Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΒΙΚΙΝΓΚ



Ισλανδία, η γη της επαγγελίας

Διάβασα στην εφημερίδα El País ένα άρθρο για την Ισλανδία. Υποθέτω ότι ο αρθρογράφος έχει εξωρραΐσει κάπως την πραγματικότητα, παρ’ όλα αυτά όμως, τα όσα διάβασα με άφησαν κατάπληκτη, με μια γεύση λαχτάρας και νοσταλγίας στον ουρανίσκο. Ακόμη και αν δεν είναι αληθινά, δίνουν τροφή για σκέψη και προβληματισμό.

Όπως μας ενημερώνει το άρθρο, η Ισλανδία είναι η χώρα με τις περισσότερες γεννήσεις, τα περισσότερα διαζύγια, και τις περισσότερες εργαζόμενες γυναίκες από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Είναι επίσης η χώρα με τους πιο ευτυχισμένους κατοίκους, σύμφωνα με μια έρευνα του The Guardian (το κατά πόσον η ευτυχία μπορεί να μετρηθεί είναι βεβαίως αμφισβητήσιμο) .

Πολλά και διάφορα θέματα παρουσιάζονται στο άρθρο, όλα ενδιαφέροντα και όλα ελκυστικά. Από το σύστημα φορολογίας (πολύ χαμηλοί φόροι), από την παιδεία (δημόσια παιδεία τέτοιου επιπέδου που κανείς δεν αναζητά την ιδιωτική), από τις ανώτερες σπουδές (σχεδόν όλοι οι Ισλανδοί πηγαίνουν στο εξωτερικό σε κάποια φάση των σπουδών τους, ενώ παράλληλα το εκεί πανεπιστήμιο έχει πολύ υψηλό επίπεδο και προσελκύει σπουδαστές από άλλες χώρες), ως το κεφάλαιο που με άγγιξε περισσότερο: την οικογένεια.

Οι Ισλανδές γυναίκες μοιάζουν να αποτελούν πρότυπο χειραφέτησης. Κάνουν παιδιά πολύ νέες, παράλληλα με τις σπουδές και την καριέρα τους. Το κράτος υποστηρίζει την τεκνοποίηση με κατάλληλα επιδόματα και με γονεϊκές άδειες που δικαιούται τόσο η μητέρα όσο και ο πατέρας. Αυτό όμως που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν η νοοτροπία που διέπει τις διαπροσωπικές σχέσεις.

Οι Ισλανδοί δίνουν προτεραιότητα στο παιδί και όχι στη σχέση του ζευγαριού. Από τη στιγμή που δυο άνθρωποι κάνουν ένα παιδί μαζί, είτε είναι παντρεμένοι μεταξύ τους είτε όχι, είτε χωρίσουν στη συνέχεια είτε όχι, αισθάνονται ότι έχουν μια οικογένεια, με επίκεντρο το παιδί. Αν η σχέση τους δεν προχωρήσει για κάποιο λόγο, τη διαλύουν χωρίς αυτό να θεωρείται τραγωδία. Η κηδεμονία των παιδιών κατά κανόνα ανατίθεται από κοινού και στους δύο γονιούς. Είναι αρκετά συνηθισμένο οι γυναίκες να έχουν παιδιά από διαφορετικούς πατεράδες, χωρίς αυτό να σοκάρει κανέναν ούτε να θεωρείται ανώμαλο. Οι Ισλανδοί δεν μένουν σε σχέσεις που δεν τους ικανοποιούν για συμβατικούς λόγους. Η έννοια του «μένουμε μαζί για τα παιδιά» δεν υπάρχει.

Ο αρθρογράφος αναφέρει την περίπτωση μιας κοπέλας που ενώ σπούδαζε στη Γερμανία έμεινε έγκυος από έναν Γερμανό. Η σχέση τους διακόπηκε, και η κοπέλα έκανε δεσμό με έναν Ισλανδό. Επέστρεψαν μαζί στην Ισλανδία, αποφασισμένοι να συζήσουν και να μεγαλώσουν μαζί το μωρό. Αργότερα έκαναν και ένα δικό τους παιδί και τα μεγαλώνουν μαζί. Ο Γερμανός πατέρας του πρώτου παιδιού το επισκέπτεται τακτικά και φιλοξενείται στο σπίτι του ζευγαριού, γιατί η μητέρα θεωρεί σημαντικό να διατηρήσει το παιδί την επαφή με το βιολογικό του πατέρα. Όλα αυτά χωρίς καυγάδες, χωρίς δικαστήρια, χωρίς μαλλιοτραβήγματα. Απλά και αυτονόητα. Όπως λέει η ίδια η κοπέλα, «Είναι νορμάλ για τις γυναίκες να έχουν παιδιά από διάφορους άντρες. Όλοι τους είναι οικογένεια.»

