Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Η εκκοσμικευμένη κοινωνία και ο ρόλος του αθεϊσμού


Το κείμενο αυτό παρουσιάστηκε ως ομιλία στα πλαίσια ενός κύκλου έξι ομιλιών με θέμα των αθεϊσμό που πραγματοποίησε η Ένωση Αθέων στον ελεύθερο κοινωνικό χώρο Nosotros. Ορισμένα τμήματα του κειμένου παραλείφθηκαν στην ομιλία για λόγους χρόνου. Τα συμπεριέλαβα στο άρθρο μέσα σε spoiler, ώστε να μπορούν να διαβαστούν κατά βούληση.
Η έννοια της εκκοσμίκευσης, του αθεϊσμού, της αθρησκείας και της ανεξιθρησκείας. Πώς ο αθεϊσμός συνδέεται με την εκκοσμικευμένη κοινωνία και πώς η κοινωνία επηρεάζει την έκφραση του αθεϊσμού. Αλληλεπίδραση αθεϊσμού και εκκοσμίκευσης με διάφορες ιδεολογίες.


Θα αρχίσω με ένα παράθεμα από το έργο «Ἡ μεταμόρφωση ὡς παράδειγμα πρός ἀποφυγή: Μιά ἰδιαίτερη περίπτωση ἐκκοσμίκευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποστολῆς» του Θανάση Παπαθανασίου, διδάκτορα θεολογίας, καθηγητού της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών και αρχισυντάκτη του περιοδικού «Σύναξη».

Έχει καθιερωθεί εκκοσμίκευση να σημαίνει εκείνο τον προσανατολισμό ο οποίος ερμηνεύει την πραγματικότητα και δομεί τον ανθρώπινο βίο δίχως να αντλεί κανονιστικές αρχές από οιαδήποτε πίστη σε θεό ή από την αποδοχή οιασδήποτε μεταφυσικής αναφοράς.

Από χριστιανικής σκοπιάς αυτό θα μπορούσε εν ολίγοις να οριστεί ως προσπάθεια του κόσμου να αντλήσει νόημα από τον εαυτό του. Μια καθαρή και γνήσια εκκοσμίκευση, λοιπόν, θα ήταν συνεπής με τον εαυτό της αν έφτανε  να ταυτίσει τον εαυτό της με έναν καθαρό και κυριολεκτικό αθεϊσμό.

Άποψη η οποία, οφείλω να πω, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη.

Ας δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά την έννοια της εκκοσμίκευσης καθώς και άλλες έννοιες που συνδέονται με αυτήν και την επηρεάζουν.

Εκκοσμίκευση

Εκκοσμίκευση ονομάζεται η χειραφέτηση της σκέψης, της συμπεριφοράς, των κοινωνικών θεσμών και του πολιτισμού από τη θρησκευτική πίστη, τους θρησκευτικούς θεσμούς και τα θρησκευτικά σύμβολα. Η εκκοσμίκευση διακρίνεται σε αντικειμενική εκκοσμίκευση, η οποία αφορά τους κοινωνικούς θεσμούς και τον πολιτισμό, και υποκειμενική εκκοσμίκευση, που αφορά τη συνείδηση και το φρόνημα του ατόμου.

Έχουμε συνηθίσει, ιδίως τα τελευταία χρόνια, όταν βλέπουμε τη λέξη «εκκοσμίκευση», φερ’ ειπείν στον τύπο, να τη συνδέουμε με την εκκοσμίκευση των κρατικών θεσμών, δηλαδή με το διαχωρισμό εκκλησίας κράτους. Όμως πρέπει να θυμόμαστε ότι η εκκοσμίκευση είναι επίσης μια διεργασία πρωτίστως συνειδησιακή, ατομική και εσωτερική. Η ατομική εκκοσμίκευση μεγάλου μέρος του πληθυσμού μιας κοινωνίας είναι ικανή προϋπόθεση για την εκκοσμίκευση του κράτους, δεν είναι όμως και αναγκαία. Επιπλέον, αντίθετα με ότι ίσως θα περίμενε κανείς, η εκκοσμίκευση του κράτους δεν συνεπάγεται πάντοτε την εκκοσμίκευση της κοινωνίας, ούτε την ατομική εκκοσμίκευση του μεγαλύτερου μέρους των πολιτών.

Ο Χοσέ Καζανόβα (José Casanova), καθηγητής του τμήματος Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Georgetown των ΗΠΑ και παγκοσμίου κύρους ειδικός στην κοινωνιολογία της θρησκείας, στο άρθρο του «Επανεξέταση της εκκοσμίκευσης (Rethinking secularization)» , γράφει:

Η σταδιακή αποδυνάμωση της θεσμικά κατοχυρωμένης χριστιανικής θρησκείας στην Ευρώπη είναι μια αδιαμφισβήτητη κοινωνική πραγματικότητα. Από τη δεκαετία του 1960 μια αυξανόμενη πλειοψηφία του ευρωπαϊκού πληθυσμού έπαυσε να συμμετέχει τακτικά στην παραδοσιακή θρησκευτική πρακτική, ενώ εξακολουθούν να διατηρούν σχετικά υψηλά επίπεδα ατομικής θρησκευτικότητας. Η Grace Davie χαρακτήρισε αυτή τη γενική κατάσταση στην Ευρώπη ως "πίστη χωρίς ένταξη (believing without belonging)". Ταυτόχρονα, όμως, μεγάλος αριθμός των Ευρωπαίων, ακόμα και στις πιο κοσμικές χώρες, αυτοπροσδιορίζονται ακόμα ως «Χριστιανοί», που παραπέμπει σε μια σιωπηρή, διάχυτη, υποκείμενη χριστιανική πολιτιστική ταυτότητα. Η Danièle Hervieu-Léger πρότεινε το αντίθετο χαρακτηρισμό της κατάστασης στην Ευρώπη, «ένταξη χωρίς πίστη (belonging without believing)». Η "κοσμική" και η "χριστιανική" πολιτιστική ταυτότητα διαπλέκεται με πολύπλοκους και άρρητους τρόπους στους περισσότερους Ευρωπαίους.

Οι παραδοσιακές εξηγήσεις της Ευρωπαϊκής εκκοσμίκευσης, με αναφορά στη θεσμική διαφοροποίηση, τον ανερχόμενο ορθολογισμό, ή τον αυξανόμενο ατομισμό, δεν είναι πειστικές, διότι σε άλλες σύγχρονες κοινωνίες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, δεν παρατηρούνται παρόμοια επίπεδα μείωσης της θρησκευτικότητας. Η εξήγηση θα πρέπει να αναζητηθεί όχι στις γενικές διαδικασίες του εκσυγχρονισμού, αλλά συγκεκριμένα στις ευρωπαϊκές ιστορικές εξελίξεις.

Η πιο ουσιαστική ερώτηση στην Ευρώπη, και το κλειδί της επεξήγησης του ιδιαίτερου χαρακτήρα της ευρωπαϊκής εκκοσμίκευσης, είναι το γιατί οι εθνικές εκκλησίες, από τη στιγμή που παραχώρησαν στο κοσμικό έθνος-κράτος την παραδοσιακή ιστορική λειτουργία τους ως σύμβολα κοινωνικής ενότητας (δηλαδή ως εκπρόσωποι της κοινοτικής ταυτότητας και φορείς της συλλογικής μνήμης), έχασαν στην πορεία την ιδιότητα να λειτουργούν ως θρησκείες για την ατομική σωτηρία. Κρίσιμης σημασίας είναι το ερώτημα γιατί τα άτομα στην Ευρώπη, από τη στιγμή που έχασαν την πίστη στις εθνικές εκκλησίες τους, δεν έκαναν τον κόπο να αναζητήσουν εναλλακτικές.

Στη ρίζα του ζητήματος βρίσκεται η τάση σύνδεσης της διαδικασίας της εκκοσμίκευσης με τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού. Η μείωση της θρησκευτικότητας ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του ιδανικού της εκκοσμίκευσης, με αποτέλεσμα να θεωρείται φυσιολογική και προοδευτική, φυσική συνέπεια του να είναι κανείς μοντέρνος και διαφωτισμένος Ευρωπαίος. Αντίθετα, το πρότυπο του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους όπως κωδικοποιήθηκε στην Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ, δόμησε το μοναδικό πρότυπο του αμερικανικού θρησκευτικού πλουραλισμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν ποτέ τους εθνική εκκλησία. Όλες οι θρησκείες στην Αμερική, εκκλησίες καθώς και αιρέσεις, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους, τους δογματικούς ισχυρισμούς, και την εκκλησιαστική τους ταυτότητα, μετατράπηκαν σε ισότιμα θρησκεύματα, επισήμως ίσα βάσει Συντάγματος και ο ανταγωνιζόμενα σε μια σχετικά ελεύθερη και πλουραλιστική θρησκευτική αγορά.

Αρχικά, η ποικιλομορφία και η ισότητα θεσμοθετήθηκε μόνο ως εσωτερικός θρησκευτικός πλουραλισμός του αμερικανικού Προτεσταντισμού. Η Αμερική ορίστηκε ως «χριστιανικό» έθνος, όπου «χριστιανικό» σήμαινε αποκλειστικά «προτεσταντικό». Τελικά όμως, ενσωματώθηκαν επίσης οι Καθολικοί και οι Εβραίοι στο σύστημα του αμερικανικού θρησκευτικού πλουραλισμού. Έλαβε χώρα μια διεργασία με την οποία ο Καθολικισμός και ο Ιουδαϊσμός μετατράπηκαν σε «αμερικανικές» θρησκείες, ενώ η αμερικανική θρησκεία και το έθνος μεταμορφώθηκαν στην πορεία. Η Αμερική έγινε ένα «ιουδαιο-χριστιανικό έθνος», ενώ Προτεστάντες, Καθολικοί, και Εβραίοι έγιναν τα τρία δόγματα που συνιστούν της αμερικανικής εθνικής θρησκεία.

Παρατηρούμε εδώ ότι στη διαδικασία αυτή δεν συμπεριλαμβάνονται άλλες θρησκείες, όπως το Ισλάμ, ο Βουδισμός ή ο ανιμισμός των ιθαγενών Αμερικανών. Ο υποτιθέμενος αυτός θρησκευτικός πλουραλισμός αφορά μόνο τις εβραϊκές και χριστιανικές ομολογίες.

Το γεγονός ότι η θρησκεία, τα θρησκευτικά ιδρύματα, και η θρησκευτική ταυτότητα έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη διαδικασία ενσωμάτωσης των ευρωπαίων μεταναστών έχει επαρκώς τεκμηριωθεί από τον Will Herberg. Τόσο η διατριβή του Herberg όσο και μεταγενέστερες μελέτες διαπιστώνουν ότι οι μετανάστες έγιναν πιο θρησκευόμενοι καθώς γίνονταν πιο Αμερικανοί. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε, ως εκ τούτου, ότι  θρησκευτικότητα των μεταναστών δεν είναι απλώς ένα παραδοσιακό κατάλοιπο του Παλαιού κόσμου που ενδέχεται να εξαφανιστεί με την προσαρμογή στο νέο πλαίσιο, αλλά μάλλον μια προσαρμοστική αντίδραση στο Νέο Κόσμο. Η διατριβή δείχνει ότι οι μετανάστες τείνουν να θρησκεύονται περισσότερο λόγω της κοινωνικής πίεσης να ταιριάξουν στα αμερικανικά θρησκευτικά πρότυπα, αλλά επίσης ότι οι συλλογικές θρησκευτικές ταυτότητες ήταν πάντα ένας βασικός τρόπος δόμησης του θρησκευτικού πλουραλισμού στην αμερικανική ιστορία.

Προκειμένου για τη θρησκεία, δεν υπάρχει καθολικός κανόνας. Όλες οι θρησκείες του κόσμου μεταμορφώνονται ριζικά σήμερα, όπως και καθ' όλη την περίοδο της Ευρωπαϊκής αποικιακής επέκτασης, από τις διαδικασίες του εκσυγχρονισμού και της παγκοσμιοποίησης. Μεταμορφώνονται όμως με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Οι κοινωνιολόγοι της θρησκείας καλά θα κάνουν να πάψουν να ασχολούνται με τη μείωση της θρησκευτικότητας και να εστιάσουν στις νέες μορφές που λαμβάνει η θρησκεία σε όλο τον κόσμο, σε τρία διαφορετικά επίπεδα: το ατομικό, το ομαδικό και το κοινωνικό.

Στο κοινωνικό επίπεδο, ο κοσμικός εθνικισμός και οι εθνικές «κοσμικές θρησκείες» θα εξακολουθήσουν να είναι φορείς συλλογικής ταυτότητας, ωστόσο οι διεργασίες της παγκοσμιοποίησης είναι πολύ πιθανό να ενισχύσουν την επανεμφάνιση μεγάλων «παγκόσμιων θρησκειών» με τη μορφή διεθνοποιημένων νοητών θρησκευτικών κοινοτήτων (imagined religious communities). Ενδέχεται να εμφανιστούν νέες τέτοιες κοσμοπολίτικες κοινότητες, κατά πάσα πιθανότητα όμως οι πιο διαδεδομένες θα είναι και πάλι οι θρησκείες των παλαιών πολιτισμών. Είναι αρκετά απίθανο να επιτευχθεί ο περιορισμός της θρησκευτικότητας στην ιδιωτική σφαίρα, είτε από τα αυταρχικά καθεστώτα είτε από τα φιλελεύθερα δημοκρατικά συστήματα. Τα αυταρχικά συστήματα ενδέχεται να έχουν μια προσωρινή επιτυχία μέσω της καταστολής, τα δημοκρατικά θα δυσκολευτούν περισσότερο. Όπως δείχνει πάντως η περίπτωση της Γαλλίας, η λαϊκότητα (laïcité) μπορεί όντως να γίνει μια ιερή συνταγματική αρχή.

Σχετικά με την αναγκαιότητα της εκκοσμίκευσης, ο Καζανόβα λεει τα εξής:

Δεν βρίσκω κανέναν επιτακτικό λόγο, σε δημοκρατική ή σε φιλελεύθερη βάση, για να αποκλείσουμε επί της αρχής τη θρησκεία από τη δημόσια σφαίρα. Θα μπορούσαμε, για ρεαλιστικούς ιστορικούς λόγους, να υποστηρίξουμε την ανάγκη διαχωρισμού μεταξύ «εκκλησίας» και «κράτους», αν και δεν είμαι πλέον πεπεισμένος ότι η πλήρης διαχωρισμός είναι είτε αναγκαία είτε ικανή συνθήκη για τη δημοκρατία. [...] Όπως δείχνουν τα παραδείγματα πολλών σύγχρονων κοσμικών αυταρχικών και ολοκληρωτικών, από τη Σοβιετική Ένωση ως την Τουρκία, η απαγόρευση δεν είναι σε καμία περίπτωση επαρκής προϋπόθεση για τη δημοκρατία. Από την άλλη πλευρά, πολλές χώρες με επίσημη κρατική θρησκεία, όπως η Αγγλία και οι Λουθηρανικές Σκανδιναβικές χώρες, έχουν καλό ιστορικό δημοκρατικών ελευθεριών και προστασίας των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των θρησκευτικών. [...] Οι κανόνες για την προστασία από την τυραννία των θρησκευτικών πλειοψηφικών αρκεί να είναι οι ίδιοι δημοκρατικοί κανόνες που εφαρμόζονται για προστασία από την τυραννία κάθε δημοκρατικής πλειοψηφίας. Η προστασία των δικαιωμάτων της οποιασδήποτε μειονότητας, θρησκευτικής ή κοσμικής, οφείλουν να είναι βασικές κανονιστικές αρχές κάθε φιλελεύθερου δημοκρατικού συστήματος. Κατ' αρχήν δεν θα πρέπει να χρειάζεται καμία επιπλέον ειδική αρχή ή νομοθεσία περί κοσμικότητας. Αλλά στην πράξη, ιστορικά και ρεαλιστικά, ίσως είναι απαραίτητο να απεξαρτηθούν τα κράτη από εκκλησιαστικά ιδρύματα που αξιώνουν είτε μονοπωλιακά δικαιώματα είτε συγκεκριμένα προνόμια, και να εφαρμοστούν συνταγματικά και μερικές φορές και έκτακτα μέτρα για να αποδυναμώσουν παγιωμένες τυραννικές πλειοψηφίες.

Μπορώ να πω ότι συμφωνώ κι εγώ επί της αρχής με τον Καζανόβα: δεν θα έπρεπε να είναι απαραίτητο να γίνει ρητή θεσμική αναφορά στον αποκλεισμό της θρησκείας από την πολιτεία. Ωστόσο, δεδομένης όχι μόνο της ιστορικής πραγματικότητας αλλά και της φύσης της θρησκείας, θεωρώ ότι είναι και θα είναι πάντα απαραίτητο. Αυτό επειδή οι περισσότερες θρησκείες – και κατά κύριο λόγο οι αβραμικές, οι οποίες έχουν και τη μεγαλύτερη παράδοση εμπλοκής με την κρατική εξουσία – παρουσιάζουν το δόγμα τους ως την υψηλότερη δυνατή αξία. Το γεγονός αυτό δεν είναι διόλου ανώδυνο: δημιουργεί στους πιστούς την βαθιά συγκινησιακή αίσθηση ότι το πρώτο και υψηλότερο καθήκον τους είναι προς τη θρησκεία τους και όχι προς την πολιτεία ή προς τον συνάνθρωπό τους.

Γράφει ακόμη ο Καζανόβα:

Η εκκοσμίκευση δεν έχει εφαρμογή σε θρησκείες όπως ο Κομφουκιανισμός και ο Ταοϊσμός, στο βαθμό που δεν χαρακτηρίζονται από υψηλή ένταση με τον «κόσμο», στο βαθμό που το μοντέλο υπερβατικότητας που προτείνουν δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί «θρησκευτικό» και εφόσον δεν έχουν εκκλησιαστική οργάνωση. Κατά μία έννοια, οι θρησκείες που υπήρξαν πάντα "κοσμικές" και "λαϊκές" δεν χρειάζεται να υποβληθούν σε μια διαδικασία εκκοσμίκευσης.

Κατά τη γνώμη μου ωστόσο, το θέμα της εκκοσμίκευσης αγγίζει όλες τις θρησκείες και όλες τις μεταφυσικές πεποιθήσεις γενικότερα. Αυτό διότι κάθε μας πεποίθηση επηρεάζει τις πράξεις μας και τη στάση ζωή μας. Ένας Ιάπωνας σιντοϊστής, φερ’ ειπείν, ενδέχεται να αρνηθεί τη δωρεά οργάνων σώματος, προκειμένου να μην διαταράξει το πνεύμα του νεκρού. Η απόφαση αυτή έχει συνέπειες σε κοινωνικό επίπεδο, αν δε η νοοτροπία αυτή επιτραπεί να εισχωρήσει και στους θεσμούς της πολιτείας, γίνεται άμεσα κατανοητό ότι οι συνέπειες αυτές θα είναι κατά πολύ ευρύτερες.

Δεν υπάρχει λοιπόν θρησκεία η μεταφυσική πεποίθηση που να μην έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές του ανθρωπισμού και που να μπορεί να εξαιρεθεί από την αναγκαιότητα της εκκοσμίκευσης, τουλάχιστον σε πολιτειακό και κοινωνικό επίπεδο.



Κοσμικισμός

Κοσμικισμός ή σεκουλαρισμός ονομάζεται η άποψη πως το κράτος και κάθε άλλη κοινωνική οντότητα πρέπει να είναι εντελώς διαχωρισμένη από τους διάφορους θρησκευτικούς θεσμούς και πεποιθήσεις. Ο κοσμικισμός διεκδικεί το δικαίωμα του θρησκευτικού αποχρωματισμού κοινωνικών και πολιτικών θεσμών, δηλαδή τον πλήρη διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους

Αν και συχνά ο όρος κοσμικισμός συγχέεται με αυτόν της εκκοσμίκευσης, ο κοσμικισμός αναφέρεται κυρίως στην ιδέα πως η θρησκεία δεν πρέπει να έχει καθόλου επιρροή στους κοινωνικούς θεσμούς, ενώ η εκκοσμίκευση αναφέρεται στην κοινωνική διαδικασία μετατροπής μίας κοινωνίας σε άθρησκη, δηλαδή στην εφαρμογή του κοσμικισμού στην πράξη.

