώσεις, άνθρωποι και λεωφορεία.

Άλλωστε η θέση μου, καίτοι κάπως άβολη, ήταν εν τούτοις αρκετά καλύτερη από εκείνη των συνταξιδιωτών μου: δεν με έσπρωχνε ούτε μπορούσε να με σπρώξει κανείς, δεν έσπρωχνα ούτε μπορούσα να σπρώξω κανέναν, ήμουν τρόπον τινά καθισμένη, και είχα ακριβώς δίπλα στο κεφάλι μου ένα ανοιχτό παράθυρο από το οποίο εισέρρεε αέρας δροσερότερος και καθαρότερος από εκείνον που ανέπνεαν οι υπόλοιποι.

Ήμουν προνομιούχα.

Θωρακισμένη πλέον καλά ενάντια στις κακουχίες του ταξιδιού, αφοσιώθηκα σε ανθρωπολογικές παρατηρήσεις. Το πρώτο πράγμα που είχα την ευκαιρία να μελετήσω ήταν αυτό που ο Konrad Lorenz ονομάζει (έκπληξη!) το "σύνδρομο του γεμάτου λεωφορείου". Πρόκειται για το γνωστό φαινόμενο κατά το οποίο ένα γεμάτο λεωφορείο ανοίγει τις πόρτες του στη στάση, οι υποψήφιοι επιβάτες προσπαθούν να εισχωρήσουν με φωνές και διαμαρτυρίες, οι ήδη επιβάτες αντιτάσσουν άλλες διαμαρτυρίες διατεινόμενοι ότι "δεν χωράει άλλος", οι έξωθεν επιμένουν, κατορθώνουν να εισβάλλουν, και στην επόμενη στάση έχοντας πλέον κατοχυρώσει τα κεκτημένα τους δικαιώματα, είναι αυτοί οι ίδιοι που, ως υπερασπιστές πλέον του οχυρού, διατείνονται ότι "δεν χωράει άλλος" και διαμαρτύρονται κατά της εφόδου των νέων έξωθεν εισβολέων.

Αφήνω σε σας να αναπτύξετε τις προεκτάσεις του φαινομένου αυτού στην νοοτροπία των νοικοκυραίων, στο μεταναστευτικό ζήτημα και στην ιστορία της ανθρωπότητας, και συνεχίζω.

Σε γενικές γραμμές ήμασταν τυχεροί: δεν προέκυπταν έντονες συζητήσεις ούτε καυγάδες, φαινόμενο τραγικά συχνό και απόλυτα κατανοητό σε τέτοιες καταστάσεις. Ωστόσο δίπλα μου ακριβώς, έξω από το καγκελάκι, στεκόταν ένας κύριος που μιλούσε διαρκώς μόνος του. Ο μονόλογός του περιστρεφόταν γύρω από το θέμα των κακών απεργών που μας ταλαιπωρούν και καταστρέφουν τη χώρα. Πρόκειται για το είδος της διαλεκτικής που διανθίζεται κατά κανόνα από την επωδό "μια χούντα σας χρειάζεται". Κατέβαλλα φιλότιμες προσπάθειες να τον αγνοήσω - αντιλαμβάνεσθε ότι θα ήταν τεράστιο λάθος να ανοίξω συζήτηση υπό τις συνθήκες εκείνες - ομολογώ όμως ότι κάποιες στιγμές δυσκολευόμουν υπερβολικά. Ο καλός αυτός άνθρωπος πετούσε μια ατάκα, περίμενε λίγο ελπίζοντας να την πιάσει κανείς και του απαντήσει, στη συνέχεια πετούσε την επόμενη, και ούτω καθ' εξής. Ήταν φανερό ότι γύρευε ανταπόκριση. Ευτυχώς - ή δυστυχώς - κάπου εκεί στο ύψος του Νέου Ψυχικού ανέβηκε στο λεωφορείο ένας άλλος κύριος με τον οποίο συμφώνησαν αμέσως, και άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους.