Το κεντρικό σκεπτικό του κοσμικισμού είναι η άποψη πως οι ανθρώπινες πράξεις και αποφάσεις, κυρίως οι πολιτικές, πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά στοιχεία και γεγονότα καθώς και σε καθολικά αποδεκτές αρχές και αξίες. Οι διάφορες θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν έχουν αντικειμενικό έρεισμα αλλά βασίζονται σε ένα εξ αποκαλύψεως δόγμα του οποίου η ορθότητα δεν τίθεται υπό συζήτηση και επιπλέον διαφέρουν από θρήσκευμα σε θρήσκευμα. Συνεπώς δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως βάση για συγκρότηση μιας ελεύθερης κοινωνίας, δεδομένου ότι δεν έχουν καθολική αποδοχή και η υιοθέτηση οποιασδήποτε θρησκευτικής πεποίθησης εκ των πραγμάτων στην καλύτερη περίπτωση παραγκωνίζει και στη χειρότερη καταπιέζει ή και καταδιώκει όλες τις άλλες. Η επιρροή των θρησκευτικών πεποιθήσεων στις πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, είτε γίνεται εσκεμμένα και ιδιοτελώς από διάφορους θρησκευτικούς οργανισμούς είτε γίνεται ασυναίσθητα και καλοπροαίρετα από κρατικούς και κοινωνικούς λειτουργούς που πρόσκεινται σε συγκεκριμένα θρησκεύματα, αλλοτριώνει τις ανθρώπινες σχέσεις και οδηγεί σε φαινόμενα κρατικών λειτουργών που προτάσσουν τη θρησκευτική πίστη τους έναντι των ανειλημμένων υποχρεώσεών τους προς την πολιτεία και έναντι των ευθυνών τους προς τους συμπολίτες τους.



Όπως αναφέρει η Πηνελόπη Φουντεδάκη, επίκουρη καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου, στο άρθρο της «Σχέσεις κράτους και εκκλησίας στον ευρωπαϊκό χώρο» (περιοδικό Το Σύνταγμα, τ.4-5/2000), κοινό χαρακτηριστικό των δύο πόλων του ζεύγματος εκκλησία-κράτος είναι η εξουσία και κοινό πεδίο διεκδίκησης ο δημόσιος χώρος. [Ο José Casanova, καθηγητής κοινωνιολογίας της θρησκείας στο πανεπιστήμιο του Georgetown, στο βιβλίο του Public Religions in the Modern World, υπογραμμίζει την εμμονή των εκκλησιών στη διεκδίκηση του δημόσιου πεδίου.] Η αποσύνδεση του κράτους από την εκκλησία σε επίπεδο συνταγματικών προβλέψεων αλλά και στο επίπεδο της εφαρμογής τους στην πράξη δεν είναι ούτε απλή ούτε αναίμακτη· οι λόγοι είναι αρκετοί, με σημαντικότερους τους εξής:

Πρώτος λόγος είναι η εξ ορισμού διαφορετικότητα μεταξύ των δύο. Το κράτος στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία από την οποία απορρέει η σχετικότητα της αλήθειας, ενώ οι θρησκείες στηρίζονται στην αλήθεια της θείας αποκάλυψης. Παρατηρείται, συνεπώς, αφ' ενός η υιοθέτηση διαφορετικών αξιών από τμήματα της κοινωνίας με τη στήριξη του κράτους, αφ' ετέρου εκδηλώσεις μη σεβασμού της διαφορετικής άποψης με τη στήριξη της εκκλησιαστικής πλευράς.

Δεύτερος λόγος είναι η διαφορά του σκοπού στη δράση των δύο. Κάθε θρησκεία στοχεύει στη διατήρηση και αύξηση των πιστών της και στην προστασία των δογμάτων της, ενώ το σύγχρονο κράτος έχει σκοπό να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας συνείδησης των πολιτών του σε συνδυασμό με την ανοχή, που υπαγορεύεται και από τις νέες δομές των πολυπολιτισμικών ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Ακριβώς αυτοί οι δύο λόγοι που αναφέρει η Φουντεδάκη είναι, κατά τη γνώμη μου, οι βασικότεροι λόγοι για τους οποίους επιβάλλεται η πλήρης απεμπλοκή θρησκείας και πολιτείας, δηλαδή η εκκοσμίκευση του κράτους.



Θρησκευτικές πεποιθήσεις

Προκειμένου να εξετάσουμε τη σχέση της εκκοσμίκευσης με τις διάφορες θρησκευτικές πεποιθήσεις ή την απουσία τους, καλό θα ήταν να έχουμε μια σαφή εικόνα των κατηγοριοποιήσεων που υπάρχουν στη θεώρηση του ζητήματος του θεού.

Όσον αφορά την πίστη σε θεότητα: θεϊστές, ντεϊστές και αθεϊστές (ή άθεους).

Όσον αφορά την γνωσιολογική προσέγγιση: αγνωστικιστές και μη αγνωστικιστές.

Όσον αφορά την ένταξη σε θρήσκευμα: θρήσκους και άθρησκους.

Ανάμεσα στις παραπάνω κατηγορίες μπορεί να υπάρξει οποιοσδήποτε συνδυασμός, ακόμη και θρήσκος αθεϊστής. Μην πάμε μακριά, η Ελλάδα είναι γεμάτη τέτοιους. Ένας καλός φίλος μου δηλώνει «ορθοδόξως άθεος» και είναι πολλοί οι Έλληνες που αυτοχαρακτηρίζονται Χριστιανοί Ορθόδοξοι, συμμετέχουν περιστασιακά στα τελετουργικά και τηρούν ορισμένα έθιμα, ενώ παράλληλα δεν υιοθετούν το δόγμα στην ολότητά του, δεν πιστεύουν στην ύπαρξη θεού, και δεν φαίνονται να βιώνουν καμία αντίφαση.

Η Ευδοκία Ψαρρά, γραμματέας της Έν.Α., έγραψε στο φόρουμ «Αθεΐα»: «Ποτέ δεν ήταν δύσκολο για τον χριστιανό να διαχωρίσει την θρησκεία από την εκκλησία στο μυαλό του. Από την άλλη του ήταν πάντα δύσκολο να διαχωρίσει τη θρησκεία από το κράτος και το έθνος.”

Πράγματι, η πλειοψηφία των Ελλήνων που θέλουν να λέγονται Χριστιανοί Ορθόδοξοι καταφέρονται συχνά εναντίον της Εκκλησίας, της διαφθοράς και της υποκρισίας που διακρίνει τον κλήρο, όταν όμως παρατηρήσει κανείς ότι με τη στάση ζωής τους στηρίζουν αυτήν την ίδια εκκλησία που κατηγορούν, αμέσως υπερασπίζονται τη θέση τους ισχυριζόμενοι ότι «άλλο θρησκεία και άλλο εκκλησία». Θα περίμενε κανείς κατόπιν τούτου να έχουν μια πνευματική σχέση με τη θρησκεία, παρακάμπτοντας τους κατά γενική παραδοχή ανάξιους λειτουργούς της στην επικοινωνία τους με το θείο. Αντίθετα βλέπουμε να μην έχουν καθόλου πνευματική ζωή και να σχετίζονται με τους λειτουργούς της θρησκείας καθαρά επιφανειακά και εργολαβικά, χρησιμοποιώντας τους αποκλειστικά ως τελετάρχες σε γάμους, κηδείες, βαπτίσεις (που τις αντιμετωπίζουν ως ονοματοδοσίες και όχι ως μυήσεις), καθώς και στο άναμμα της λαμπάδας και τους ψαλμούς της αναστάσεως επί ένα δεκάλεπτο.

Ας δούμε λίγο τώρα τις έννοιες που αναφέραμε.

Θρήσκος θεωρείται αυτός που αυτοχαρακτηρίζεται ως οπαδός συγκεκριμένου θρησκεύματος, συνήθως δε (αλλά όχι πάντα) και ως μέλος συγκεκριμένου θρησκευτικού οργανισμού.

Αθρησκεία ονομάζεται η μη ένταξη σε συγκεκριμένο θρήσκευμα. Ένας άθρησκος ενδέχεται να πιστεύει σε θεότητες, δηλαδή να είναι θεϊστής, αλλά όχι στο πλαίσιο κάποιας θρησκείας. Η αθρησκεία μπορεί να συμβαδίζει με την αθεΐα, τον ντεϊσμό, τον θεϊσμό ή τον αγνωστικισμό. Μπορεί να συνδυάζεται με αντιθρησκευτικότητα, αλλά όχι αναγκαστικά.

Η αντιθρησκευτικότητα ή αντιθεϊσμός είναι η εχθρική και επιθετική στάση απέναντι στη θρησκευτική πίστη και ιδιαίτερα απέναντι στην οργανωμένη θρησκεία και τους θρησκευτικούς οργανισμούς. Ενδέχεται να πηγάζει από μια πολιτική ιδεολογία όσο και από μια υλιστική ή σκεπτικιστική φιλοσοφική θεώρηση.

Οι όροι αθεϊσμός και αθεΐα είναι συνώνυμοι και δηλώνουν την οντολογική θέση που απορρίπτει την ύπαρξη του Θεού. Είναι ο αντίποδας του θεϊσμού, δηλαδή της πεποίθησης ότι υπάρχει θεότητα ή θεότητες, και περιλαμβάνει τόσο τις απόψεις εκείνων που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη θεοτήτων (αρνητικός αθεϊσμός) όσο κι εκείνων που είναι πεπεισμένοι για την ανυπαρξία τέτοιων οντοτήτων (θετικός ή σκληροπυρηνικός αθεϊσμός). Στη συνείδηση των περισσότερων ανθρώπων, ο αθεϊσμός ταυτίζεται με τη δεύτερη κατηγορία. Ωστόσο η εμπειρία μου μέσα από την Έν.Α. μου έδειξε ότι στην πλειοψηφία τους όσοι δηλώνουν άθεοι ανήκουν στην πρώτη.

Προσωπικά προτιμώ να χρησιμοποιώ τη λέξη άθεος για να προσδιορίσω το άτομο που απλώς δεν τρέφει πίστη σε θεότητες, είτε έχει καταλήξει στη θέση αυτή μετά από προβληματισμό είτε όχι, και τη λέξη αθεϊστής για δηλώσω το άτομο που έχει διερευνήσει το ερώτημα περί ύπαρξης θεοτήτων και έχει καταλήξει συνειδητά στην άποψη ότι δεν υπάρχει κανένα τεκμήριο τέτοιας ύπαρξης ούτε κανένας λόγος να δεχτούμε την ύπαρξη αυτή άνευ τεκμηρίων. Κάνω δηλαδή μια λίγο έως πολύ αυθαίρετη διάκριση μεταξύ της αθεΐας ως κατάστασης, και του αθεΐσμού ως ιδεολογίας, με αφορμή κυρίως αυτήν την κατάληξη –ισμός που κατά κανόνα παραπέμπει σε ιδεολογία, αλλά και την αναγκαιότητα διάκρισης των συνειδητών άθεων (αθεϊστών, κατ’ εμέ) από τους μη συνειδητούς.

Αγνωστικισμός ονομάζεται η φιλοσοφική θεώρηση ότι η αλήθεια ορισμένων μεταφυσικών υποθέσεων, όπως οι θεολογικοί ισχυρισμοί που αφορούν την ύπαρξη του Θεού, των θεών ή θεοτήτων, είναι είτε προς το παρόν άγνωστη είτε εγγενώς απρόσιτη. Ο όρος αυτός πλάστηκε από τον Τόμας Χένρυ Χάξλεϋ στα 1869 και χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψουν μια σκεπτικιστική ή διπλωματική στάση σχετικά με την ύπαρξη θεοτήτων καθώς και με άλλα ζητήματα της θρησκείας.

Όσοι αυτοχαρακτηρίζονται αγνωστικιστές χωρίζονται σε δύο γενικές κατηγορίες: αυτούς που ισχυρίζονται ότι δεν είναι δυνατόν να κατακτήσουμε απόλυτη ή βέβαιη πνευματική ή μεταφυσική γνώση, και σε εκείνους που πρεσβεύουν ότι ενώ η βεβαιότητα ενδέχεται να είναι δυνατή, οι ίδιοι προσωπικά δεν κατέχουν τέτοια γνώση. Η δεύτερη κατηγορία είναι μακράν η πολυπληθέστερη σήμερα, τουλάχιστον απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω εμπειρικά. Και στις δύο περιπτώσεις, ο αγνωστικισμός εμπεριέχει σκεπτικισμό απέναντι στις θρησκευτικές βεβαιώσεις, αλλά οι δύο περιπτώσεις διαφέρουν κατά πολύ μεταξύ τους: η πρώτη κατηγορία κάνει μια δήλωση σχετικά με τη φύση της γνώσης, ενώ η δεύτερη κάνει απλώς μια δήλωση για την προσωπική γνωσιολογική κατάσταση του υποκειμένου, είναι ένα απλό «δεν ξέρω» που απαντά στο ερώτημα «υπάρχει θεός;» Έτσι λοιπόν διακρίνουμε δύο πολύ διαφορετικές αγνωστικιστικές θέσεις:

Ισχυρός αγνωστικισμός  (σκληροπυρηνικός, κλειστός, αυστηρός) — η άποψη ότι το ερώτημα για την ύπαρξη των θεοτήτων είναι από τη φύση του ανεξιχνίαστο ή ότι τα ανθρώπινα όντα δεν είναι κατάλληλα εξοπλισμένα να κρίνουν τις σχετικές ενδείξεις.

Ασθενής αγνωστικισμός (μετριοπαθής, ανοιχτός, εμπειρικός) — η άποψη ότι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία του Θεού ή των θεών είναι προς το παρόν άγνωστη, όχι όμως απαραίτητα ανεξιχνίαστη, επομένως αναβάλλει κανείς την κρίση του μέχρις ότου περισσότερες αποδείξεις είναι διαθέσιμες.

Από τις δύο παραπάνω θέσεις, μόνον η πρώτη ταυτίζεται με τον γνήσιο αγνωστικισμό όπως ορίστηκε από τον Χάξλεϋ. Παρατηρούμε δε ότι ο γνήσιος αγνωστικισμός δεν συνιστά θρησκευτική πεποίθηση αλλά φιλοσοφική θεώρηση της γνώσης, και είναι συμβατός με όλες τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Μπορεί κανείς να είναι αγνωστικιστής θεϊστής, αγνωστικιστής ντεϊστής ή αγνωστικιστής αθεϊστής, και μπορεί να είναι είτε θρήσκος είτε άθρησκος.

Περισσότερα για τον αγνωστικισμό:
Πρώτος αγνωστικιστής της ιστορίας μπορεί να θεωρηθεί ο αρχαίος Έλληνας σοφιστής Πρωταγόρας. Όταν του ζήτησαν να τοποθετηθεί σχετικά με την ύπαρξη των θεών, απάντησε: "Για τους θεούς δεν μπορώ να γνωρίζω τίποτα: ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν, ούτε τι λογής μορφή έχουν. Γιατί είναι πολλά τα όσα εμποδίζουν να γνωρίζουμε. Από τη μία το άδηλο του ζητήματος και από την άλλη η συντομία της ανθρώπινης ζωής". Τα λόγια αυτά περιέχουν τον πυρήνα του αγνωστικισμού, την πεποίθηση δηλαδή ότι το ερώτημα περί ύπαρξης θεοτήτων είτε είναι εγγενώς ανεξιχνίαστο είτε η διερεύνησή του ξεφεύγει από τις ανθρώπινες δυνατότητες.

Οι απόψεις του ίδιου του Χάξλεϋ φαίνεται να εκφράζουν περισσότερο μια ξεκάθαρα αθεϊστική παρά μια αγνωστικιστική θέση: «Την αθανασία του ανθρώπου ούτε την βεβαιώνω ούτε την αρνούμαι. Δεν βλέπω κανένα λόγο να την πιστέψω, από την άλλη όμως, δεν έχω και κανένα τρόπο να την καταρρίψω. Δεν αντιτίθεμαι a priori στο δόγμα. [...] Δώστε μου σχετικές αποδείξεις, τέτοιες που θα δικαιολογούσαν την πίστη μου σε οτιδήποτε άλλο, και θα το πιστέψω.»

«Δεν είχα ποτέ μου έστω και ελάχιστη συμπάθεια για την a priori επιχειρηματολογία κατά της ορθοδοξίας, και τρέφω από τη φύση και το χαρακτήρα μου τη μεγαλύτερη δυνατή αντιπάθεια προς την όλη σχολή των αθεϊστών και των απίστων. Εντούτοις γνωρίζω ότι είμαι, παρά τις ενστάσεις μου, αυτό ακριβώς που ένας Χριστιανός θα αποκαλούσε, και δικαιολογημένα απ' όσο μπορώ να δω, αθεϊστή και άπιστο. Δεν μπορώ να διακρίνω μια σκιά ή έστω μια υπόνοια αποδείξεως ότι το μεγάλο άγνωστο που υπόκειται των φαινομένων του σύμπαντος στέκεται ενώπιόν μας με τη μορφή ενός Πατέρα που μας αγαπά και νοιάζεται για μας, όπως διαβεβαιώνει ο Χριστιανισμός. Έτσι, αναφορικά με τα άλλα μεγάλα Χριστιανικά δόγματα, την αθανασία της ψυχής και τη μέλλουσα κατάσταση της ανταμοιβής και της τιμωρίας, ποιες πιθανές αντιρρήσεις μπορώ εγώ [...] να προβάλω σ' αυτά τα δόγματα; Δώστε μου μιαν αναλαμπή αποδείξεως και είμαι πρόθυμος να τα ενστερνιστώ με ενθουσιασμό.»

Σχετικά με την προέλευση του όρου «αγνωστικιστής» για να περιγράψει τη στάση του, ο Χάξλεϋ έδωσε την ακόλουθη εξήγηση: "Έτσι σκέφτηκα, και εφηύρα τον κατάλληλο, κατά τη γνώμη μου, τίτλο ‘αγνωστικιστής’. Μου ήρθε στο νου ως δηλωτικά αντίθετος στον τίτλο ‘γνωστικιστής’ της Εκκλησιαστικής ιστορίας, ο οποίος διατεινόταν ότι γνωρίζει τόσο πολλά για αυτά τα ίδια πράγματα που εγώ δηλώνω αδαής. "

Μια που αναλύσαμε τόσο τον αγνωστικισμό, αξίζει ίσως να κάνουμε μια σύντομη αναφορά στον γνωστικισμό, ένα προχριστιανικό φιλοσοφικό και θρησκευτικό κίνημα, το οποίο εντάχθηκε και εκφράστηκε και μέσα από τον Χριστιανισμό.

Το κεντρικό δόγμα περί σωτηρίας στον γνωστικισμό ισχυρίζεται ότι η θεϊκή σπίθα μέσα στους ανθρώπους ελευθερώνεται μόνο μέσω της απόκτησης γνώσης όσον αφορά το μέρος από όπου προήλθε, το πώς βρέθηκε εδώ και το πώς μπορεί να επιστρέψει εκεί. Η απελευθέρωση από αυτόν τον υλικό κόσμο, με άλλα λόγια, μπορεί να επέλθει μόνο μέσω απελευθερωτικής, μυστικιστικής Γνώσης. Αυτή η Γνώση, όμως, δεν μπορεί να αποκτηθεί με μέσα αυτού του κόσμου. Πρέπει συνεπώς να προέλθει από εξωτερική πηγή, από έναν θεϊκό λυτρωτή. Σε χριστιανικούς τύπους γνωστικισμού, ο Ιησούς Χριστός είναι εκείνος που φέρει αυτή τη γνώση.

Είναι φανερό ότι αυτή η μυστικιστική «γνώση» καμία σχέση δεν έχει με την πραγματική γνώση του κόσμου, την οποία αποκτάμε μόνο με την παρατήρηση και την λογική επεξεργασία των δεδομένων και όχι μέσα από μυστικιστικές διεργασίες.

Γράφει ο Χάξλεϋ στο δοκίμιό του «Αγνωστικισμός και χριστιανισμός»: «Σε θέματα διανόησης, ακολουθήστε τη λογική μέχρι εκεί που μπορεί να σας βγάλει, χωρίς να σας απασχολεί οποιαδήποτε άλλη έγνοια. Και αντίστροφα: σε θέματα διανόησης, μην προσποιείστε ότι είναι βέβαια συμπεράσματα τα οποία δεν έχουν αποδειχθεί ή δεν μπορούν να αποδειχθούν.» (Χάξλεϋ, Αγνωστικισμός, Agnosticism and Christianity and Other Essays, 1889). Ο Α. Γ. Μόμερι παρατηρεί ότι αυτό δεν είναι παρά ένας ορισμός της εντιμότητας. Ο συνήθης ορισμός του Χάξλεϋ προχωρούσε ωστόσο πέραν της απλής εντιμότητας, καθώς επέμενε ότι αυτά τα μεταφυσικά ζητήματα ήταν θεμελιωδώς ανεξιχνίαστα.



Σε σχέση με τη στάση που τηρούμε απέναντι στη θρησκεία, και σε ατομικό επίπεδο αλλά κυρίως σε επίπεδο κράτους, χρήσιμο είναι στο σημείο αυτό να αναλύσουμε λίγο την πολυσυζητημένη έννοια της ανεξιθρησκείας.

Ανεξιθρησκεία λέγεται η αναγνώριση και ανοχή του δικαιώματος του κάθε ανθρώπου είτε να πιστεύει σε όποια θρησκεία επιθυμεί και να θρησκεύεται ελεύθερα, κατά το δόγμα του, χωρίς περιορισμούς, είτε ακόμα και να μην πιστεύει σε καμία (αθεΐα). Στο πλαίσιο του κράτους και τις σχέσεις του με τους πολίτες η ανεξιθρησκία αποτελεί όρο του Συνταγματικού Δικαίου και δηλώνει την ανοχή του Κράτους απέναντι σε κάθε γνωστή και αναγνωρισμένη θρησκεία.

Από πολλούς η ανεξιθρησκεία θεωρείται ικανοποιητική αντιμετώπιση στο θέμα της θρησκείας και παραπάνω από επαρκής για ένα κράτος δικαίου. Ωστόσο πρέπει να γίνει καλά κατανοητό ότι η ανεξιθρησκεία συνιστά απλώς ανοχή της λατρείας των θρησκευμάτων και συχνά ούτε καν όλων, παρά μόνο των «γνωστών» ή «αναγνωρισμένων», κάτι που ισχύει και στη χώρα μας, χωρίς καν να δίνεται ορισμός του τι σημαίνει «γνωστή θρησκεία» και χωρίς να θεσπίζεται διαδικασία «αναγνώρισης» ενός θρησκεύματος. Η ανοχή στην πράξη σημαίνει απλώς ότι το κράτος δεν ασκεί δίωξη κατά κανενός θρησκεύματος και τίποτε παραπάνω. Υπό το καθεστώς της ανεξιθρησκείας το άτομο έχει τη δυνατότητα να ασκεί τη λατρεία της προτίμησής του, δεν μπορεί όμως να αξιώσει κανένα άλλο δικαίωμα για την ικανοποίηση της θρησκευτικής του συνείδησης, την ποία δεν σέβεται πάντοτε σε όλη της την έκταση η πολιτεία υπό το καθεστώς αυτό.

Υπό το καθεστώς της ανεξιθρησκείας ο πολίτης που δεν ανήκει στην επίσημη θρησκεία του κράτους αισθάνεται μειωμένος ως πολίτης δεύτερης κατηγορίας, γιατί η έννοια της ανοχής δεν απέχει πολύ από την έννοια της επιείκειας και της συγγνώμης. Όπως είπε και ο Μιραμπώ κατά την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης: «Η πιο απεριόριστη ελευθερία της θρησκείας είναι στα μάτια μου ένα δικαίωμα τόσο ιερό, ώστε η λέξη ανεξιθρησκεία που θα μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει για να την αποδώσει, θα μου φαινόταν αυτόχρημα τυραννική, αφού η ύπαρξη μιας αρχής που ανέχεται, επιβουλεύεται συγχρόνως, με την ανοχή την ελευθερία της σκέψης, και θα ήταν δυνατόν να πάψει να ανέχεται
Περισσότερα για την ανοχή:
Παραθέτω εδώ απόσπασμα από παλιότερο άρθρο μου με τίτλο «Όχι άλλη ανοχή»:

Στην σύγχρονη προοδευτική κοινωνία μας, η ανεκτικότητα (tolerance όπως λέμε στα ελληνικά) προβάλλεται ως ιδανικό. Μιλάμε για "ανεξιθρησκεία" και θεωρούμε ότι είναι μια ιδανική κατάσταση για τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Είναι και που αυτό το "ανεξι-" στο πρώτο συνθετικό θυμίζει κάπως την "ανεξαρτησία" που ακούγεται ωραία και απελευθερωτικά, και δεν συνειδητοποιούμε ίσως ότι στην πραγματικότητα προέρχεται από την "ανοχή", πάει να πει ότι ανεχόμαστε όλες τις θρησκείες - κάπως όπως ανεχόμαστε την κυβέρνηση ή τις αλλαγές του καιρού: σαν αναγκαία ή αναπόφευκτα δεινά.

Ανεχόμαστε τους "αλλόθρησκους", ανεχόμαστε τους "αλλοδαπούς", ανεχόμαστε κάθε τι "άλλο" και "ξένο", με την ανωτερότητα και τη μεγαλοθυμία των πολιτισμένων. Ή τέλος πάντων, παριστάνουμε ότι τα ανεχόμαστε, αρκεί να μην μας ενοχλούν, να ξέρουν ποια είναι η θέση τους, βρε αδελφέ, να μην αξιώνουν τίποτε παραπάνω από αυτήν την ανεκτικότητα. Οι άθρησκοι να αρκούνται στο δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών και από τη συμμετοχή σε τελετές, να μην ζητούν κατάργηση του μαθήματος και των τελετών, οι αλλόθρησκοι να αρκούνται στο δικαίωμα της λατρείας, να μην ζητούν κατασκευή τεμένους για να ασκήσουν αυτό τους το υποτιθέμενο δικαίωμα. [...]

Μαύροι ανέχονται λευκούς, γαύροι ανέχονται βάζελους, θρήσκοι ανέχονται άθεους, όλοι τελικά ανεχόμαστε όλους τους "άλλους" - γείτονες, συναδέλφους, συνανθρώπους, συγκατοίκους στον πλανήτη Γη - και κάτω από τη λεπτή κρούστα της ανοχής σιγοβράζει η ενόχληση, η απέχθεια, η μισαλλοδοξία, η οργή. Είναι αυτό τελικά το ζητούμενο; [...] Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι η "ανεκτικότητα" δεν επαρκεί, ότι αυτό που χρειάζεται δεν είναι ανοχή αλλά αποδοχή.


Η ανοχή, λοιπόν, δεν αρκεί. Όπως είπε και ο Ζαν Κοκτώ: «Με προσβάλλει να με ανέχονται».
Ο ακόλουθος ορισμός της θρησκευτικής ελευθερίας προέρχεται από το λήμμα «ανεξιθρησκεία» της εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα. Συγγραφέας του λήμματος είναι ο Αναστάσιος Μαρίνος, διδάκτωρ Νομικής και επίτιμος αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, και στη βιβλιογραφία αναφέρει το έργο του Η θρησκευτική ελευθερία (Αθήνα 1972). Αξιοσημείωτο είναι ότι ο κ. Μαρίνος είναι θερμός υποστηρικτής του χριστιανισμού, κατά της κατάργησης του θρησκευτικού όρκου, υπέρ των υποχρεωτικών θρησκευτικών (με μορφή κατήχησης στο ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα), των αγιασμών και των προσευχών στα σχολεία, υπέρ της διατήρησης χριστιανικών εικονισμάτων και συμβόλων σε δικαστήρια, σχολεία και λοιπά δημόσια κτίρια.

Αντίθετα με την ανεξιθρησκεία, η θρησκευτική ελευθερία είναι δικαίωμα ατομικό και σημαίνει την παροχή νομικής εγγυήσεως εκ μέρους της πολιτείας προς κάθε άτομο ότι καθιερώνεται και θα διατηρηθεί στο μέλλον δικαίωμα ελεύθερης διαμόρφωσης της θρησκευτικής συνείδησης κάθε προσώπου ως προς όλες τις μορφές εκδήλωσής της. Μόνον τότε κατωχυρώνεται νομικά και μάλιστα σε επίπεδο συντάγματος όχι μόνο η ελευθερία της λατρείας αλλά και η ελευθερία της συνείδησης σε όλες τις ειδικότερες εκδηλώσεις της. Το άτομο έχει αξίωση για ελεύθερη διαμόρφωση της θρησκευτικής του συνείδησης, καθώς και για την ακώλυτη άσκηση της λατρείας. Η πολιτεία δεν περιορίζεται στο ρόλο του αδιάφορου θεατή, αλλά λαμβάνει θέση ενεργή, περιφρουρώντας αυτήν την ελευθερία και εγγυώμενη αυτήν.

Πραγματικά ισότιμη αντιμετώπιση όλων των θρησκευτικών πεποιθήσεων, δηλαδή όλων ανεξαιρέτως των θρησκευμάτων καθώς και της αθρησκείας, δεν έχουμε υπό καθεστώς ανεξιθρησκείας, αλλά μόνον υπό καθεστώς θρησκευτικής ελευθερίας.

Αυτός είναι και ο λόγος που ως Ένωση Αθέων έχουμε συμπεριλάβει στους σκοπούς του καταστατικού μας, μεταξύ άλλων, και την προώθηση της θρησκευτικής ελευθερίας.



Σχέσεις πολιτείας και θρησκείας

Ανάλογα με τη σχέση της πολιτείας με τη θρησκεία και την επιρροή της στη μορφή της διακυβέρνησης το κράτος συνήθως διακρίνεται σε θεοκρατικό (ιερειοκρατικό), σε θρησκευτικό, σε κοσμικό, και σε αθεϊστικό (αντιθρησκευτικό).

Με τον όρο θεοκρατία («κράτος θεού») εννοείται εκείνο το σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο η εξουσία θεωρείται ότι απορρέει από μια θεότητα και η διακυβέρνηση γίνεται από έναν ελέω θεού μονάρχη ή από το ιερατείο της επίσημης θρησκείας του κράτους. Κατά τη γνώμη μου πιο εύστοχο θα ήταν να μιλάμε για ιερειοκρατία και όχι για θεοκρατία, μια που τη διακυβέρνηση ασκούν οι ιερείς και όχι ο θεός ή οι θεοί.

Μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ θεοκρατίας και κοσμικισμού είναι το θρησκευτικό κράτος, όπου υφίσταται μεν λειτουργική σύνδεση κράτους και θρησκείας, συνήθως με τη μορφή μιας επίσημης κρατικής θρησκείας η οποία απολαμβάνει ιδιαίτερα προνόμια σε σχέση με όλες τις άλλες, αλλά οι φορείς της κυβερνητικής εξουσίας είναι κοσμικοί.

Ιστορικά, τις πρώτες μεγάλες και ισχυρές θεοκρατίες συναντάμε στην αρχαία Αίγυπτο και άλλους αρχαίους πολιτισμούς της Ανατολής. Ο όρος πρωτοεμφανίζεται στον Ιώσηπο, που τον χρησιμοποίησε για να υποδείξει την πολιτική οργάνωση των Εβραίων. Στο αρχαίο Ισραήλ ο Θεός θεωρείτο υπέρτατος κυβερνήτης των Εβραίων και οι νόμοι του αφορούσαν τόσο τις θρησκευτικές όσο και τις πολιτικές υποχρεώσεις.

Κρατικός αθεϊσμός ονομάζεται η επίσημη προώθηση του αθεϊσμού από μια κυβέρνηση, συνήθως σε συνδυασμό με ενεργό περιορισμό της ελευθερίας του θρησκεύεσθαι. Ενδεχομένως να υπάρχει κρατικός αντικληρικαλισμός και περιορισμός της θεσμικής εκκλησιαστικής εξουσίας και επιρροής στη δημόσια και πολιτική ζωή, ή και της ανάμιξης της θρησκείας στην καθημερινή ζωή των πολιτών.

Η στάση θα ταίριαζε καλύτερα να χαρακτηρίζεται αντιθρησκευτισμός παρά αθεϊσμός και τα κράτη αυτά αντιθρησκευτικά, δεδομένου ότι αθεϊσμός είναι η αποχή από την πίστη σε θεότητες και όχι η έχθρα και η επιθετικότητα προς τις θρησκείες.

Οι ακρότητες των χαρακτηριζόμενων ως «αθεϊστικών» κρατών σε συνδυασμό με τη η χρήση της λέξης «αθεϊστικό» στον προσδιορισμό τους, προκαλούν αρνητικές εντυπώσεις για τον αθεϊσμό και προκαλούν την εντύπωση ότι σκοπός του αθεϊσμού είναι η βίαιη καταστολή των θρησκειών. Είναι επομένως σημαντικό να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ του φερόμενου ως «αθεϊστικού» κράτους, το οποίο στην πραγματικότητα είναι αντιθρησκευτικό, και του αθεϊστικού κινήματος, το οποίο συνιστά απλώς ένα φιλοσοφικό και ιδεολογικό ρεύμα.

Ένας αθεϊστής δεν είναι αναγκαστικά και αντιθεϊστής ή αντίθρησκος. Οι περισσότερες σύγχρονες αθεϊστικές οργανώσεις υποστηρίζουν την εκκοσμίκευση του κράτους και όχι την καταπολέμηση των θρησκειών. Ορισμένες πολιτικές ιδεολογίες είναι πιο φίλα προσκείμενες στον αθεϊσμό, ωστόσο ο αθεϊσμός δεν πρόσκειται εξ ορισμού σε καμία πολιτική ιδεολογία.
Περισσότερα για τον κρατικό αθεϊσμό:
Η πρώτη φορά που επιβλήθηκε βιαίως ο αθεϊσμός δημόσια ήταν κατά τη διάρκεια μιας σύντομης περιόδου της Γαλλικής Επανάστασης. Παρόμοιες καταστάσεις επαναλήφθηκαν στην Επανάσταση του Μεξικού, με δίωξη της καθολικής εκκλησίας και εκτελέσεις ιερέων, ιδίως κατά τη διάρκεια της Κριστιάδα ή Πολέμου των Κριστέρος (1926-1927).

Μακρά ιστορία επιβολής του αθεϊσμού έχουμε στη Σοβιετική Ένωση, όπου ακόμη και όταν δεν γίνονταν διώξεις η θρησκεία τελούσε πάντα υπό δυσμένεια, με αποτέλεσμα όποιος επιθυμούσε να ανέλθει κοινωνικά να είναι αναγκασμένος να εμφανίζεται ως αθεϊστής και να απέχει από κάθε θρησκευτική δραστηριότητα. Η δίωξη της θρησκείας κορυφώθηκε κατά τη Σταλινική εποχή, 1929-1939.

Στην Αλβανία ο κρατικός αθεϊσμός έφτασε στα άκρα στη διάρκεια του απολυταρχικού καθεστώτος μετά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο. Οι θρησκείες θεωρήθηκαν ξένες προς τον αλβανικό πολιτισμό και απαγορεύτηκαν ολοκληρωτικά. Το 1945 κρατικοποιήθηκε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας των θρησκευτικών ιδρυμάτων. Πολλοί κληρικοί και πιστοί δικάστηκαν βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν. όλοι οι αλλοδαποί ρωμαιοκαθολικοί ιερείς και μοναχοί απελάθηκαν το 1946.

Στην Κίνα, μεταξύ 1900 και 1950, το 90% του πληθυσμού ασκούσε βουδιστικές λατρευτικές πρακτικές και σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού ήταν επηρεασμένο από τη συμβολή του Βουδισμού στην κινεζική σκέψη. Μετά την επανάσταση του 1949 ήρθε στην εξουσία το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο θεωρούσε ότι η θρησκεία τελικά θα εξαφανιστεί, κατά τη μαρξιστική θεωρία, και την χαρακτήριζε έμβλημα του φεουδαρχισμού και της ξένης αποικιοκρατίας.

Στη διάρκεια της λεγόμενης Πολιτιστικής Επανάστασης, ομάδες φοιτητών με την επωνυμία Κόκκινοι Φρουροί μετέτρεψαν τα θρησκευτικά κτίρια σε χώρους κοσμικής χρήσης ή τα κατέστρεψαν. Αυτή η στάση ωστόσο χαλάρωσε αρκετά στα τέλη της δεκαετίας του 1970, κατά την περίοδο της μεταρρύθμισης. Το Σύνταγμα του 1978 εγγυάται θρησκευτική ελευθερία, με κάποιους περιορισμούς. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ξεκίνησε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αποκατάστασης Βουδιστικών και Ταοϊστικών ναών που είχαν καταστραφεί.

Στην κομμουνιστική Κούβα αρχικά υπήρχε ανοχή προς τη θρησκείας, όμως μετά την απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων άρχισαν οι συλλήψεις πιστών και το κλείσιμο των θρησκευτικών σχολείων ενώ οι φυλακές μετά το 1960 γέμισαν κληρικούς. Το 1961 η κυβέρνηση κατάσχεσε τα καθολικά σχολεία, και το 1965 εξόρισε 200 ιερείς.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κούβας έχει στόχο τον «σταδιακό υποσκελισμό των θρησκευτικών πεποιθήσεων από την υλιστική επιστημονική προπαγάνδα και την πολιτιστική πρόοδο των εργατών». Από το 1976 ως το 1992, το Σύνταγμα της Κούβας περιείχε τη φράση "το σοσιαλιστικό κράτος ... βασίζει τη δραστηριότητά του και εκπαιδεύει τους πολίτες στην επιστημονική υλιστική αντίληψη του σύμπαντος." Το 1992 επιτράπηκε σε πιστούς θρησκειών να γίνουν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας. Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, η Κούβα αναθεώρησε το σύνταγμά της και πλέον χαρακτηρίζεται «κοσμικό» και όχι αθεϊστικό κράτος.


Το κοσμικό κράτος, αντίθετα με τα δύο παραπάνω, τηρεί επισήμως ουδέτερη στάση σε θρησκευτικά θέματα, μην υποστηρίζοντας ούτε την θρησκεία ούτε την αθρησκεία. Συνήθως υπάρχει συνταγματική δέσμευση που εξασφαλίζει την ουδετερότητα αυτή.
Περισσότερα για τα συντάγματα διαφόρων κρατών:
Ενδεικτικά αναφέρω τα συντάγματα ορισμένων κρατών:

Θεοκρατικά

Ιράν: Το Άρθρο 2 ορίζει την Ισλαμική δημοκρατία ως σύστημα βασιζόμενο στην πίστη: υπάρχει μόνο ένας Θεός, η κατανόηση της θεϊκής υπόστασης είναι θεμελιώδης για την νομοθεσία, τα ανθρώπινα όντα επιστρέφουν στον Θεό μετά θάνατον, ο Θεός είναι δίκαιος, η ηγεσία θα συνεχίσει την επανάσταση του Ισλάμ.

Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα: Προοίμιο: Διακηρύσσουμε ενώπιον του Υπέρτατου και Παντοδύναμου Δημιουργού, και ενώπιον όλων των λαών, τη συμφωνία μας με τον παρόν Σύνταγμα.

Σαουδική Αραβία: Άρθρο 1: Η Βίβλος του θεού και η Σουνά του προφήτη είναι το Σύνταγμα της χώρας. Άρθρο 8: η δικαιοσύνη και η ισότητα θα ακολουθούν τους κανόνες της Σαρία.

Αίγυπτος: Άρθρο 2: “Οι αρχές του ισλαμικού νόμου είναι η κύρια πηγή της νομοθεσίας.” Με πίεση των ισλαμιστών προστέθηκε πέρυσι ένα άρθρο που ενισχύει αυτή τη σχέση και ορίζει τις “αρχές της Σαρία” με όρους της Σουνιτικής Μουσουλμανικής δικαιοδοσίας. Άρθρο 43 περί θρησκευτικής ελευθερίας: Μόνο οι πιστοί των τριών Αβραμικών θρησκειών έχουν ελευθερία λατρείας. Όλες οι άλλες θρησκείες, καθώς και οι άθρησκοι, αποκλείονται από αυτό το δικαίωμα. Άρθρο 44: Απαγορεύεται η προσβολή των Αβραμικών προφητών, χωρίς να εξηγείται πώς αυτό εξισορροπείται με το Άρθρο 45 που εγγυάται ελευθερία έκφρασης. Άρθρο 48 περί ελευθερίας του τύπου: να μην υπάρχει αντίφαση με τις αρχές στις οποίες βασίζεται το κράτος και η κοινωνία (αναφορά στις αρχές της Σαρία).

Κοσμικά

Τουρκία: Κοσμική δημοκρατία όπου η εξουσία πηγάζει από το λαό

Λίβανος: Εφαρμόζεται το σύστημα Confessionalism, δηλαδή η κατανομή αξιωμάτων ισότιμα στις διάφορες ομολογίες (χριστιανοί-μουσουλμάνοι).

ΗΠΑ: Άρθρο I – Το Κογκρέσσο δεν επιτρέπεται να καθιερώσει οποιαδήποτε θρησκεία με νόμο ή να απαγορεύσει την ελεύθερη άσκησή της. Άρθρο VI - 3:  Οι κρατικοί αξιωματούχοι ορκίζονται να τηρούν το Σύνταγμα, αλλά δεν απαιτείται θρησκευτικός έλεγχος για την ανάληψη κρατικού αξιώματος.


Γαλλία: Προοίμιο συντάγματος: αναφορά στη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη (1789), θεσμοθέτηση Γαλλίας ως κοσμικής και δημοκρατικής χώρας, όπου η εξουσία εκπορεύεται από το λαό.