Μόλις φτάσαμε στο Γηροκομείο, άρχισε να βρέχει. Στην αρχή ήταν μια ψιχάλα, σιγά σιγά όμως δυνάμωσε. Η θέση μου ήταν δεινή, διότι από το παράθυρο όλη η βροχή ερχόταν μέσα. Δεν μπορούσα να βάλω το πανοφώρι μου, διότι το είχα μετατρέψει σε κάθισμα πάνω στο καγκελάκι, οι πιέσεις του οποίου από μια στιγμή και μετά είχαν καταστεί ανυπόφορες. Παρ' όλα αυτά, δεν απαρνήθηκα το κάστρο μου. Κάλιο βρεμμένη και αλώβητη, παρά στεγνή και τσαλαπατημένη.

Λίγα θυμάμαι από το υπόλοιπο ταξίδι. Κατέβηκα μια στάση πριν το τέρμα, ενώ το λεωφορείο ήταν ακόμη πολύ γεμάτο. Διεκπεραίωσα την υπόθεσή μου, πράγμα που μου πήρε κάτι λιγότερο από μισή ώρα, μαζί με τη διαδρομή από και προς τη στάση. Κατευθύνθηκα προς το τέρμα του λεωφορείου, αν και υπήρχε στάση πιο κοντά, με το ίδιο πάλι σκεπτικό: μήπως το πετύχω άδειο. Νόμιζα μάλιστα, μέσα στην πλέρια αθωότητά μου, ότι τώρα πια (κόντευε μία το μεσημέρι) ο κόσμος θα είχε αραιώσει, μια και η στάση εργασίας είχε λήξει πάνω από τέσσερις ώρες νωρίτερα.

Μόλις έστριψα στην Κάνιγγος οι ελπίδες μου εξανεμίστηκαν πιο γρήγορα κι από παγάκι στο τηγάνι. Ο κόσμος που περίμενε κάλυπτε ολόκληρη τη μία πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου όπου βρισκόταν η στάση. Πήρα θέση σε ένα σημείο όπου μπορούσα ν' αναπνεύω αλλά και να βρίσκομαι σχετικά κοντά στην άκρη της στάσης. Σύντομα το λεωφορείο ήρθε γεμάτο κόσμο, και στάθηκε ένα τετράγωνο πιο πριν για να αδειάσει. Το σμάρι των ανθρώπων άρχισε να κυλάει προς τα εκεί. Πριν προλάβει να φτάσει, οι πόρτες έκλεισαν και το λεωφορείο προχώρησε πάλι μπροστά. Ο κόσμος ξεχύθηκε ευφυώς στη μέση του δρόμου για να το προϋπαντήσει, εμποδίζοντας έτσι τη διέλευση. Ο οδηγός όμως, έμπειρος ως φαίνεται από τέτοιες καταστάσεις, αντί να σταματήσει πάτησε γκάζι ευθαρσώς. Το πλήθος διαλύθηκε έντρομο, με φωνές διαμαρτυρίας. Οι πόρτες άνοιξαν και άρχισε η έφοδος. Ήμουν από τους τυχερούς αγωνιστές που κατόρθωσαν να μπουν: δεν το πέτυχαν όλοι. Ίσως θα έπρεπε να νιώθω τύψεις που μπήκα εγώ ενώ δεν μπήκαν ίσως άνθρωποι που περίμεναν εκεί πριν από μένα. Τι να γίνει όμως; Αυτά έχει ο πόλεμος.