Κίνα: Άρθρο 36. Οι πολίτες απολαμβάνουν ελευθερία θρησκευτικών πεποιθήσεων. Κανένα κρατικό όργανο, δημόσιος οργανισμός ή άτομο δεν επιτρέπεται να υποχρεώσει τους πολίτες να πιστέψουν ή να μην πιστέψουν οποιαδήποτε θρησκεία, ούτε επιτρέπεται να διακρίνει μεταξύ πολιτών που πιστεύουν ή δεν πιστεύουν σε οποιαδήποτε θρησκεία. Η πολιτεία προστατεύει τις κανονικές θρησκευτικές δραστηριότητες.

Κοσμικό ή θρησκευτικό;

Ιδιαίτερη περίπτωση συνιστά το Ισραήλ, όπου δεν υπάρχει σύνταγμα, επειδή κατά την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, οι συντηρητική θρησκευτικοί κύκλοι αντιτέθηκαν στην ιδέα ενός εγγράφου που θα είχε μεγαλύτερη ισχύ από τα ιερά θρησκευτικά κείμενα, όπως ήταν το Ταλμούδ. Αντί συντάγματος υπάρχουν οι λεγόμενοι Βασικοί Νόμοι που ορίζουν τις λειτουργίες των εξουσιών, χωρίς αναφορά στη θρησκεία.

Χάρτης κατανομής κρατών ανάλογα με την ύπαρξη ή μη επίσημης θρησκείας

   Κράτη χωρίς επίσημη θρησκεία
   Κράτη με επίσημη θρησκεία
   Ασαφή ή άνευ δεδομένων

Περισσότερα για την κατανομή κρατών με επίσημη θρησκεία:







Χριστιανικές χώρες
Οι παρακάτω χώρες αναγνωρίζουν τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία:
Ρωμαιοκαθολικισμός
          Κόστα Ρίκα
          Λίχτενσταϊν
          Μάλτα
          Μονακό
          Βατικανό
          Αργεντινή
Ορθόδοξος Χριστιανισμός
          Ελλάδα
          Γεωργία
Προτεσταντισμός
          Δανία
          Ισλανδία
Αγγλικανισμός
          Αγγλία
Ισλαμικές χώρες
Οι παρακάτω χώρες αναγνωρίζουν τον Ισλαμισμό ως επίσημη θρησκεία:
          Αφγανιστάν
          Αλγερία
          Μπαχρέιν
          Μπαγκλαντές
          Μπρουνέι
          Αίγυπτος
          Ιράν
          Ιράκ
          Ιορδανία
          Κουβέιτ
          Λιβύη
          Μαλδίβες
          Μαυριτανία
          Μαρόκο
          Ομάν
          Πακιστάν
          Κατάρ
          Σαουδική Αραβία
          Σομαλία
          Τυνησία
          Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
          Υεμένη
Σουνιτισμός
          Αλγερία
          Μαλαισία
          Μαλδίβες
          Πακιστάν
          Σαουδική Αραβία
          Σομαλία
Σιιτισμός
          Ιράν
Βουδιστικές Χώρες
Οι παρακάτω χώρες αναγνωρίζουν τον Βουδισμό ως επίσημη θρησκεία:
          Μπουτάν
          Καμπότζη
          Σρι Λάνκα
          Ταϊλάνδη



The Journal of Ecclesiastical History – Page 268 by Cambridge University Press, Gale Group, C.W. Dugmore

Ευρώπη

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει ανεξιθρησκεία και διαχωρισμός της εκκλησίας από την πολιτεία. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία ρητή αναφορά στην εξασφάλιση του διαχωρισμού αυτού. Δεν υπάρχουν δεσμοί με καμία θρησκεία και η θρησκεία δεν αναφέρεται σε καμία συνθήκη, ούτε ισχύουσα ούτε προταθείσα. Στο παρελθόν είχαν γίνει συζητήσεις για την περίληψη του χριστιανισμού και του Θεού στη Συνθήκη της Λισαβόνας με κύριο υποστηρικτή τον Πάπα, αλλά λόγω ισχυρών αντιθέσεων, ειδικά στον Γερμανικό τύπο, αυτή η ιδέα απορρίφθηκε.

Από τα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο πέντε έχουν επίσημη θρησκεία και αυτά είναι η Κύπρος, η Δανία, η Ελλάδα, η Μάλτα  και η Αγγλία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μερικές άλλες εκκλησίες έχουν κοντινή σχέση με την πολιτεία: είτε ενισχύονται από αυτήν οικονομικά, είτε συνεργάζονται στενά σε ορισμένους τομείς, ιδίως σε θέματα παιδείας και κοινωνικής πολιτικής. Ενδεικτικά:

Στη Γερμανία υπάρχει το καθεστώς του εκκλησιαστικού φόρου, όπου το κράτος εισπράττει από τους πολίτες, μέσω της φορολόγησης, εισφορές τις οποίες αποδίδει στους αντίστοιχους θρησκευτικούς οργανισμούς της επιλογής τους. 

Με την τροποποίηση του βελγικού Συντάγματος, το 1993, θεσπίστηκε η ισότητα μεταξύ των θρησκευτικών ενώσεων και των ενώσεων με φιλοσοφικό περιεχόμενο με συνέπεια να χρηματοδοτούνται και οι εκπρόσωποι των δεύτερων.

Η Γαλλία αποτελεί την κοιτίδα του λαϊκού κράτους και η εχθρική στάση ενός μεγάλου τμήματος της γαλλικής κοινωνίας απέναντι στον κλήρο προσδιόρισε το συνταγματικό πλαίσιο και τη νομοθεσία. Στο άρθρο 1 του ισχύοντος γαλλικού Συντάγματος ορίζεται: "Η Γαλλία είναι αβασίλευτη πολιτεία αδιαίρετη, χωρισμένη από την εκκλησία, δημοκρατική και κοινωνική".

Γράφει η Πηνελόπη Φουντεδάκη:

Οι μορφές συνύπαρξης κράτους και εκκλησίας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως καθορίζονται από τα Συντάγματα, μπορούν να ταξινομηθούν σε μία κλίμακα από την αγνόηση έως την οργανική σύνδεση των δύο, με την εφαρμογή διαφόρων κριτηρίων όπως ο βαθμός εξάρτησης της εκκλησίας από το κράτος, υπό την έννοια της παρέμβασης του κράτους στην εσωτερική οργάνωση και διοίκηση της επίσημης εκκλησίας αλλά και αντιστρόφως της επιρροής της εκκλησίας στην κρατική λειτουργία, η χρηματοδότηση των θρησκευμάτων, η συνολικότερη εμπλοκή της εκκλησίας στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή μιας χώρας.

Όπως φαίνεται, η σύνδεση κράτους και εκκλησίας μπορεί να λάβει πολλές μορφές, με διαφορετικές αποχρώσεις από χώρα σε χώρα. Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας δεν εντοπίζεται μόνο στο σύστημα της "επικρατούσας θρησκείας" που ορίζει η συνταγματική διάταξη του άρθρου 3, αλλά συνδέεται με την έκταση του πλέγματος των διατάξεων που αφορούν τις σχέσεις εκκλησίας και πολιτείας και που ως σύνολο έχουν μοναδικότητα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η σύγκριση καταδεικνύει ότι επιμέρους ρυθμίσεις του ελληνικού Συντάγματος υπάρχουν και σε άλλα ευρωπαϊκά Συντάγματα, σε κανένα όμως δεν διαπιστώνεται τόσο έντονο και σε τόσα επίπεδα το στοιχείο της σύνδεσης κράτους και εκκλησίας.

Ελληνικό Σύνταγμα:

- Προμετωπίδα: Εις το όνομα της Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος.

- Ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν περιορίζεται σε αναφορά του Θεού αλλά παραπέμπει στην Αγία Τριάδα (άρθρο 33 παρ.2) όπως και ο όρκος των βουλευτών (άρθρο 59 παρ.1), με πρόβλεψη για αλλόθρησκους ή ετερόδοξους (άρθρο 59 παρ.2), όχι όμως για άθρησκους ή άθεους.

- Σκοπός της παιδείας είναι και η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης (άρθρο 16 παρ.2). Απαγόρευση του προσηλυτισμού (άρθρο 13 παρ.2).

- Η ελευθερία του τύπου περιορίζεται σε περίπτωση προσβολής της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας (άρθρο 14 παρ.3β).

- Ιδιαίτερο καθεστώς διοίκησης Αγίου Όρους (άρθρο 105).

Ελλάδα

Από το άρθρο Κράτος και Εκκλησία:Επικίνδυνες σχέσεις, της Ντίνας Δασκαλοπούλου (Ελευθεροτυπία)

Σύμφωνα με καθηγητή του Συγκριτικού Συνταγματικού Δικαίου του πανεπιστημίου του Μονπελιέ: «Πώς αντιλαμβανόμαστε ότι ένα κράτος δεν είναι κοσμικό; Παρατηρούμε την Ελλάδα». Εικόνες του Χριστού κοσμούν σχολεία, δικαστήρια και δημόσιες υπηρεσίες, οι βουλευτές δίνουν θρησκευτικό όρκο, το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό, η βλασφημία συνιστά ποινικό αδίκημα.

Στην Ελλάδα, η ευλάβεια παύει να είναι ιδιωτική υπόθεση και μετατρέπεται σε δημόσια υποχρέωση, ιδιαίτερα για τους δημοσίους υπαλλήλους. Οι ένστολοι υποχρεώνονται να παρίστανται σε θρησκευτικές τελετές ως εκπρόσωποι του κρατικού μηχανισμού. Τι σχέση έχουν οι πρακτικές αυτές με τη θρησκευτική πίστη του καθενός και την άσκηση της θρησκευτικής του λατρείας; Απαντά η δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων Κλειώ Παπαπαντολέων: «Καμία. Οι πρακτικές αυτές αποτελούν την πανηγυρική διακήρυξη (από την πλευρά του κράτους) της πρωτοκαθεδρίας της χριστιανικής ορθόδοξης θρησκείας. Το πρόβλημα αφορά τη θρησκευτική ελευθερία των ανθρώπων σε ένα περιβάλλον του οποίου η καθημερινότητα κυριαρχείται από την επιβολή και υποβολή της ορθόδοξης πίστης.».

Η χριστιανική εκκλησία έχει πετύχει να συνδεθεί η εικόνα της ορθοδοξίας τόσο στενά με την έννοια του ελληνισμού, ώστε να φαντάζει από πολύ δύσκολος έως ακατόρθωτος ο διαχωρισμός τους, ακόμη και στους άθεους. Σε ατομικό επίπεδο, παρατηρούμε το αξιοσημείωτο φαινόμενο πολλών άθεων, αγνωστικιστών, ντεϊστών και άθρησκων που όχι απλώς τηρούν τα έθιμα της ορθοδοξίας, αλλά αυτοχαρακτηρίζονται και ως χριστιανοί ορθόδοξοι και θα τους στοίχιζε πολύ να απαρνηθούν τον χαρακτηρισμό αυτό.
Περισσότερα για το ιστορικό της εμπλοκής κράτους-εκκλησίας:
(Η ιστορία της εμπλοκής κράτους-εκκλησίας στον ελλαδικό χώρο ξεκινά από το 325 π.χ., με τη σύγκληση της Α Οικουμενικής Συνόδου από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο οποίος συμμετείχε ο ίδιος στις εργασίες της συνόδου και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις της. Με τη Σύνοδο αυτή η Εκκλησία εντάχθηκε στις επίσημες δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Κωνσταντίνος, επηρεασμένος από τη μητέρα του Ελένη και τους χριστιανικούς της κύκλους και χρησιμοποιώντας ως πρόφαση το περίφημο όραμα που υποτίθεται ότι είδε το 312 πριν τη μάχη της Μιλβίας γέφυρας, συνέδεσε τη χριστιανική θρησκεία με το ρωμαϊκό κράτος, ξεκινώντας μια μακραίωνη παράδοση που διαρκεί έως και σήμερα.

Γράφει ο Σπύρος Τρωϊανός, ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο άρθρο του Η «Ελληνική Ιδιαιτερότητα»: από την Βυζαντινή Συναλληλία στην «Επικρατούσα Θρησκεία» :

Η ευνοϊκή στάση των αυτοκρατόρων απέναντι στην Εκκλησία δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο των προσωπικών αντιλήψεών τους, αλλά και της διαπιστώσεως ότι η νέα πίστη είχε τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε ένα από τα βασικά στοιχεία συνοχής του πληθυσμού της αυτοκρατορίας. Αλλά το στοιχείο αυτό λειτουργεί ως παράγοντας συνοχής, μόνον αν υπάρχει δογματική ενότητα, αλλιώς πολλαπλασιάζει την ένταση των διασπαστικών τάσεων.

Προφανώς λοιπόν για την εξασφάλιση της δογματικής ενότητας, με μια σειρά διαταγμάτων των βυζαντινών αυτοκρατόρων, κυρίως του Κωνσταντίνου, του Θεοδόσιου και του Ιουστινιανού, οι άλλες θρησκείες (και ιδίως η αρχαία ελληνική θρησκεία) διώχθηκαν και ο χριστιανισμός καθιερώθηκε ως επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, με ιδιαίτερα προνόμια και επιρροή στη δημόσια σφαίρα.

Συνεχίζει ο Τρωϊανός:

Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, σύμφωνα με την παραδοσιακή τακτική των μουσουλμάνων ηγετών, οι «λαοί της Βίβλου», οι χριστιανοί και οι Εβραίοι, εφόσον δεν είχαν προβάλει αντίσταση και πλήρωναν τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι), μπορούσαν να ζήσουν μέσα στο μουσουλμανικό κράτος, αυτοδιοικούμενοι, κατά κάποιον τρόπο, σύμφωνα με το θρησκευτικό τους δίκαιο.

Ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ παραχώρησε μία σειρά από ειδικά και γενικά προνόμια, που αποτελούσαν τα νομικά πλαίσια για τη σταδιακή ένταξη του Πατριαρχείου στον οθωμανικό διοικητικό μηχανισμό και την οθωμανική έννομη τάξη. Τα προνόμια αυτά περιείχαν ελευθερία της λατρείας, εσωτερική αυτοδιοίκηση τόσο των θρησκευτικών κοινοτήτων όσο και των ιδρυμάτων με θρησκευτικό ή γενικότερα πνευματικό χαρακτήρα, ελευθερία στη διαχείριση των εκκλησιαστικών περιουσιακών στοιχείων και απαλλαγή από τη φορολογία, το δικαίωμα των εκκλησιαστικών οργάνων να ασκούν δικαιοδοσία σε πνευματικά ζητήματα και να επιλύουν διαφορές οικογενειακού ή κληρονομικού δικαίου κ.ά. Σύμφωνα με τα σχετικά «βεράτια», η αρμοδιότητα για την εκλογή του πατριάρχη ανήκε στην πατριαρχική σύνοδο, τον τελευταίο λόγο όμως είχε ο σουλτάνος, που μπορούσε και να τον απομακρύνει, αν για οποιονδήποτε λόγο γινόταν δυσάρεστος στην Υψηλή Πύλη.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η χριστιανική εκκλησία ήρθε να αναπληρώσει το κενό μιας ελληνόφωνης πολιτικής και θεσμικής αρχής. Προσέλαβε συμβολικό εθνικό  χαρακτήρα, λειτουργώντας συνεκτικά ως σημείο αναφοράς και λαμβάνοντας στην συνείδηση των Ελλήνων τη θέση θεματοφύλακα της εθνικής ενότητας.

Συνεχίζω από το άρθρο της Δασκαλοπούλου:

Η αφετηρία του ασφυκτικού εναγκαλισμού θρησκείας και πολιτικής που παρατηρούμε στο νεοελληνικό κράτος. τοποθετείται συμβατικά στα 1833, όταν με βασιλικό διάταγμα η Εκκλησία της Ελλάδος αποσπάσθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τέθηκε υπό την εξουσία του Βασιλείου της Ελλάδος, ως κλιμάκιο του διοικητικού του μηχανισμού. Μετά τη συνταγματική αναγνώριση "επικρατούσης θρησκείας" το 1844, όλοι επαναπαύθηκαν στο καθεστώς πολιτειοκρατίας, το οποίο εξασφάλιζε στη μεν Πολιτεία τη δυνατότητα ασφυκτικού ελέγχου, στη δε Εκκλησία το προνόμιο δημόσιου οργανισμού. Οι παρενέργειες δεν άργησαν να φανούν: η μεν Πολιτεία καθηλώθηκε σε χρόνιες νομοθετικές αγκυλώσεις για μια σειρά από πεδία που θα έπρεπε να ανήκουν στη δική της αποκλειστική αρμοδιότητα (οικογενειακό δίκαιο, εκπαίδευση, ελευθερία θρησκευτικών μειονοτήτων), η δε Εκκλησία υποχρεώθηκε σε απόκλιση από τους δικούς της κανόνες για σειρά από θέματα που ανάγονται στην εσωτερική της οργάνωση.

Η Μεταπολίτευση, που ευαγγελίστηκε σαρωτικές αλλαγές στην οργάνωση και τις δομές της χώρας, παρά ταύτα δεν έκανε το μεγάλο βήμα. Ακόμη και στα πρακτικά του Συντάγματος του 1975 οι πάντες παραδέχονται ότι χρειάζονται μείζονες αλλαγές και αμφιβάλλουν μόνο για την προοπτική κοινωνικής αποδοχής τους. Η διστακτικότητα αυτή οφείλεται κυρίως στη σφοδρή αντίδραση της ίδιας της Εκκλησίας, η οποία εκτιμά ότι ενδεχόμενη αναθεώρηση της διασύνδεσής της με το κράτος θα διετάρασσε βιαίως τη σχέση της με την κοινωνία και το έθνος.

Η πιο σοβαρή και οργανωμένη προσπάθεια προς την κατεύθυνση του διαχωρισμού κράτους-εκκλησίας υπήρξε η πρόταση νόμου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου που ανακοινώθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2005. Έφερε τον τίτλο «Ρύθμιση σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, θρησκευτικές ενώσεις και κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας» και παρουσιάστηκε από τον τότε αντιπρόεδρο της ΕΕΔΑ Νίκο Αλιβιζάτο (Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου) και τον γενικό γραμματέα Γιάννη Κτιστάκι (Δ.Ν., Δικηγόρος).

Την 1η Δεκεμβρίου 2005 η πρόταση νόμου επιδόθηκε στην πρόεδρο της Βουλής Αννα Μπενάκη-Ψαρούδα από τους βουλευτές Φώτη Κουβέλη του Συνασπισμού και τους ανεξάρτητους Στέφανο Μάνο και Ανδρέα Ανδριανόπουλο. Η Ν.Δ. και το ΠαΣοΚ απέρριψαν την πρόταση με το σκεπτικό ότι θα έπρεπε τάχα να προηγηθεί αναθεώρηση του Συντάγματος. Η Μαριέττα Γιαννάκου, αρμόδια υπουργός τότε, μίλησε για τη διαπλοκή που υπάρχει σε πάρα πολλούς χώρους και για την οποία υπεύθυνοι είναι προ πάντων οι άνθρωποι και λιγότερο οι νόμοι. (από δήλωση του Ν.Αλιβιζάτου).

Άποψή μου είναι ότι ναι μεν για τη διαπλοκή ευθύνονται οι άνθρωποι, αλλά οι νόμοι αποτελούν το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι άνθρωποι. Αν το πλαίσιο αυτό είναι χαλαρό, μεροληπτικό και διφορούμενο, τα περιθώρια αυθαιρεσίας είναι κατά πολύ μεγαλύτερα παρά αν το πλαίσιο είναι δίκαιο, σαφές και καλά ορισμένο.

Περισσότερα για τις οικονομικές σχέσεις εκκλησίας-κράτους:
Ο Γιάννης Κτιστάκις, λέκτορας στη Νομική Σχολή Κομοτηνής, κάνει τον απολογισμό της σύνδεσης Πολιτείας και Εκκλησίας: «Δεν υπάρχει κανένα "λογιστικό" υπόλοιπο. Δεν χρωστάει η Πολιτεία στην Εκκλησία από το παρελθόν». Η ιεραρχία της Εκκλησίας ισχυρίζεται ότι καλώς οι ιερείς της πληρώνονται από τον δημόσιο κορβανά, αφού αυτό είναι το αντιστάθμισμα της σταδιακής αφαίρεσης μεγάλης ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας χωρίς αποζημίωση. Ανακριβής ο ισχυρισμός. «Η σύμβαση του 1952 ήταν αμφοτεροβαρής: το κράτος απέκτησε την κυριότητα αγροτεμαχίων και βοσκοτόπων εκτός Αττικής (αξίας 97 δισεκατομ- μυρίων δραχμών) έναντι ίσης αξίας αστικών ακινήτων και μετρητών που απέκτησε η Εκκλησία».

Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος υποστηρίζει πως «το μεγαλύτερο μέρος της Αθήνας παραχωρήθηκε από την Εκκλησία στο κράτος ή αυτό την άρπαξε με διάφορους τρόπους». Ο κύριος Κτιστάκις απαντά: «Ούτε τούτο είναι απολύτως ακριβές. Ο Αρχιεπίσκοπος έχει αναφέρει ως παραδείγματα την αμερικανική πρεσβεία και το Νοσοκομείο "Α. Συγγρός". Από έναν δειγματοληπτικό έλεγχο που πραγματοποίησα στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, προκύπτει ότι η μεν έκταση όπου οικοδομήθηκε η αμερικανική πρεσβεία απαλλοτριώθηκε νομίμως από το Δημόσιο, το δε Νοσοκομείο "Α. Συγγρός" οικοδομήθηκε από τον δωρητή Ανδρέα Συγγρό σε έκταση του Δημοσίου».

Εν τέλει, οφείλουμε ως φορολογούμενοι να πληρώνουμε τους ορθόδοξους ιερείς ή όχι; «Αυτή η πρακτική καθιερώθηκε το 1945, προκειμένου η κεντρική κυβέρνηση να ελέγχει τον κλήρο εν όψει του εμφύλιου πολέμου» θα μας πει ο κύριος Κτιστάκις. «Ο αναγκαστικός νόμος προέβλεπε μεν την κρατική μισθοδοσία, αλλά προέβλεπε, ταυτοχρόνως, και υποχρεωτική είσπραξη του 25% των τακτικών εσόδων των ενοριακών ναών από το Δημόσιο και υποχρεωτική ετήσια εισφορά όλων των ορθόδοξων οικογενειών στην ενορία τους. Με άλλα λόγια, το κράτος έλεγχε τον κλήρο πληρώνοντας τους μισθούς του με τα έσοδα των ναών - που σχηματίζονταν, όμως, από τις υποχρεωτικές εισφορές των πιστών».

Αξίζει να αναφερθούμε λίγο πιο διεξοδικά στο ιστορικό της κρατικής μισθοδοσίας των ιερέων. Το 1945 το κράτος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει τους μισθούς των κληρικών και η Εκκλησία ανέλαβε την υποχρέωση να εισφέρει στον κρατικό προϋπολογισμό το 25% των ακαθάριστων εσόδων της. Συγκεκριμένα το άρθρο 2 παρ. 2Α του α.ν. 536/45 αναφέρει: «Προς κάλυψιν της δαπάνης διά την μισθοδοσίαν των εφημερίων, ορίζονται από της 1ης Οκτωβρίου 1945 οι κάτωθι πόροι: Α) Εισφορά 25% επί των ακαθαρίστων εισπράξεων των ενοριακών και συναδελφικών, ως και των υπό ειδικών διεπομένων Ναών… Η είσπραξις της ανωτέρω εισφοράς ενεργείται κατά τας διατάξεις του νόμου περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων». Αργότερα με το άρθρο 5 του Α.Ν. 469/68 το ποσοστό της εισφοράς αυξήθηκε από 25% σε 35%.

Λίγο πριν από τις βουλευτικές εκλογές του έτους 2004, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με την ψήφιση του άρθρου 15 του ν. 3220/04, κατήργησε, από 1-1-2004, την υποχρέωση της Εκκλησίας για την ως άνω εισφορά. Συγκεκριμένα το άρθρο 15 του ν. 3220/04 αναφέρει: «Καταργείται η εισφορά που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του α.ν.536/45».

Με την κατάργηση του ν. 536/45 συντελέστηκε μια ουσιώδης, μονόπλευρη ανατροπή στις, ως τότε, διαμορφωμένες οικονομικές σχέσεις κράτους – εκκλησίας. Η υποχρέωση της Εκλησίας για εισφορά καταργήθηκε, ενώ η υποχρέωση του κράτους για μισθοδοσία των κληρικών παρέμεινε.

Σημειώνεται ότι ο ανωτέρω ν. 536/45, ουδέποτε τηρήθηκε με συνέπεια. Η αναποτελεσματικότητα της εισφοράς οφείλεται στη συστηματική φοροδιαφυγή της εκκλησίας, όπως καταδεικνύεται σαφώς και από την επίσημη απάντηση του Υπουργείου Οικονομίας & Οικονομικών στην υπ' αριθμ. πρωτ. 8408/666/2-3-05 ερώτηση του ΣΥΝ, σχετικά με την καταβολή της εν λόγω εισφοράς. Στην ερώτηση δεν απαντήθηκαν τα ερωτήματα αν έγιναν έλεγχοι για την εξακρίβωση της τήρησης ή όχι των υποχρεώσεων που απορρέουν από το ν. 536/45 και αν υπήρξαν ναοί που δεν κατέβαλαν την ως άνω εισφορά. Από το ύψος των ποσών που καταβλήθηκαν από την εκκλησία, κατά τα έτη 2000-2004, στα Δημόσια Ταμεία, καταδεικνύεται η συστηματική φοροδιαφυγή της εκκλησίας.

Συγκεκριμένα, τα ποσά που κατέβαλε στις Δ.Ο.Υ. η εκκλησία, τα έτη 2000-2004, σύμφωνα με την απάντηση του Υπουργείου Οικονομίας & Οικονομικών, καλύπτουν το 3% - 4% της δαπάνης για τη μισθοδοσία των κληρικών, ενώ, υποτίθεται, θα την κάλυπταν πλήρως.

Επίσης σε σχετική επίκαιρη ερώτησή του ΣΥΡΙΖΑ (28-3-2005) για την κατάργηση της εισφοράς 35%, που κατέβαλε η εκκλησία για την ενίσχυση του κρατικού προϋπολογισμού, ο υφυπουργός Οικονομίας & Οικονομικών απάντησε: "Το σκεπτικό της κατάργησης, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση, ήταν ότι επρόκειτο για έναν αναποτελεσματικό φόρο κατά κάποιο τρόπο και δε λειτουργούσε. Η πραγματικότητα είναι κάπως έτσι, γιατί μεταβλήθηκε σε μια προαιρετική ουσιαστικά εισφορά που κάποιοι ιερείς προσήρχοντο στα δημόσια ταμεία και απέδιδαν και κάποιοι την είχαν εντελώς ξεχάσει". Το Υπουργείο, δηλαδή, σαφώς αναγνωρίζει ότι στην πράξη η εισφορά έγινε προαιρετική και ότι για το λόγο αυτό καταργήθηκε - πράγμα που δεν ισχύει για κανένα φόρο ή εισφορά που αφορά τους πολίτες. (πηγή: e-forologia.gr)
Η ιστορία της πρότασης της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη ανατρέχει στους υποτιθέμενους «ανοιχτούς λογαριασμούς» της Εκκλησίας με την Πολιτεία. Θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι η πρόταση αυτή θίγει τα δικαιώματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ελλάδα. «Το δικαίωμα της Εκκλησίας να εισπράττει από τα υπάρχοντά της δεν θίγεται. Θίγεται το καθεστώς off shore εταιρείας που έχει. Το καθεστώς των ανθρώπων που επιθυμούν να εκδηλώνουν την πίστη τους δεν θίγεται. Θίγεται το ότι αυτό επιβάλλεται σε άλλους, παρά τη θέλησή τους. Η δυνατότητα της Εκκλησίας να έχει όσους ιερωμένους θέλουν οι μητροπολίτες δεν θίγεται. Θίγεται η αξίωση να πληρώνει ο ελληνικός λαός γι' αυτό. Εν ολίγοις, άλλο προνόμια, άλλο δικαιώματα».



Αλληλεπίδραση αθεϊσμού και εκκοσμίκευσης με πολιτικές ιδεολογίες

Αναρχισμός

Σύμφωνα με τον Μπακούνιν, ο Προυντόν ήταν ο πρώτος που αυτοχαρακτηρίστηκε «αναρχικός». Διάβασε συστηματικά τη χριστιανική βιβλιογραφία και κατέληξε να απορρίψει ολοκληρωτικά την θρησκευτική πίστη του και τον χριστιανισμό.

Ο Μπακούνιν, που θεωρείται από πολλούς πατέρας της θεωρίας του αναρχισμού, ισχυρίστηκε ότι «η έννοια του θεού συνεπάγεται τον εξοβελισμό της ανθρώπινης λογικής και δικαιοσύνης. Είναι η πιο καθοριστική απάρνηση της ανθρώπινης ελευθερίας και οδηγεί κατ’ ανάγκη στην υποδούλωση της ανθρωπότητας, στη θεωρία και στην πράξη.» Στο δοκίμιο «Θεός και κράτος», απ’ όπου και το προηγούμενο απόσπασμα, γράφει μεταξύ άλλων:

«Εφόσον ο Θεός είναι αφέντης, ο άνθρωπος είναι δούλος. Αδυνατεί να βρει τη δικαιοσύνη, την αλήθεια και την αιώνια ζωή μόνος του, μπορεί να τα φτάσει μόνο μέσω θεϊκής αποκάλυψης. Όταν όμως μιλάμε για αποκάλυψη, μιλάμε αναγκαστικά για φορείς της αποκάλυψης: θεόπνευστους μεσσίες, προφήτες, ιερείς και νομοθέτες, οι οποίοι μόλις αναγνωριστούν ως εκπρόσωποι της θεότητας επί γης, εκλεκτοί του ίδιου του Θεού για την καθοδήγηση της ανθρωπότητας προς τη σωτηρία, αναγκαστικά ασκούν απόλυτη εξουσία.»

Η Έμμα Γκόλντμαν ήταν δηλωμένη αθεΐστρια και έβλεπε τη θρησκεία ως εργαλείο ελέγχου και κυριαρχίας. Στο δοκίμιό της «Φιλοσοφία του αθεϊσμού» γράφει: «Συνειδητά ή ασυναίσθητα, οι περισσότεροι θεϊστές βλέπουν στους θεούς και τους διαβόλους, στον παράδεισο και την κόλαση, στην ανταμοιβή και την τιμωρία, ένα μαστίγιο για να εξαναγκάσουν στους ανθρώπους στην υποταγή, την ταπεινότητα και τον συμβιβασμό. [...] Η φιλοσοφία του αθεïσμού εκφράζει τη διεύρυνση και την ανάπτυξη της ανθρώπινης διανόησης. Η φιλοσοφία του θεϊσμού, αν μπορούμε να την ονομάσουμε φιλοσοφία, είναι στατική και καθηλωμένη.

Κατηγόρησε τον χριστιανισμό για τη «διαιώνιση μιας κοινωνίας δουλείας», υποστηρίζοντας ότι υπαγορεύει τις επίγειες πράξεις των ατόμων και προσφέρει στους φτωχούς την απατηλή υπόσχεση ενός πλουσιοπάροχου μέλλοντος.

Παρά το γεγονός ότι οι θεωρητικοί του αναρχισμού στο σύνολό τους όχι μόνο απέρριψαν αλλά και καταδίκασαν τη θρησκεία, δεν είναι όλοι οι αναρχικοί και άθρησκοι. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός της ύπαρξης του κινήματος του αναρχοχριστιανισμού: οι αναρχοχριστιανοί ή Χριστιανοί αναρχικοί πιστεύουν ότι η ελευθερία είναι δικαιολογημένη πνευματικά μέσω της διδασκαλίας του Ιησού.



Σοσιαλισμός - Κομμουνισμός

Ο Καρλ Μαρξ έγραψε στην "Κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου" (μετάφραση Μπάμπη Λυκούδη):

Η θρησκευτική καχεξία είναι, κατά ένα μέρος, η έκφραση της πραγματικής καχεξίας και, κατά ένα άλλο, η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική καχεξία. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ’ όπου το πνεύμα έχει λείψει. Η θρησκεία είναι το όπιο του λάου.

Ξεπέρασμα της θρησκείας σαν απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει την απαίτηση της πραγματικής του ευτυχίας. Η απαίτηση να αρνηθεί τις αυταπάτες σχετικά με την κατάσταση του σημαίνει απαίτηση να αρνηθεί μια κατάσταση που έχει ανάγκη από αυταπάτες. Η κριτική της θρησκείας είναι λοιπόν εν σπέρματι η κριτική της κοιλάδας αυτής των δακρύων, που η θρησκεία αποτελεί το φωτοστέφανό της.

Ο Λένιν κατέκρινε έντονα τη θρησκεία. Στο βιβλίο του με τίτλο «Θρησκεία» έγραψε: Ο αθεϊσμός είναι φυσικό και άρρηκτο μέρος του μαρξισμού, της θεωρίας και της πρακτικής του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Στο «Σχετικά με τη Στάση του Εργατικού Κόμματος Απέναντι στη Θρησκεία» έγραψε (επιμέλεια-σύνταξη Θεοδόση Θωμαδάκη): Η σοσιαλδημοκρατία βασίζει όλη την κοσμοθεωρία της στον επιστημονικό σοσιαλισμό, δηλ. στο μαρξισμό. Φιλοσοφική βάση του μαρξισμού, όπως δήλωσαν επανειλημμένα και ο Μαρξ και ο Έγκελς, είναι ο διαλεκτικός υλισμός, που αφομοίωσε στο σύνολό του τις ιστορικές παραδόσεις του υλισμού του ΧVΙΙΙ αιώνα στη Γαλλία και του Φόιερμπαχ (πρώτο μισό του ΧΙΧ αιώνα) στη Γερμανία – ενός υλισμού απόλυτα αθεϊστικού, κατηγορηματικά εχθρικού απέναντι σε κάθε θρησκεία. [...] Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, αυτό το απόφθεγμα του Μαρξ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος όλης της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού στο ζήτημα της θρησκείας. O μαρξισμός όλες τις σύγχρονες θρησκείες και εκκλησίες, όλες τις κάθε λογής θρησκευτικές οργανώσεις, τις βλέπει πάντα σαν όργανα της αστικής αντίδρασης, που χρησιμεύουν για την υπεράσπιση της εκμετάλλευσης και την αποχαύνωση της εργατικής τάξης.

Στο «Σοσιαλισμός και θρησκεία» διαβάζουμε: «Η θρησκεία πρέπει να ανακηρυχθεί ατομική υπόθεση. [...] Το κράτος δεν πρέπει να έχει καμμία δουλειά με τη θρησκεία, οι θρησκευτικοί σύλλογοι δεν πρέπει να συνδέονται με την κρατική εξουσία. Ο καθένας πρέπει να είναι ολότελα ελεύθερος να πρεσβεύει όποια θρησκεία θέλει ή να μην παραδέχεται καμμιά θρησκεία, δηλ. να είναι άθεος, όπως και είναι συνήθως κάθε σοσιαλιστής. Δεν επιτρέπονται σε καμιά περίπτωση κανενός είδους διακρίσεις δικαιωμάτων ανάμεσα στους πολίτες εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Πρέπει να καταργηθεί απόλυτα ακόμα και κάθε υπόμνηση στα επίσημα έγγραφα σχετικά με το άλφα ή βήτα θρήσκευμα των πολιτών. Δεν πρέπει να δίνεται καμιά επιχορήγηση στην επίσημη εκκλησία του κράτους, καμμιά επιχορήγηση από τα χρήματα του δημοσίου στις εκκλησιαστικές και θρησκευτικές ενώσεις, που πρέπει να γίνουν ενώσεις πολιτών-ομοϊδεατών ολότελα ελεύθερες, ανεξάρτητες από την κρατική εξουσία.»

Φιλελευθερισμός

Θεμέλιο της κοσμοθεωρία της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελευθερισμού είναι η ιδέα της ελευθερίας και της ισότητας. Οι φιλελεύθεροι καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα απόψεων ανάλογα με την ερμηνεία αυτών των βασικών αρχών, γενικά όμως υποστηρίζουν ελεύθερες εκλογές, ελεύθερα πολιτικά δικαιώματα, ελευθερία του τύπου και θρησκευτική ελευθερία.

Ο φιλελευθερισμός ως διακριτό πολιτικό κίνημα εμφανίζεται την εποχή του Διαφωτισμού. Απορρίπτει τα κληρονομικά δικαιώματα, την κρατική θρησκεία, την απόλυτη μοναρχία και την ελέω θεού βασιλεία. Είναι η κυρίαρχη ιδεολογία που βρίσκεται πίσω από την Αμερικανική και τη Γαλλική επανάσταση.

Οι πρώτοι φιλελεύθεροι έθεσαν τις βάσεις για το διαχωρισμό εκκλησίας-κράτους. Ως διάδοχοι του διαφωτισμού, πίστευαν ότι κάθε κοινωνική και πολιτική τάξη εκπορεύεται από τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις και όχι από κάποια θεϊκή βούληση. Πολλοί φιλελεύθεροι ήταν εχθρικοί προς την θρησκευτική πίστη, οι περισσότεροι όμως εστίασαν την αντίθεσή τους στην εμπλοκή θρησκευτικής και πολιτικής εξουσίας, υποστηρίζοντας ότι η πίστη μπορεί να αναπτυχθεί ανεξάρτητα, χωρίς επίσημη κρατική χορηγία και διοίκηση.

Στη φιλοσοφία του φιλελευθερισμού, η ανεκτικότητα είναι φυσική συνέπεια του πλουραλισμού. Δεδομένου ότι τα άτομα διαφωνούν, οφείλουν να σέβονται και να στηρίζουν το δικαίωμα του καθενός στη διαφωνία. Από τη φιλελεύθερη προοπτική, η ανεκτικότητα συνδέθηκε εξ αρχής με την ανεξιθρησκεία. Ο Σπινόζα καταδίκασε την «ανοησία των θρησκευτικών πολέμων και διωγμών». Η ανεκτικότητα κατέχει επίσης κεντρική θέση στις ιδέες του Καντ, ο οποίος πίστευε ότι η κοινωνία εκ των πραγμάτων πάντα θα περιλαμβάνει πολλές και διάφορες απόψεις του καλού και του ηθικού, και ότι θα πρέπει να επιτρέπεται να κάνει καθένας τις προσωπικές επιλογές του χωρίς κρατική ή άλλη παρέμβαση.

Συντηρητική δεξιά

Οι συντηρητικές ιδεολογίες συνδέονται παραδοσιακά με τη θρησκεία και τις εκκλησίες. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και θεϊστικές: απλώς υιοθετούν την όποια κυρίαρχη τάση της παράδοσης προκειμένου να είναι αρεστές στο λαό, συντάσσονται με την όποια ισχυρή εξουσιαστική οργάνωση, και αξιοποιούν κάθε δυνατό μέσο χειραγώγησης των ανθρώπων. Η θρησκεία πληροί και τις τρεις αυτές προϋποθέσεις. Η δεξιά, επομένως, δεν είναι ούτε αθεΐστρια ούτε θεΐστρια: είναι τυχοδιώκτρια. Συντάσσεται με τον θεϊσμό επειδή συνιστά την κυρίαρχη ιδεολογία και επηρεάζει μεγαλύτερο πλήθος ανθρώπων. Εάν τη θέση του κατείχε ο αθεϊσμός, θα συντασσόταν με αυτόν.

Αθεϊσμός και εκκοσμίκευση

Ποιος είναι όμως τελικά ο ρόλος του αθεϊσμού στη διαδικασία της εκκοσμίκευσης; Είναι ένας ρόλος έμμεσος και αφανής, αλλά ουσιαστικός.

Παρατηρούμε ιστορικά ότι η εκκοσμίκευση συντελείται μέσα από πολιτικές διαδικασίες οι οποίες κατευθύνονται από πολιτικές ιδεολογίες σε συνάρτηση με τις κοινωνικές συνθήκες. Οι ιδεολογίες αυτές, όπως είδαμε, κατά κανόνα περιλαμβάνουν τον αθεϊσμό στη θεωρία τους.

Από την άλλη μεριά, παρατηρούμε ότι σε κοινωνίες όπου υπάρχει κυρίαρχη θρησκευτική επιρροή, ιδίως επιρροή των μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών, η εκκοσμίκευση είναι από δυσχερής έως αδύνατη. Αυτό συμβαίνει κυρίως για το λόγο που ανέφερα στην αρχή: οι πιστοί είναι πεπεισμένοι ότι το δόγμα τους συνιστά την ύψιστη αξία και ότι ως εκ τούτου είναι χρέος τους να το επιβάλλουν και να ενεργούν με γνώμονα αυτό.