Αυτή τη φορά δεν κατάφερα να εξασφαλίσω κάποια θέση τόσο καλή όσο όταν πήγαινα. Στάθηκα απλώς μπροστά στα δυο καθίσματα που βρίσκονται ακριβώς πριν τη φυσαρμόνικα της μέσης (ήταν από τα διπλά λεωφορεία που "σπάνε" στη μέση). Δίπλα μου ακριβώς, στο σημείο όπου τελειώνει ο στενός διάδρομος και αρχίζει η κάπως φαρδύτερη κυκλική "πλατεία" της φυσαρμόνικας, εγκαταστάθηκε μια μικροκαμωμένη κυρία με ένα καρότσι της λαϊκής. Προς έκπληξή μου, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε. Τόλμησα να της παρατηρήσω ότι έτσι όπως στεκόταν, έκλεινε τελείως το διάδρομο. "Και πού να πάω;" ήταν η απάντηση. "Ίσως λίγο πιο μπροστά;" πρότεινα. Πράγματι, υπήρχε λίγος χώρος μπροστά της, σαφώς περισσότερος απ' όσος εκεί που στεκόταν. Με κοίταξε αηδιασμένη. "Και πώς θα στέκομαι;" αντιγύρισε. "Όπως κι εδώ", της είπα. Δεν σχολίασε. "Εδώ που στέκεστε, θα σας ενοχλούν όλοι για να περάσουν", επισήμανα, ελπίζοντας έτσι να της δώσω ένα κίνητρο. "Πρόβλημά τους", αποφάνθηκε. "Και δικό σας", παρατήρησα. Δεν έλαβα απάντηση και προτίμησα να αγνοήσω το θέμα. Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή, άνθρωποι στριμώχνονταν για να περάσουν από δίπλα της, κανείς όμως δεν της έκανε παρατήρηση: έμοιαζαν να δέχονται μοιρολατρικά ότι "έτσι είναι στα λεωφορεία".

Για λόγους που αγνοώ, ενώ το όχημα ξεκίνησε και πάλι ασφυκτικά γεμάτο και συνέχισε να γεμίζει για μερικές στάσεις, από ένα σημείο και μετά πήρε ν' αδειάζει, μάλιστα μετά τους Αμπελόκηπους άρχισαν ν' αδειάζουν και κάποια καθίσματα. Φυσικά για να προλάβεις να καθήσεις έπρεπε να έχεις την τύχη να βρίσκεσαι ακριβώς δίπλα τη στιγμή που σηκωνόταν ο προκάτοχος - κάπως σα να ψάχνεις πάρκινγκ γύρω από την Ομόνοια. Μετά το Φάρο Ψυχικού είχα την τύχη να σηκωθεί μια κυρία ακριβώς δίπλα μου και να καθήσω. Από εκεί και μετά όλα ήταν εύκολα: έπρεπε μόνο να κάνω υπομονή μέχρι να φτάσουμε, πράγμα που συνέβη μετά από άλλα τρία τέταρτα της ώρας περίπου.

Βγαίνοντας στο Άλσος Κηφισιάς, μόνο που δεν έπεσα στα γόνατα να φιλήσω τα άγια χώματά του. Ήμουν πίσω στην πατρίδα μετά από μια Οδύσσεια που θα τη ζήλευε κι ο ομώνυμος ήρωας. Για μια διαδρομή δύο ωρών, είχα κάνει συνολικά πάνω από τέσσερις ώρες.

Αλλά άξιζε τον κόπο: πώς αλλιώς θα είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τόσες συναρπαστικές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής;

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

"Ευχαρίστησα νοερά τον ευφυή σχεδιαστή του σύμπαντος"

Χαχαχαχαχαχ, όπως είπε και ένας σύγχρονος διανοητής "δεν υπάρχουν άθεοι μέσα σε ένα γεμάτο λεωφορείο"!

Αθ. Αναγνωστόπουλος

αθεόφοβος είπε...

Από όλη αυτή την γκραν γκινιόλ εμπειρία υπάρχει και μια ακόμα χειρότερη.
Να ΄χεις μπει στο λεωφορείο για την Αθήνα και εκεί που σκέφτεσαι ότι πρέπει να προλάβεις πριν να σταματήσουν να γυρίσεις σπίτι σου να πληροφορηθείς ότι μπέρδεψες τις ώρες και τότε θα έχουν απεργία!
Οπότε δεν σου μένει παρά να σκεφτείς πως και ο Καβάφης φαίνεται πως είχε μια αντίστοιχη εμπειρία όταν έγραφε:

Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Ανώνυμος είπε...

Ε, ναι, εμείς της επαρχίας που κάνουμε το πολύ 5' δουλειά-σπίτι νιώθουμε ενοχές.
Τάσος Διδυμότειχο