Είναι λοιπόν φανερό ότι, αν δεν είναι αναγκαίο ένα αθεϊστικό υπόβαθρο για την εκκοσμίκευση, είναι οπωσδήποτε αναγκαίο ένα υπόβαθρο ελεύθερο από θρησκευτικές προκαταλήψεις. Δεν είναι άνευ προηγουμένου οι περιπτώσεις πολιτικών προσώπων που υποστηρίζουν την εκκοσμίκευση όντας θρήσκοι. Συνολικά όμως αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, διότι το να θέσει ένας πιστός τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις σε δεύτερη μοίρα και να δρα με άλλες αρχές σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, το να προχωρήσει δηλαδή σε μια ουσιαστική εκκοσμίκευση της συμπεριφοράς του, απαιτεί πολύ υψηλό επίπεδο κοινωνικής και πολιτικής ωριμότητας, κάτι που δεν συναντάμε συχνά.

Αλλά αν ο αθεϊσμός δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση για την εκκοσμίκευση, η μερική έστω εκκοσμίκευση είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ελεύθερη εκδήλωση του αθεϊσμού. Στα θεοκρατικά ή τα έντονα θρησκευτικά κράτη ο αθεϊσμός θεωρείται απειλή για την εξουσία και η έκφρασή του περιορίζεται ή και διώκεται.

Κατά καιρούς εκφράζεται η άποψη ότι η εκκοσμίκευση συνιστά μεροληψία υπέρ του αθεϊσμού και ότι απειλεί τις θρησκείες, καταδιώκοντάς τες και περιορίζοντας την έκφρασή τους. Η παρεξήγηση αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην σύγχυση μεταξύ αθεϊσμού και των λεγόμενων αθεϊστικών κρατών, τα οποία όπως εξήγησα στην πραγματικότητα είναι αντιθρησκευτικά. Σε ένα κοσμικό κράτος η θρησκεία δεν καταπιέζεται, απλώς δεν επιτρέπεται η εισχώρησή της στον κρατικό μηχανισμό.

Αναφέρει για παράδειγμα ο Παναγιώτης Δ. Νικολόπουλος, διδάκτωρ αστικού δικαίου, μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Σύναξη, και αρθογράφος εφημερίδας Χριστιανική, στο βιβλίο του Ιδιωτικοποίηση της θρησκείας και εκκοσμίκευση της εκκλησίας, ότι η άρνηση δυνατότητας συμμετοχής της Εκκλησίας στην άσκηση της κυβερνητικής & νομοθετικής πολιτικής συνιστά αντίφαση: από τη μία της αναγνωρίζουμε το δικαίωμα να εκφέρει γνώμη για κοσμικά ζητήματα και από την άλλη της αρνούμεθα το δικαίωμα να λειτουργεί ως ομάδα πίεσης για να υποδείξει την ορθή κατά τη γνώμη της εθνική, κοινωνική και εκπαιδευτική πολιτική. [Μανιτάκης, Η ορθόδοξη εκκλησία της Ελλάδας μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, Καθ’ οδόν 16/2000] Όμως αυτό το δικαίωμα κανείς δεν το αρνείται. Φυσικά και έχει δικαίωμα η εκκλησία να εκφέρει γνώμη και να ασκεί πιέσεις στις κυβερνήσεις, όπως και όσο ακριβώς το έχει οποιαδήποτε οργάνωση, σύλλογος ή ομάδα ανθρώπων – ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο, και πάντα με τρόπο νόμιμο και θεμιτό, όχι μέσω διαπλοκής και εκβιασμών.

Αναφέρει επίσης ο Νικολόπουλος ότι η απαίτηση αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες βασίζεται στο δικαίωμα εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων με κάθε τρόπο, ακόμη και σε δημόσια έγγραφα, χωρίς αυτό να επισείει κίνδυνο διακρίσεων. Μα τα δημόσια έγγραφα εξυπηρετούν ένα σκοπό, εν προκειμένω την καταγραφή των απαραίτητων στοιχείων για την ταυτοποίηση ενός πολίτη. Δεν είναι πεδίο ελεύθερης έκφρασης για τις ιδιαιτερότητες του καθενός. Όποιος επιθυμεί να εκφράσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις είναι απολύτως ελεύθερος να το κάνει, και ιδιωτικά αλλά και δημόσια. Δεν μπορεί όμως να αξιώνει την επιβολή της παρείσφρησης των θρησκευτικών του πεποιθήσεων στα κρατικά έγγραφα, στα κρατικά κτίρια και στις κρατικές εκδηλώσεις προκειμένου να νιώθει ελεύθερος.

Η παρεξήγηση αυτή οφείλεται κατά ένα μέρος στην σύγχυση μεταξύ του όρου «δημόσιος» με την έννοια του κοινόχρηστου και «δημόσιος» με την έννοια του κρατικού. Σημαντικό ρόλο παίζει βεβαίως και το γεγονός ότι η εμπλοκή με το κράτος συνιστά μακραίωνη παράδοση των θρησκειών, δημιουργώντας την αίσθηση ότι συνιστά κεκτημένο δικαίωμα. Όσο για τον κίνδυνο διακρίσεων, σε τι άλλο μπορεί να χρησιμεύσει η καταγραφή του θρησκεύματος σε δημόσια αρχεία και έγγραφα, αν όχι στην επιβολή διακρίσεων; Ας μην ξεχνάμε δε ότι οι διακρίσεις, ακόμη και όταν είναι εκ πρώτης όψεως θετικές, δηλαδή υπέρ μιας ομάδας ανθρώπων, είναι κατ’ ανάγκην ταυτόχρονα αρνητικές, γιατί αποκλείουν μιαν άλλη ομάδα ανθρώπων, προκαλώντας έτσι ένα τεχνητό και περιττό χάσμα μεταξύ των πολιτών.

Η αποκαθήλωση θρησκευτικών συμβόλων, η κατάργηση του θρησκευτικού όρκου, η κατάργηση του αγιασμού, της προσευχής και της διδασκαλίας θρησκευτικών στα σχολεία,  δεν είναι παραχώρηση προς τον αθεϊσμό, αλλά προς την θρησκευτική ουδετερότητα που εξασφαλίζει σε όλους τους πολίτες το χώρο για να αναπτύξουν και να εκφράσουν ελεύθερα τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις.

Η εκκοσμίκευση δεν επιβάλλει τον αθεϊσμό, ωστόσο κατά μία έννοια μπορεί κανείς να πει ότι είναι αθεϊσμός, διότι δεν ενστερνίζεται καμία πίστη σε καμία θεότητα. Το σύνταγμα της εκκοσμικευμένης κοινωνίας, συμβολικά και κυριολεκτικά μιλώντας, συντάσσεται στο όνομα του λαού και όχι του θεού. Παραλλάσσοντας ελαφρά τα λόγια του Θανάση Παπαθανασίου που παρέθεσα στην αρχή, μπορώ να πω ότι πραγματικά η εκκοσμίκευση, αν είναι συνεπής, τελικά ταυτίζεται με τον αθεϊσμό.


Πηγές

Google και Wikipedia/Βικιπαίδεια (παγκόσμια κατανομή κοσμικών κρατών, συντάγματα, ορισμοί εννοιών, περιεχόμενο πολιτικών ιδεολογιών, βιογραφίες και έργα πολιτικών προσώπων – Μπακούνιν, Προυντόν, Γκόλντμαν).

Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, λήμμα «εκκοσμίκευση».

Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, λήμμα «ανεξιθρησκεία», Αναστάσιος Μαρίνος, διδάκτωρ Νομικής και επίτιμος αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας (βιβλιογραφία: Η θρησκευτική ελευθερία, Αθήνα 1972, του ιδίου).

«Μιά ἰδιαίτερη περίπτωση ἐκκοσμίκευσης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀποστολῆς» του Θανάση Παπαθανασίου, διδάκτορα θεολογίας, καθηγητού της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών και αρχισυντάκτη του περιοδικού «Σύναξη» (Εθνική βιβλιοθήκη).

 «Επανεξέταση της εκκοσμίκευσης (Rethinking secularization)», José Casanova (Χοσέ Καζανόβα), καθηγητής του τμήματος Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Georgetown των ΗΠΑ και παγκοσμίου κύρους ειδικός στην κοινωνιολογία της θρησκείας.

 «Σχέσεις κράτους και εκκλησίας στον ευρωπαϊκό χώρο» Πηνελόπη Φουντεδάκη, επίκουρη καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου, (περιοδικό Το Σύνταγμα, τ.4-5/2000).

«Κράτος και Εκκλησία: Επικίνδυνες σχέσεις» της Ντίνας Δασκαλοπούλου (Ελευθεροτυπία 7-10-2010).

Η «Ελληνική Ιδιαιτερότητα»: από την Βυζαντινή Συναλληλία στην «Επικρατούσα Θρησκεία», Σπύρος Τρωϊανός, ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

«Πρώτα το αίμα, μετά η Ορθοδοξία. Από την Ελληνική Δημοκρατία στην Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών», Ελένη Καλαμπάκου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη.

«Ἀμφίσημη ἐκκοσμίκευση : Φιλοσοφική ἀνθρωπολογία τῆς θρησκείας», Μάριος Π. Μπέγζος Ἀθήνα, Ἑλληνικά Γράμματα 2002 (Εθνική βιβλιοθήκη).

«Ιδιωτικοποίηση της θρησκείας και εκκοσμίκευση της εκκλησίας», Παναγιώτης Δ. Νικολόπουλος (Αθήνα,Καστανιώτης 2005) διδάκτωρ αστικού δικαίου, ειδικός σε οικογενειακό δίκαιο και πνευματική ιδιοκτησία, Συντακτική επιτροπή περιοδικού «Σύναξη», αρθογράφος εφημερίδας «Χριστιανική (Εθνική βιβλιοθήκη).




Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Είναι η πρώτη φορά που η τάξη της κόρης μου συμμετέχει σε γιορτή του σχολείου. Τετάρτη Δημοτικού, δεκάξι Νοεμβρίου δύο χιλιάδες δώδεκα. Οκτώ παρά δέκα είμαστε εκεί. Καλημέρα, τι κάνεις; Ήρθαμε να καμαρώσουμε τους πρωταγωνιστές, ε βέβαια, η δική μου είναι ενθουσιασμένη, ναι κι εμένα, θα τραβήξεις βίντεο;, μπορείς να μου κάνεις ένα αντίγραφο μετά;, λέω να κάψω δισκάκια για όλους, α ωραία.

Η αίθουσα ανοίγει, σειρές άδειες καρέκλες, πλησιάζω τη θυρωρό και τη δασκάλα: μήπως να κρατούσαμε τις δυο πρώτες σειρές για τα παιδιά της πέμπτης και της έκτης, που θα βγουν μετά;, βέβαια, κι εμείς το λέγαμε, να τους το πούμε. Να το πουν ποιοι σε ποιους;, αναρωτιέμαι, καθώς πλησιάζω - εγώ, όχι η θυρωρός, ούτε η δασκάλα - τους γονείς που μπαίνουν και τους λέω, ν' αφήσουμε τις μπροστινές για τα παιδιά;, πόσες ν' αφήσουμε;, δυο σειρές καλά είναι, εντάξει.

Κατευθύνομαι αριστερά, στην άλλη άκρη της αίθουσας, βρίσκω μια θέση τρίτη σειρά διάδρομο, για να τραβάω φωτογραφίες. Ο κόσμος μαζεύεται, η αίθουσα κοντεύει να γεμίσει. Στη δεύτερη σειρά αριστερα, στην άκρη, ένας άντρας έχει καθήσει μαζί με τα παιδιά. Πάλι καλά, μόνο ένας, σκέφτομαι, και μετά σκέφτομαι πόσο θλιβερή είναι αυτή η σκέψη. Να πάω να του πω κάτι;, όχι, δεν είναι δουλειά μου, ας πάνε οι διοργανωτές, έχω βαρεθεί να κάνω την κακιά.

Δυο αγόρια που κάθονται δεξιά στη δεύτερη αφήνουν τα παλτά τους στις καρέκλες, σηκώνονται και πάνε να δούνε κάποιους φίλους τους. Μια κυρία με ένα κοριτσάκι έρχονται και κάθονται στις θέσεις τους. Την ξέρω, είναι δασκάλα στο σχολείο, δεν ξέρω όμως το όνομα ούτε την τάξη της. Το ένα αγόρι επιστρέφει σε λίγο, η κυρία δασκάλα χαζεύει γύρω και χαμογελά. Μια άλλη κυρία που κάθεται πίσω, φίλη της μάνας του αγοριού, του λέει: πήγαινε κάτσε μπροστά, να έχει κι άλλα παιδιά εκεί. Μπροστά στη σκηνή, στο πάτωμα, πολλά παιδιά κάθονται σταυροπόδι γιατί δεν έχει άλλες θέσεις. Πίσω στον τοίχο αρκετοί στέκουν όρθιοι. Μια άλλη κυρία καταφτάνει, χαιρετά την προηγούμενη, της κάνουν λίγο χώρο και κάθεται κι εκείνη στη δεύτερη σειρά, μαζί με την κόρη της κυρίας δασκάλας, στις καρέκλες που κρέμονται ακόμη τα παλτά των δυο αγοριών.

Η παράσταση αρχίζει. Κόσμος συνεχίζει να μπαίνει, γονείς, παπούδες, κάποιοι περνούν μπροστά από όλα τα καθίσματα για να πάνε στην άλλη άκρη της αίθουσας, κοντοστέκονται, κοιτάζουν γύρω, ψάχνουν γνωστούς ή θέσεις να καθήσουν, άλλοι μετακινούνται αναζητώντας καλύτερο σημείο για φωτογραφίες ή βίντεο, άλλοι φωνάζουν το παιδί τους, άλλοι αδιαφορούν για το δικό τους που τριγυρνά στο διάδρομο.

Το πρώτο μέρος τελειώνει, η κόρη μου έρχεται σε μένα και κάθεται πάνω μου. Σύντομα αρχίζω να πιάνομαι, έχει βαρύνει, δεν είναι πια μωρό, κουράστηκα, της λέω, κάτσε εσύ εδώ, εγώ πάω πίσω. Σκυφτά τρέχω στο πίσω μέρος της αίθουσας και κάθομαι στην προτελευταία σειρά. Τα παιδιά της πέμπτης απαγγέλουν ποιήματα του Ελύτη, του Λειβαδίτη και άλλων, η χορωδία τραγουδά Λοΐζο, δυο κυρίες μπροστά μου κουβεντιάζουν αδιάλειπτα, μια παρέα στην τελευταία σειρά σχολιάζει και γελά μεγαλόφωνα, ένας πατέρας φωνάζει την κόρη του, ρυθμικά σουτ, σουτ, κρατούν το ίσο.

Ακούγεται ένας ξαφνικός κρότος, κάποια παιδιά έχουν βγει έξω και βροντάνε την τζαμόπορτα, τραβάνε το πόμολο και χτυπάνε, γελάνε. Κάποιοι κοιτούν ενοχλημένοι, άλλοι βαριούνται, άλλοι έχουν φύγει. Τα παιδιά τελειώνουν και αποχωρούν ένα ένα, διαβάζει καθένα από ένα όνομα νεκρού και την ηλικία του, Διομήδης Κομνηνός 17 ετών, Αικατερίνη Αργυροπούλου 76 ετών, Βασιλική Μπεκιάρη 17 ετών, Βασίλειος Φάμελος 26 ετών, Δημήτρης Θεοδωράς ετών 5μιση.

Πεντέμιση;, μα είναι δυνατόν;, πού βρέθηκε αυτό το παιδάκι μέσα στο χαμό;, το τελευταίο παιδί αποχωρεί από τη σκηνή, οι δυο κυρίες μπροστά μου σηκώνονται, μια γενικότερη κίνηση αποχώρησης, λες και με το ζόρι κρατιόνταν τόση ώρα, μια βαριά αντρική φωνή: δεν τελείωσε ακόμη!, η μια κυρία ξανακάθεται, η άλλη στέκει όρθια στο διάδρομο με το παιδί της κρατημένο από το χέρι, πράγματι τα παιδιά μαζεύονται μπροστά στη σκηνή και η δασκάλα της μουσικής κάθεται στο πιάνο. Τραγουδάνε κάτι σαν χιπ-χοπ, είναι το καλύτερο απ' όλα όσα ακούστηκαν ως τώρα, ποιο τραγούδι είναι;, να θυμηθώ να ρωτήσω μετά, αλλά φυσικά το ξεχνώ μέσα στη γενική χάβρα.

Η γιορτή ολοκληρώνεται με την πέμπτη και την έκτη να τραγουδούν τον εθνικό ύμνο επί σκηνής, όχι άσκημα είν' αλήθεια, όλοι στέκουν όρθιοι ευλαβικά, πάλι καλά, σκέφτομαι, τουλάχιστον είναι ένας ύμνος στην ελευθερία.

Μα ποια ελευθερία; Την ελευθερία να διδάσκουμε στο παιδί μας ότι ως πρόσωπο κύρους μπορούμε να παίρνουμε με τσαμπουκά ό,τι θέλουμε, την ελευθερία να διδάσκουμε στα ξένα παιδιά ότι έχουν λιγότερα δικαιώματα από τους ενήλικες και ότι πρέπει να υποχωρούν μπροστά στις αρχές, την ελευθερία να τραγουδάμε κάτω ο φασισμός ενώ συμπεριφερόμαστε σαν φασίστες.

Φοβάμαι. Φοβάμαι τις δασκάλες που με δερμάτινα γάντια, γούνα και κοσμήματα κλέβουν με το χαμόγελο τις θέσεις των παιδιών. Φοβάμαι τις μανάδες που κουτσομπολεύουν και χασκογελάνε όταν τα ξένα παιδιά απαγγέλουν Αναγνωστάκη. Φοβάμαι τους παπούδες που βλέπουν μόνο το βίντεο κι όχι το εγγόνι τους. Φοβάμαι τους ανθρώπους που σιγοτραγουδούν Ελύτη μηχανικά με ψιλή φωνή. Φοβάμαι τους έλληνες που στέκουν κλαρίνο στον εθνικό ύμνο μόνο και μόνο γιατί τόσα χρόνια πρωινής προσευχής, ανάπαυσης και προσοχής, τους έμαθαν να κάνουν ησυχία, "σεβόμενοι τους συμμαθητές τους που προσεύχονται", παναπεί να μην ενοχλούν την εξουσία.

Δεν θα περάσει ο φασισμός, βέβαια, έχει ήδη περάσει, είναι γύρω μας, μέσα μας. Το λαμπρό ήθος που οικοδομήσαμε μέσα από την παιδεία μας χάρη στο ελληνορθόδοξο πνεύμα, δίνει καρπούς. Μάθαμε να υποκρινόμαστε στην εντέλεια, ευγενικοί εκεί που μας ζορίζουν, τομαρόφιλοι εκεί που μας παίρνει, σάματις ποια η διαφορά; Μικροδιαθφορά, μεγαλοδιαφθορά, μόνο στην κλίμακα διαφέρουν.

Οργίζομαι, το στομάχι μου κάνει σπασμούς αναγούλας, θλίβομαι και αηδιάζω, και ταυτόχρονα συγκινούμαι, μέχρι που βουρκώνω, μάλιστα, και πώς να το μαζέψω, ρεζίλι θα γίνω. Με συγκινούν τα τραγούδια και τα ποιήματα, άκουσον άκουσον, υπερευαίσθητη έχω γίνει, θα φταίει η κλιμακτήριος. Μα πώς να μη βουρκώσεις, διάολε, είκοσι, εικοσιδύο, δεκαεφτά χρονών παιδιά, πού ήταν οι μανάδες τους; Σε δέκα χρόνια και το δικό μου παιδί θα είναι εκεί, ποιος ξέρει τι θα βρει μπροστά του, η ανάσα μου κόβεται: ορκίζομαι στον εαυτό μου πώς αν βρεθεί μπροστά σε τανκς, θα μπω ασπίδα ανάμεσά τους, θα παλέψω με τάπερ γεμάτα κοτόσουπα και με βελόνες του πλεξίματος, τίποτα δεν θα 'ναι πιο δυνατό από την αγάπη μου.

Η εκδήλωσε τελείωσε, αποχωρούμε. Πόσο δύσκολο ήταν, αναρωτιέμαι, να μπουν χαρτάκια σε δυο τρεις σειρές καρέκλες, "για τα παιδιά", να ξέρουν τα παιδιά ότι αυτές θα είναι οι θέσεις τους, να αναλάβει η θυρωρός να κατευθύνει τον κόσμο ώστε να κάθεται σωστά, ώστε οι καθυστερημένοι να περνούν από το πλάι και πίσω κι όχι από μπροστά, ώστε όσοι έρχονται αργότερα να καθονται τελευταίοι και όχι πρώτοι, ώστε να μην βολτάρουν όλοι ανεξέλεγκτα στη διάρκεια της παράστασης, ώστε να μην σηκώνονται να φεύγουν ούτε να χασκογελάνε όταν πέρασε η σειρά του παιδιού τους; Πολύ πιο εύκολο σίγουρα από το να πλάσεις ήθος, στα παιδιά ίσως όχι τόσο, αλλά τους μεγάλους, τους γονείς και τους δασκάλους, ποιος θα τους μορφώσει; Πού 'σαι Παπαδόπουλε...

Πριν φύγουμε, κατά παράκληση μιας δασκάλας μερικοί από μας βοηθάμε να μαζευτούν οι καρέκλες. Στον τοίχο της σκηνής μένουν πολύχρωμα πλακάτ, κάτω η χούντα, κάτω ο φασισμός, ψωμί παιδεία ελευθερία. Σκέφτομαι ότι τουλάχιστον στην Ελλάδα έχουμε μια εθνική γιορτή για την εξέγερση κατά του φασισμού, πού αλλού γίνεται αυτό;, έστω κι έτσι.

Ίσως να μην πήγε εντελώς χαμένη η θυσία εκείνων των ανθρώπων, ίσως κάτι να αξίζει ακόμη η μνήμη τους. Ίσως.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

ΦΙΛΟΙ

*Ονόματα και άλλα προσωπικά στοιχεία έχουν αλλαχτεί.*

Το πάρτυ είναι στο απόγειό του. Καθισμένη στον καναπέ, παρακολουθώ έναν κάθιδρο ανιματέρ να κουμαντάρει μια αγέλη εννιάχρονων με μαεστρία θηριοδαμαστή. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η κόρη μου, μαζί με όλους σχεδόν τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές της.

Ένα αγόρι έρχεται και κάθεται δίπλα μου.
- Είστε η μαμά τής Άρτεμης;
- Ναι.
- Να σας ρωτήσω κάτι; Γιατί η Άρτεμη δεν κάνει θρησκευτικά;
- Γιατί δεν είμαστε χριστιανοί.
- Και οι δύο;
- Ναι.
- Το είχα καταλάβει ότι το επίθετό της δεν είναι ελληνικό.
- Ο πατέρας της είναι Ιταλός, εκεί οι περισσότεροι είναι καθολικοί, αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος, άλλωστε και οι καθολικοί χριστιανοί είναι. Απλώς τυχαίνει εμείς να μην είμαστε.
Στριφογυρίζει λίγο αμήχανα.
- Δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Αρκεί να είναι όλοι φίλοι.
Ακόμη κι αν ήθελα να συγκρατήσω το πλατύ χαμόγελο που απλώνεται στο πρόσωπό μου, δεν θα μπορούσα.
- Έτσι λέω κι εγώ, Αντώνη. Αρκεί να είναι όλοι φίλοι.
Σηκώθηκε κι έτρεξε να μπει ξανά στο παιχνίδι.

Με όλους τους φίλους του.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΚΙ ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ

Χτες το βράδυ ξεκίνησα να πάω να δω το Corpus Christi. Ο λόγος που θέλησα να πάω να παρακολουθήσω την συγκεκριμένη παράσταση ήταν η επιθυμία μου να στηρίξω το δικαίωμα των δημιουργών της στην ελεύθερη έκφραση. Δεν φανταζόμουν ωστόσο πως θα αντιμετώπιζα τόσες δυσκολίες και κινδύνους σε αυτό το απλό εγχείρημα.

Πήρα το μετρό, κατέβηκα στον Κεραμεικό και κατευθύνθηκα από Κωνσταντινουπόλεως προς Ιερά οδό, όπου βρίσκεται το θέατρο. Όμως ήδη από την προηγούμενη διασταύρωση είδα μεγάλο πλήθος συγκεντρωμένο και ΜΑΤ που εμπόδιζαν τη διέλευση. Έστριψα λοιπόν δεξιά και βγήκα Ιερά οδό από το προηγούμενο στενό. Μπροστά στο θέατρο υπήρχε συγκεντρωμένο άλλο πλήθος και άλλος κλοιός των ΜΑΤ που τους εμπόδιζε να πλησιάσουν. Πίσω από τον κλοιό υπήρχαν μερικοί πολίτες: ιερείς, μοναχοί, μια κυρία με μαντίλι στο κεφάλι και μερικοί άντρες με κοστούμια, τρεις εκ των οποίων, όπως έμαθα μετά, ήταν βουλευτές της Χρυσής Αυγής.
Ο αέρας μύριζε δακρυγόνο, τα μάτια έτσουζαν, ωστόσο γενικά επικρατούσε σχετική ηρεμία. Πλησίασα τους αστυνομικούς και είπα ότι θέλω να περάσω για να μπω στο θέατρο.
- Φύγετε κυρία μου. Φύγετε σας παρακαλώ.
- Δεν θα γίνει η παράσταση;
- Δεν ξέρουμε. Σας παρακαλώ κάντε πίσω.
Έκανα λίγο πίσω, αλλά δεν έφυγα. Προσπάθησα μάταια να εντοπίσω τους φίλους με τους οποίους είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε εκεί. Έφερα βόλτα τον κλοιό, προσπαθώντας να περάσω, εξηγώντας ότι θέλω να μπω στο θέατρο για να δω την παράσταση, μάταια όμως. Οι προσπάθειές μου αυτές, καθώς και η μπλούζα με το σήμα της Ένωσης Άθεων που φορούσα, τράβηξαν την προσοχή των διαδηλωτών που άρχισαν να σχολιάζουν:
- Τι θέλει αυτή; Να δει τη παράσταση;
- Λεσβία είναι και θέλει να δει τις αδερφάρες;
- Κοίτα τι γράφει η μπλούζα! Ένωση Άθεων!
- Άθεη είναι!
Το ενδιαφέρον τους στράφηκε πάνω μου και ξεκίνησαν πολλές κουβέντες, οι περισσότερες γεμάτες ένταση. Λογικά άλματα, ύβρεις και απειλές χαρακτήριζαν το μεγαλύτερο μέρος των διαλόγων. Προσπάθησα να κρατηθώ ήρεμη και σταθερή, να απαντώ λογικά και ψύχραιμα, να διατηρήσω την επαφή με τους συνομιλητές μου, και τα κατάφερα, δεν μπορώ να πω το ίδιο όμως για εκείνους. Θα προσπαθήσω να μεταφέρω εδώ μέρος των διαλόγων, ανάκατα γιατί δεν μπορώ πια να θυμηθώ με ακρίβεια ποιος είπε τι, με λίγες εξαιρέσεις.
- Άντε από δω χάμω, κουμούνι του κερατά!
- Τι ήρθες τις δεις τις αδερφάρες; Λεσβία είσαι;
- Δεν σε αφορά.
- Λεσβία είναι μωρέ, δεν την βλέπεις; Δεν έχεις άντρα μαζί σου, δεν έχεις παιδιά ούτε εγγόνια, λεσβία είσαι!
- Κοίτα τη μπλούζα, είναι άθεη! Ουστ από δω μωρή!
- Θέλω να δω το έργο.
- Τις αδερφάρες θες να δεις; Είναι αδερφάρες! Ανώμαλοι!
- Βρίζουν το χριστό μας, την παναγία μας!
- Πού το ξέρετε; Το είδατε το έργο;
- Όχι, αλλά μου το είπαν. Μου είπαν ότι βρίζει το χριστό μας. Πρέπει να απαγορευτεί!
- Αν δεν θέλετε, μην δείτε το έργο. Εγώ γιατί να μην το δω;
- Βλασφημούν το θεό μας! Εμείς έχουμε τον έναν αληθινό θεό!
- Θα ρίξει ο θεός κεραυνό να σε κάψει! Θα δεις τι θα σας κάνει ο θεός!
- Αφού λοιπόν θα το κάνει ο θεός, εσείς γιατί ασχολείστε; Πάτε σπίτια σας να ξεκουραστείτε και εμπιστευτείτε τον θεό.
- Θα πας στην κόλαση!
- Δεν υπάρχει θεός, ούτε κόλαση.
- Δεν υπάρχει; Ε δεν μιλάω μαζί σου, δεν αξίζεις τον κόπο.
- Εγώ θέλω να μιλήσουμε. Πιστεύω ότι αξίζεις τον κόπο.
- Άντε καλέ, μην ασχολείσαι μαζί της, δεν αξίζει, ένα σκουπίδι είναι!
- Φύγε από δω, Αλβανή!
- Ελληνίδα είμαι.
- Ελληνίδα; Αμ' δεν κάνουν τέτοια οι ελληνίδες! Αλβανή είσαι!
- Είσαι σκουπίδι! Ο θεός να σε ελεήσει.
- Αυτή τώρα είναι η θρησκεία της αγάπης;
- Ο χριστός έδιωξε τους αργυραμοιβούς από το ναό του με το φραγγέλιο! Έτσι κι εμείς θα διώξουμε εσάς!
- Δεν είναι ναός εδώ, θέατρο είναι, εσείς είστε που εμποδίζετε εμάς, όχι το αντίθετο.
- Ο χριστός είπε "δεν ήρθα να φέρω αγάπη, αλλά διχόνοια", είπε "φέρτε τους εχθρούς μου και σφάξτε τους εμπρός μου"!
- Δηλαδή θα ήθελες να με σφάξεις;
- Άκου να δεις μωρή, εμείς είμαστε έλληνες χριστιανοί φασίστες! Το 90% στην Ελλάδα είναι χριστιανοί φασίστες, κατάλαβες; Φασιστικά έχω το δικαίωμα να σου πω να φύγεις!
- Φασιστικά έχεις τη δύναμη, όχι το δικαίωμα.
Κι άλλες φωνές, κι άλλες βρισιές, κι άλλος παραλογισμός. Τυφλή οργή και μίσος, λεκτικές επιθέσεις γεμάτες χολή. Είσαι αγάμητη, είσαι κακογαμημένη, είσαι γυναίκα και το θέλεις το ξύλο σου, πού 'σαι ρε Παπαδόπουλε... Πιο φανατισμένες φαίνονταν οι γυναίκες, το πιο πολύ μεσόκοπες, αλλά και μερικές ηλικιωμένες και νέες. Η κυρία με το μαντίλι στο κεφάλι που βρισκόταν κοντά στους βουλευτές ήταν απο τις πιο οργίλες. Όταν μου μιλούσε στεκόταν τόσο κοντά μου, που πετάγονταν τα σάλια της στο πρόσωπό μου. Της είπα πολλές φορές, πολύ ήρεμα:
- Σε παρακαλώ, κάνε ένα βηματάκι πίσω. Σε παρακαλώ, μίλα πιο σιγά, να σε ακούω καλύτερα.
Μάταιος κόπος. Τα ίδια και με τον κύριο που διατεινόταν ότι "το 90% είμαστε χριστιανοί φασίστες".
- Μίλα πιο σιγά, να χαρείς. Δεν μπορώ να σε ακούσω καλά έτσι.
- Έχω στεντόρεια φωνή!

Θα ήθελα να μπορούσα να τους πω: δεν είμαι λεσβία, αλλά κι αν ήμουν, τι θα πείραζε; Έχω άντρα και παιδί, αλλά κι αν δεν είχα, τι θα πείραζε; Δεν είμαι Αλβανή, αλλά κι αν ήμουν, τι θα πείραζε; Δεν είμαι κομμουνίστρια, αλλά κι αν ήμουν, τι θα πείραζε; Δεν πιστεύω στο θεό, αλλά τι πειράζει; Κάποιοι άνθρωποι έχουν για το θεό και το χριστό και την παναγία άλλη άποψη από εσάς, τι πειράζει; Ζητάτε σεβασμό στο δικαίωμά σας να πιστεύετε στο θεό όπως εσείς θέλετε, γιατί δεν σέβεστε το δικαίωμα των άλλων να πιστεύουν με άλλο τρόπο ή να μην πιστεύουν καθόλου;

Στο αναμεταξύ ο κλοιός είχε χαλαρώσει. Προσπάθησα ξανά να πλησιάσω στο θέατρο. Μέσα από την κλειστή καγκελόπορτα είδα έναν άνθρωπο να έρχεται προς το μέρος μας. Υπέθεσα ότι ήταν κάποιος από τους συντελεστές που ερχόταν να ανοίξει για να μπει το κοινό. Έκανα να του μιλήσω, αλλά ένας ψηλός, παχύς, σωματώδης άντρας - ήταν ο Ηλίας Παναγιώταρος, βουλευτής της Χρυσής Αυγής, όπως πληροφορήθηκα μετά - ήρθε προς το μέρος μου και μου είπε να φύγω.
- Δεν θέλω να φύγω, θέλω να δω την παράσταση.
- Βρε άντε φύγε από δω, παλιολεσβία, βρωμοκομμούνι, άντε μην φας καμία!
Ήταν αδύνατον να τον παρακάμψω, με απωθούσε με το σώμα του, προχωρόντας κατά πάνω μου, αναγκάζοντάς με να υποχωρήσω. Ένας άλλος άντρας που ήταν μαζί του με πλησίασε και με απώθησε κι εκείνος, σωματικά και λεκτικά. Ακούμπησε πάνω μου και με έσπρωξε με το σώμα του. Πολλοί παρευρισκόμενοι με παρότρυναν να απομακρυνθώ.
- Φύγε από δω, άντε τώρα, άντε τώρα μη φας ξύλο, δεν βλέπεις τι γίνεται;
- Δεν θέλω να φύγω. Δεν θέλω να υποχωρήσω μπροστά στη βία. Έχω δικαίωμα να βρίσκομαι εδώ, έχω δικαίωμα να δω το έργο.

Προσπαθούσα να μείνω σταθερή στη θέση μου, προσπαθούσα να συζητήσω, αλλά μάταια. Το θέατρο πάντα κλειστό και τα ΜΑΤ μπροστά. Οι φίλοι μου άφαντοι. Όσο κι αν ήθελα να μείνω ήρεμη, ένιωθα ταραγμένη, όλο και πιο μόνη και κουρασμένη. Κάποια στιγμή υποχώρησα στο περίπτερο που βρισκόταν λίγα μέτρα από την είσοδο. Χώθηκα στο πίσω μέρος, ανάμεσα σε στίβες με περιοδικά και γαριδάκια. Εκεί βρισκόταν και ένα ζευγάρι που είχε έρθει να δει την παράσταση και είχε καταφύγει όπως κι εγώ στην ασφάλεια του περιπτέρου. Μίλησα μαζί τους, μια ήρεμη, λογική και συγκροτημένη κουβέντα. Η παρουσία τους μου έκανε πολύ καλό, σύντομα ένιωσα καλύτερα, η ταχυπαλμία μου καταλάγιασε.

Πιάσαμε κουβέντα, σχολιάσαμε την μισαλλοδοξία και την τύφλωση των φανατικών. Αναρωτηθήκαμε γιατί βρίσκονταν εκεί τρεις βουλευτές της Χρυσής Αυγής - Παναγιώταρος, Λαγός, Παππάς - και κανένας βουλευτής άλλων κομμάτων; Γιατί έδιναν το παρόν μόνο φανατικοί θρησκόληπτοι και κανένας υπέρμαχος του πνεύματος και της ελεύθερης έκφρασης; Κάναμε κάποια τηλεφωνήματα σε ραδιοσταθμούς και δημοσιογράφους, παρακαλώντας να ενημερώσουν όσο περισσότερα ΜΜΕ και πολιτικούς μπορούσαν για την κατάσταση που επικρατούσε εκεί.

Μετά από λίγη ώρα βγήκαμε πάλι προς τα έξω. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβανόταν κάθε τόσο. Ο κλοιός σχηματίστηκε πάλι. Τα ΜΑΤ απωθούσαν τους πάντες, εκτός από τους βουλευτές που βρίσκονταν μέσα του. Κάποια στιγμή έγινε μια αναταραχή, οι δημοσιογράφοι πετάχτηκαν πάνω, οι κάμερες πλησίασαν: είχαν έρθει κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της ΔΗΜΑΡ. Σίγουρα ήταν οι Τατσόπουλος, Ρεπούση και Κατριβάνου, άκουσα και για τον Δρίτσα αλλά δεν είμαι σίγουρη, δεν τους γνωρίζω άλλωστε όλους εξ όψεως. Έγιναν δηλώσεις, έγιναν κουβέντες για να ανοίξει το θέατρο να μπουν μόνον οι βουλευτές, "για να μην τους περάσει" των διαδηλωτών. Τι να μην τους περάσει, σκέφτηκα, το θέμα είναι να μπει το κοινό, να γίνει η παράσταση, αν μπουν μόνον οι βουλευτές, σιγά το κατόρθωμα.

Η ώρα περνούσε, η κατάσταση σταθερή. Ακούστηκε ότι οι συντελεστές φοβούνταν - και δικαίως, κατά τη γνώμη μου - ότι αν άνοιγαν τις πόρτες στο κοινό, ενδεχομένως να έμπαιναν και θρησκόληπτοι διαδηλωτές με την πρόφαση ότι θέλουν να δουν το έργο, και να δημιουργούσαν προβλήματα μετά, με πρώτους κατά πάσα πιθανότητα τους ίδιους τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής. Έτσι οι πόρτες δεν άνοιγαν, οι διαδηλωτές δεν έφευγαν, ούτε κι εμείς άλλωστε. Ρωτούσαμε κάθε τόσο τους αστυνομικούς αν θα γινόταν η παράσταση, και η απάντηση ήταν σταθερά "δεν ξέρουμε ακόμη". Είδα κάποια στιγμή την Ιωάννα Κούρτοβικ μπροστά μου να λέει στους αστυνομικούς:
- Αυτοί οι άνθρωποι εδώ δεν προκαλούν διατάραξη της δημόσιας τάξης; Γιατί δεν τους απομακρύνετε; Γιατί δεν κάνετε κάτι;
Δεν άκουσα την απάντηση, αλλά την είδα έμπρακτα: τίποτε.

Ένιωθα μετέωρη. Στην αρχή δεν ένιωθα φόβο, αλλά με το πέρασμα της ώρας, υπήρξαν στιγμές που λιποψύχησα. Θυμήθηκα τον άντρα μου, που πάντα ανησυχεί: μην πέσω σε φανατικούς, μην πάθω τίποτα, μην φάω ξύλο. Σκέφτηκα το παιδί μου, που θα κοιμόταν ήσυχο στο σπίτι. Κι αν στ' αλήθεια με χτυπούσαν; Κι αν γίνονταν επειδόσια και μας μάζευαν όλους στις κλούβες; Κι αν δεν μπορούσα να ξαπλώσω απόψε αγκαλιά με τον άντρα μου, κι αν δεν μπορούσα να ξυπνήσω αύριο το παιδί μου για να πάει στο σχολείο; Μπήκα στον πειρασμό να φύγω - αλλά είπα, όχι. Δεν θα τους επιτρέψω να με διώξουν, δεν θα τους αφήσω να με τρομοκρατήσουν. Θα μείνω εδώ, και θα μιλήσω μαζί τους όσο αντέχω, και θα ξεκουραστώ και μετά θα μιλήσω ξανά, κι ας μην ακούνε, ας μοιάζουν να μην ακούνε, ας αρνούνται να ακούσουν. Γιατί όλο και κάποιος μπορεί να ακούσει έστω μια κουβέντα, γιατί όλο και κάποιος μπορεί να κρατήσει κάτι μέσα του, αν όχι από αυτούς, από όσους παρακολουθούν τη συζήτηση. Γιατί ακόμη κι αν κανείς δεν με ακούσει, εγώ θα νιώθω καλά με τον εαυτό μου μόνο αν μιλήσω, μόνο αν σταθώ και τους αντιμετωπίσω. Ήρεμα, ευγενικά και σταθερά.

Εν τω μεταξύ βρήκα μερικούς από τους φίλους μου. Κάποια στιγμή φάνηκε ένας γνωστός μου, ύστερα κι άλλος. Άρχισαν πάλι οι συζητήσεις, με δημοσιογράφους, με γνωστούς και αγνώστους, με υποψήφιους θεατές και με διαδηλωτές. Έπιασα κουβέντα με έναν κύριο που είχε έρθει να διαμαρτυρηθεί κατά της παράστασης.
- Το έργο αυτό προσβάλει τον χριστό.
- Τι να σας πω, δεν το ξέρω, δεν το έχω δει.
- Εγώ το έχω δει. Δεν κρίνω κάτι αν δεν το δω.
- Μα τότε γιατί μας στερείτε το δικαίωμα να δούμε κι εμείς και να κρίνουμε μόνοι μας;
- Εγώ σας το στερώ;
- Βέβαια, αφού δεν μας αφήνετε να το δούμε!
- Πώς δεν σας αφήνω; Πάτε να το δείτε.
- Μα δεν ζητάτε να απαγορευτεί;
- Ναι, ζητάω να απαγορευτεί.
- Γιατί το ζητάτε;
- Γιατί προσβάλει το χριστό και την παναγία!
- Δεν μου το περιγράφετε, να ξέρω κι εγώ τι ακριβώς δείχνει;
- Δείχνει τον χριστό πάνω στον σταυρό και τους δώδεκα αποστόλους να χορεύουν, δείχνει τον Ιούδα με τον χριστό, ότι είχε σχέση ο Ιούδας με τον χριστό, μιλάει για σχέσεις ανάμεσα σε άντρες, δείχνει την παναγία ότι είναι έγκυος και πάει να γεννήσει, ένας άντρας παίζει την παναγία, της λένε πού είναι ο άντρας σου και λέει πήγε να παρκάρει...
- Δείχνει μια άλλη άποψη για τον χριστό και την παναγία, όχι την δική σας.
- Είναι βλάσφημο το έργο! Βλασφημεί την πίστη μου!
- Και γιατί να μην το κάνει;
Εκεί ο κύριος μπλόκαρε. Ως εκείνη την ώρα, ήταν ήρεμος και συζητήσιμος. Εκεί τσίτωσε.
- Τι λες εκεί; Γιατί να μην βλασφημεί; Πώς γιατί;
- Η βλασφημία είναι αμφισβήτηση του δόγματος. Εσύ αν δεν θέλεις μην το αμφισβητείς. Ένας άλλος  γιατί να μην το αμφισβητήσει; Εσύ πιστεύεις, εγώ που δεν πιστεύω, γιατί να μην το αμφισβητήσω;
- Δηλαδή δεν πιστεύεις στο θεό;
- Όχι.
- Ε τότε δεν μιλάμε! Δεν πιστεύουμε τα ίδια!
Γύρισε την πλάτη του και απομακρύνθηκε με μεγάλες δρασκελιές.
- Δεν πιστεύουμε τα ίδια, αλλά μπορούμε να μιλήσουμε!
- Δεν μπορούμε!
- Πρέπει να μπορούμε! Είμαστε συνάνθρωποι, συμπολίτες, ζούμε στην ίδια χώρα, στον ίδιο πλανήτη. Πρέπει να μπορούμε να συνεννοηθούμε!
Κι όμως, δεν μπορέσαμε.

Κι άλλοι άνθρωποι, κι άλλες κουβέντες.
- Γιατί βρίζετε το χριστό μας; Θέλετε να βρίσουμε εμείς τη μάνα σας;
- Δεν βρίζω κανέναν, θέλω μόνο να δω το έργο.
- Το έργο βρίζει τον χριστό μας. Θέλεις να δείξω εγώ ένα έργο που να βρίζει τη μάνα σου;
- Η μάνα μου, όπως και η δική σου, είναι υπαρκτά πρόσωπα. Ο χριστός και η παναγία είναι ιδέες, υπάρχουν μόνο μέσα στο κεφάλι σου.
- Τι λες εκεί! Ο χριστός είναι αδελφός μου!
- Άλλο ο αδελφός σου, άλλο ο χριστός. Ο ένας είναι άνθρωπος, ο άλλος είναι πεποίθηση. Άλλο να βρίζω εσένα ή τους δικούς σου ανθρώπους, άλλο τις πεποιθήσεις σου.
- Για πες μου, θες να έρθω εγώ να βρίσω τις πεποιθήσεις σου;
- Βρίσε τες, ελεύθερα! Κορόιδεψέ τες, κάνε ό,τι θέλεις!
- Μπα; Για πήγαινε να βρίσεις τον Μωάμεθ μπροστά στους μουσουλμάνους, να δεις τι θα σου κάνουν!
- Και αυτό σημαίνει ότι δικαιολογείσαι να μου το κάνεις κι εσύ;
Τζίφος, αδιέξοδο.

Τουλάχιστον όμως μιλούσαν, ορισμένοι. Και μερικοί άκουγαν κιόλας. Όπως εκείνος που παρακολουθούσε τον διάλογό μου με τις χριστιανές μαινάδες που με έβριζαν χυδαία, και όταν γύρισα και τον ρώτησα:
- Εσύ πιστεύεις στον θεό.
- Ναι.
- Κοίταξε αυτούς τους ανθρώπους. Πιστεύεις ότι αυτή τη στιγμή διαπνέονται από το πνεύμα του θεού;
Δεν μίλησε. Έσκυψε το κεφάλι και απομακρύνθηκε.

Το ίδιο ερώτημα απηύθυνα και στους ιερείς που βρίσκονταν εκεί, με το σταυρό στο χέρι, αυτοί τουλάχιστον χωρίς να βρίζουν και να απειλούν, αλλά και χωρίς να προσπαθούν να συγκρατήσουν το ποίμνιό τους.
- Είστε ιερέας. Πείτε μου σας παρακαλώ, εγκρίνετε αυτό που συμβαίνει εδώ; Εγκρίνετε αυτή τη συμπεριφορά; Τι κάνετε για να την αποτρέψετε;
Σιγή ιχθύος, αδιαφορία πλήρης.

Πιο αποκαρδιωτικό απ' όλα, όμως, και από τις βρισιές και από τις απειλές και τα σπρωξίματα, ήταν η προτροπή που άκουγα διαρκώς από αστυνομικούς, από δημοσιογράφους, από ανθρώπους που είχαν έρθει να δουν την παράσταση, από τους λίγους διαδηλωτές που προσπαθούσαν να χαμηλώσουν τους τόνους, ακόμη και από έναν περαστικό:
- Άσ' το τώρα, άσ' το καλύτερα.
- Φύγε, κάνε πίσω, άσ' τους.
- Άσ' το σου λένε, δεν βλέπεις τι γίνεται;
- Άσ' τους παιδί μου, δεν παίρνουν από λόγια.
- Φύγε, άσ' το, φύγε, άσ' το.
Με έπιαναν από το χέρι και μαλακά προσπαθούσαν να με απομακρύνουν, μου χαμογελούσαν φιλικά, προστατευτικά.

Όχι, δεν φεύγω, όχι, δεν το αφήνω. Έχω δικαίωμα να είμαι εδώ. Έχω δικαίωμα να έχω μια διαφορετική άποψη. Έχω δικαίωμα να παρακολουθήσω ένα θεατρικό έργο της επιλογής μου. Έχω δικαίωμα να τα κάνω όλα αυτά, ακόμη κι αν ορισμένοι νιώθουν προσβεβλημένοι, ακόμη κι αν ενοχλούνται, ακόμη κι αν προσπαθούν να με απωθήσουν με τη βία, αφού έχουν εξαντλήσει τα νόμιμα μέσα χωρίς να το πετύχουν, αφού οι κατηγορίες κατά των συντελεστών κρίθηκαν αβάσιμες και τα ασφαλιστικά μέτρα παράνομα. Και θα ασκήσω αυτό μου το δικαίωμα, χωρίς να επιτρέψω στην βία και τον τραμπουκισμό να με πτοήσει.

Γιατί αν το αφήσω, αν κάνω πίσω, στον χώρο που θα αφήσω εκείνοι θα προχωρήσουν λίγο περισσότερο. Γιατί αν υποχωρήσω, εκείνοι θα νιώσουν λίγο πιο δυνατοί και πιο δικαιωμένοι. Γιατί αν φύγω, εκείνοι θα μείνουν και θα απλωθούν όσο που να μην μένει για μένα καθόλου χώρος πια. Γιατί αν δεν μείνω σταθερή στη θέση μου τώρα, κάποια στιγμή δεν θα μπορώ να βγω ούτε από την πόρτα του σπιτιού μου. Και αργά ή γρήγορα θα φτάσουν και μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.

Γι' αυτό θα μείνω. Θα είμαι ο εαυτός μου, με τις απόψεις μου, στον τόπο μου. Δεν πρόκειται να φύγω.

Είμαι εγώ, και είμαι εδώ.

Κι εδώ θα μείνω.

I AM HERE TO STAY



Last night, I went to go see Corpus Christi. The reason I wanted to go and see this particular play was my desire to support the right of artists to freedom of expression. I never imagined I would face so many difficulties and dangers in this simple task.

I took the subway, got off at Kerameikos Station, and walked from Konstantinoupoleos Street towards Iera Odos, where the theater is located.  From the previous intersection, I could see that a large crowd had gathered and the special forces of the police had blocked off the street. I turned right and made my way to Iera Odos from the previous street.  In front of the theater, another crowd had gathered, and another group of policemen was preventing them for approaching.  Behind the police, there were a few people, priests, monks, a lady with a scarf on her head and some men in suits, three of which, as I learned later, were parliament members of the Golden Dawn party.

The air smelled of tear gas and my eyes stung, but generally there was relative calm. I approached the officers and said that I wanted to enter the theater.

“Go away, ma'm. Please, go away”
“Has the play been cancelled?”
“We don’t know. Please step back.”

I did step back, but I didn’t leave. I tried, in vain, to locate my friends with whom we had arranged to meet. I walked around the ring of police officers, trying to get through, all the while explaining that I wanted to enter the theater to see the show, but without success.  My efforts, and the Atheist Union t-shirt I was wearing, attracted the attention of protesters who started to comment:

“What does she want? To see the play?”
“She's a lesbian and wants to see the fags?”
“Look at her t-shirt! Atheist Union!”
“She's an atheist!”

Their interest turned onto me and they started talking, their words mostly full of tension: logical fallacies, insults and threats.  I tried to stay calm and steady, to respond rationally and coolly, and to engage the others, and while I succeeded, I can not say the same thing for them. I will try to convey some of the comments here, somewhat out of order, because I can no longer remember exactly who said what, with a few exceptions.

“Go away, you fucking commie!”
“Why did you come? To see the fags? What are you, a lesbian?”
“It’s none of your business.”
“She's a lesbian, don't you see? You have no man with you, no children, no grandchildren, you're a lesbian!”
“Look at the t-shirt, she's an atheist! Get the hell outta here!”
“I want to see the play.”
“You want to see the faggots? They're faggots! Perverts!”
“They swear against our Christ, our Virgin Mary!”
“How do you know? Have you seen it?”
“No, but so they told me. They told me it swears against our Christ. It must be banned!”
“If you don't want to see the play, don't. Why shouldn't I?”
“They blaspheme against our God! We have the one true God!”
“He'll strike you down with lightning and burn you! You’ll see what God will do to you!”
“Since God will do it, why are you worrying about it? Go home, rest, and trust in God.”
“You’ll go to Hell!”
“There is no God, nor is there a Hell.”
“There isn't? Then I won't talk to you, you're not worth it.”
“I want to talk to you. I believe you are worth it.”
“Hey, don’t waste your time on her, she’s not worth it.  She’s trash.”
“Get out of here, Albanian!”
“I'm Greek.”
“Greek? True Greeks don't do such things! You're Albanian!”
“You're trash! May God have mercy on you.”
“Is this the religion of love?”
“Christ threw out the merchants from his house with a whip!  That’s how we’re going to throw you out!”
“This isn’t a church, this is a theater. You are stopping us, not the other way around.”
“Christ said, “I did not come to bring love, but a sword”. He said, “Bring me my enemies, and slay them before me!””
“In other words, you want to slay me?”
“Listen here, bitch, we are Greek Christian fascists! 90% of Greeks are Christian fascists, understand?  As a fascist, i have the right to tell you to get out of here.”
“As a fascist, you have the strength, but not the right.”

More  shouting, more insults, more irrationality. Blind rage and hate, hate speech full of bile.
You need to get laid, you're not properly laid, you’re a woman and you need a spanking, would that Papadopoulos were back... The women seemed to be more fanatic.  Most were middle aged, but there were both older and younger women there.  The woman with the scarf on her head, near the MPs, was one of the most angry ones. When she spoke to me, she stood so close to me that I could feel her saliva on my face. I told her many times, very calmly:

“Please step back a little. Please, speak more slowly, so that I can hear you better.”

It was no use, nor could I reason with the gentleman who claimed that we are "90% Christian fascists."

“Speak more slowly, please. I can’t hear well like this.”
“I have a strong voice!”

I wish I could tell them: I am not a lesbian, but even if I were, what would it matter? I have a husband and a child, but even if I didn’t, what would it matter? I'm not Albanian, but even if I was, what would it matter? I’m not a communist, but even if I was, what would it matter? I don’t believe in God, but what does it matter? Some people have a different opinion about God and Christ and the Virgin Mary -- what does it matter? You demand respect for your right to believe in God as you like, why don’t you respect others’ rights to believe in a different way, or not to believe at all?

In the meantime, the ring of police had loosened.  I tried to approach the theater again.  Through the gate, I saw a man coming toward us. I assumed it was someone involved with the play that had come to open up to let the audience in. I started to speak to him, but a tall, fat, bulky man -- someone told me later that he was Ilias Panayotaros, a Golden Dawn MP -- came toward me and told me to leave.

‘I don't want to leave, I want to see the play.”
“Get outta here, you fuckin' lesbian, you fuckin' commie, or I'll smack you!”

It was impossible to go around him.  He pushed me with his body, stepping towards me, forcing me to retreat.  Another man who was with him and approached me and he pushed me as well, both physically and verbally.  He leaned over me and pushed me with his body. People around me encouraged me to leave.

“Get out of here, now, or you'll get beat up, don't you see what's going on here?”
“I don't want to leave. I won't submit to violence. I have a right to be here. I have a right to see the play.”

I tried to stand my ground. I tried to talk with the others, but to no end.  The theater stayed closed with the police in front. My friends were nowhere to be seen. I wanted to stay calm, but I felt upset, more and  more lonely and tired. After a little while, I went to stand by a kiosk, a few meters from the entrance. I walked towards the back, in between the magazines and the potato chips. Another couple was there who had come to see the show and had fled, like me, for the safety of the kiosk.  I had a calm, logical and coherent chat with them.  Their presence helped me.  Soon I felt better, my heart heartbeat came back to normal.

We talked a bit, commenting on bigotry blind fanaticism. We wondered why there were three MPs of the Golden Dawn there -- Panayotaros,  Lagos, and Pappas -- and no MP from any other party.  Why were there only fanatical religionists, and no defenders of the intellect and of freedom of expression? We made some phone calls to radio stations and journalists, begging them to inform as much of the mass media, and as many politicians, as they could about the situation.

After some time, we went out again. The same pattern repeated every so often. The ring of police formed again.  The police pushed everyone away, except for the MPs who were standing within the ring.  At one point there was a commotion and journalists and cameras approached.  A few MPs from SYRIZA and DIMAR parties had arrived. I believe they were Tatsopoulos, Repousis and Katrivanou.  I also heard that Dritsas was there but I’m not sure -- I don’t know them all by sight.  They made a few statements.  There was some talk of opening the theater so that only the MPs could enter, so that the protesters “wouldn’t get their way”.  “What’s the point of that?” I thought. The point is for the public to enter and the show to go on.  It’s no victory for just the MPs to enter.

Time passed, the situation remained unchanged. I heard that the actors feared -- and rightly, in my opinion -- that if they opened to doors for the public, the religionists would enter with the pretext that they wanted to see the show, and then create problems, in all probability with the Golden Dawn MPs in the front line. So the doors stayed closed.  The protesters did not leave, but neither did we.  Every so often, we asked the police if the show would go on, and their answer was a consistent, “We don’t know yet”. At one point, I saw Ioanna Kurtovik in front of me, speaking to the police:

“Aren't these people disturbing the peace? Why don't you remove them? Why won't you do something?”

I didn’t hear the answer, but I saw what they did, in practice: nothing.

I felt adrift. Initially I wasn’t afraid, but as time went by, there were moments when my courage failed me. I remembered my husband, who’s always worrying that I’ll come across fanatics, that something will happen to me, that I’ll get beat up. I thought of my child, sleeping peacefully at home. What if I really got beat up? What if there were more disturbances and we were all arrested? What if I couldn’t lie in my husband’s embrace tonight? What if I couldn’t be there to wake my child for school? I was tempted to leave -- but I said to myself: No. I won’t allow them to chase me away, I won’t allow them to intimidate me. I will stay here and speak with them for as long as I can and then I’ll take a breather and speak with them again, even if they don’t listen, even if they don’t seem to listen, even if they refuse to listen. If even a single person listens to the things I say, perhaps they will retain something.  If not that person, then maybe someone who happened to hear the conversation. Even if nobody listens to me, I will feel better about myself only if I speak up, only if I stand up to them. Calmly, politely and steadily.

In the meantime, I located some of my friends. At some point, I spotted someone I knew, then another. I started talking to people again, with journalists, with people I knew and people I didn’t, with people who wanted to see the play and with protesters. I struck a conversation with a gentleman who had come to protest the play.

“This play insults Christ.’
“What can I say... I don’t know, I haven’t seen it.”
“I have. I don’t judge something I haven’t seen.”
“Then why do you deprive us the right to see and judge for ourselves?”
“I’m the one stopping you?”
“Well, of course, since you won’t let us see it!”
“How am I not letting you see it? Go and see it.”
“But aren’t you demanding for the play to be banned?”
“Yes, I want it to be banned.”
“Why?”
“Because it insults Christ and the Virgin Mary!”
“Why don’t you describe it to me, so I can know exactly what’s in it.”
“It shows Christ on the cross and twelve Apostles dancing.  It showed Judas with Christ, that Judas had an affair with Christ.  It speaks of affairs between men.  It shows the Virgin Mary pregnant and about to deliver.  A man plays Mary.  They ask her, ‘Where’s your husband’ and she says, ‘He’s parking the car’...”
“It’s a different perspective on Christ and the Virgin Mary, just not yours.”
“It’s a blasphemous play! It blasphemes against my faith!”
“And why shouldn’t it?”

Right then, he became confused. Up to that point, he was calm and talkative. Then he tensed up.

“What are you saying? Why shouldn’t it blaspheme? How can you ask why?”
“Blasphemy is the questioning of dogma. If you don’t want to question it, that’s fine. Why shouldn’t someone else question it? You believe, I don’t. Why shouldn’t I question it?”
“You mean you don’t believe in God?”
“No.”
“Then we cannot talk! We don’t believe the same things!”

He turned his back and strided away.

“We don’t believe the same things, but we can still talk!”
“No. we can’t!”
“We must be able to talk! We’re fellow beings, fellow citizens, we live in the same country, the same planet. We must be able to talk to each other!”

And yet we couldn’t.

More people, more opinions.

“Why do you swear against our Christ? Do you want us to call your mothers names?”
“I’m not calling anybody names. I just want to see the play.”
“The play swears against our Christ. Do you want me to produce a play calling your mother names?”
“My mother, like yours, is a real person. Christ and the Virgin Mary are ideas and exist only in your head.”
“What are you saying! Christ is my brother!”
“Your brother is one thing, Christ is another. One is a human being, the other, a belief. It’s one thing insulting your family, and another, your beliefs.”
“Tell me, would you like me to insult your beliefs?”
“Be my guest! Make as much fun of them as you want!”
“Is that so? Why don’t you try cursing Mohammed in front of Muslims and see what they’ll do to you?”
“And that means you have the right to do the very same thing to me?”

Nada, dead end.

At least some of them were speaking to me. Some would even listen, like the man who was watching me speak to those Christian maniacs that used the foulest of language.I turned to him and asked,

“Do you believe in God?”
“Yes.”
“Look at these people. Do you think that right now they're being inspired by the spirit of God?”

I asked the same question of the priests who were there with crosses in their hands.  They, at least, weren’t cursing or threatening, but they made no attempt to restrain their flock.

“You are a priest. Please tell me, do you approve of what's happening here? Do you approve of this behavior? What are you doing to prevent it?”

Silence, complete indifference.

Most disheartening of all, though, more than the insults and the threats and shoving, were the suggestions of police officers, the journalists, the people who had come to see the play, the few protesters who were trying to calm things down, and even a passer-by:

“Let it go, better let it go.”
“Go away, step back, let them be.”
“Don’t you get it? Let them be. Don’t you see what’s going on?”
“Let them be, child, they can’t be reasoned with.”
“ Leave, let it go. Leave. Let it go.”

They took me by the hand and softly tried to pull me away. They offered friendly, protective smiles.

No, I won’t leave, I won’t let it go. I have a right to be here. I have a right to a different opinion. I have the right to see a play of my choosing. I have the right to do all this, even if some people feel offended, even if some are annoyed, even if they try to push me away by force, having exhausted all legal means, since the charges against the producers were deemed baseless and the restraining order illegal. And I will exercise my right and will not allow violence and bullying discourage me.

If I let it go, if I step back, they will take up the space I leave and advance a bit more. If take a step back, they will feel a bit stronger and will feel their actions are  justified. If I leave, they will stay and spread out, so there’s no more room for me. If I don’t stay put now, at some point I won’t be able to leave my home, and sooner or later they will reach into my own home.

That is why I mean to stay. I will be myself, with my views, in my land. I am not leaving.

I am who I am; and I am here.

To stay.


Greek version of the article

Translated by toomanytribbles and EvanT