Οι ίδιοι οι Ισλανδοί αποδίδουν αυτή τη νοοτροπία στους προγόνους τους, τους Βίκινγκ, οι οποίο ναι μεν έκαναν αιμοσταγείς επιθέσεις σε άλλους λαούς, σκοτώνοντας τους άντρες και βιάζοντας τις γυναίκες, είχαν όμως τον κοινό νου να μην απαιτούν από τις γυναίκες τους να τους είναι πιστές όσο αυτοί τριγύριζαν εδώ κι εκεί με τα καράβια τους. Οι γυναίκες έκαναν παιδιά με τους σκλάβους, και οι Βίκινγκ όταν επέστρεφαν τα δέχονταν με χαρά – όσο περισσότερα παιδιά, τόσο το καλύτερο. Στους Ισλανδούς αρέσει να λένε ότι η χώρα τους είναι σε μεγάλο βαθμό παγανιστική, χωρίς το βάρος των κοινωνικών ταμπού που βαραίνουν άλλους λαούς.

Αυτή η νοοτροπία είναι που επιτρέπει σε μιαν άλλη εικοσιπεντάχρονη κοπέλα με τρία παιδιά να μην αισθάνεται καταρρακωμένη από την πρόσφατη εγκατάλειψη του συντρόφου της, αλλά να ετοιμάζεται με κέφι και αισιοδοξία να μεγαλώσει μόνη τα παιδιά της. Ένας χωρισμός μπορεί να φέρνει από μόνος του θλίψη και απογοήτευση – μπορεί και όχι, αν και τα δύο μέλη του ζευγαριού επιθυμούν να χωρίσουν. Όταν όμως φορτώνεται με το κοινωνικό στίγμα της αποτυχίας, όταν όλοι οικτίρουν το ζευγάρι, τα παιδιά, την καημένη την κοπέλα που έμεινε μόνη ή τον καημένο τον άντρα που τον πέταξαν έξω, το συναισθηματικό βάρος μπορεί να γίνει αβάσταχτο, ενώ δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για κάτι τέτοιο. Ο χωρισμός δεν συνιστά ούτε τραγωδία ούτε αποτυχία. Καθένας μπορεί να βιώσει την εξέλιξη της προσωπικής του σχέσης με τον δικό του προσωπικό τρόπο. Μπορεί να βιώσει το χωρισμό ως καταστροφή ή ως ένα καινούριο ξεκίνημα. Το κοινωνικό πλαίσιο μπορεί και πρέπει να τον στηρίξει σε κάθε περίπτωση, όχι να στιγματίσει την απόφασή του με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Προτεραιότητα των Ισλανδών είναι να μεγαλώνουν γερά παιδιά, φροντίζοντας την υγεία και την παιδεία τους. Τα παιδιά ανήκουν σε όλους, ανήκουν στην κοινότητα. Η ευρύτερη οικογένεια νοιάζεται για την ανατροφή τους και συμμετέχει ενεργά σε αυτήν. Για να μεγαλώσει ένα παιδί δεν είναι ανάγκη να αποτελούν ερωτικό ζευγάρι οι φυσικοί γονείς του, αλλά απλώς να έχει όλη τη στοργή, τη φροντίδα και την ασφάλεια που χρειάζεται. Αν οι γονείς χωρίσουν δεν κάνουν το παιδί διελκυστίνδα, αλλά συνεργάζονται αρμονικά στην ανατροφή του. Αν οι γονείς επιθυμούν να χωρίσουν το κάνουν χωρίς να νομίζουν ότι έτσι βλάπτουν το παιδί τους. Τα παιδιά δεν βλάπτονται από το χωρισμό, αλλά από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται ο χωρισμός αυτός. Αν το παιδί έχει εξασφαλισμένη την κάλυψη των υλικών και συναισθηματικών αναγκών του, δεν συντρέχει κανένας λόγος να παραμένουν μαζί ως ζευγάρι δύο άνθρωποι που θα ήταν πολύ πιο ευτυχισμένοι χωριστά. Αντιθέτως, χωρίζοντας θα έχουν την ευκαιρία να ζήσουν μια πιο ικανοποιητική προσωπική ζωή και τελικά να προσφέρουν περισσότερα και στο ίδιο το παιδί τους.

Εμείς οι μεσόγειοι έχουμε πολύ δρόμο ακόμη μπροστά μας μέχρι να φτάσουμε την ελευθερία σκέψης των Βικίνγκων…


(Η εικόνα του ντράκαρ στην αρχή της ανάρτησης είναι κάπως άσχετη, αλλά μ' άρεσε. Μπορείτε να θεωρήσετε ότι συμβολίζει την τόλμη, την εξερεύνηση, το ταξίδι προς το άγνωστο...)

Κυριακή 13 Απριλίου 2008

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΧΟΤΖΑ

Ή όπου φυσάει ο άνεμος

Ο Νασρεδίν Χότζας βάλθηκε κάποτε να χτίσει ένα φούρνο. Ενώ τον έχτιζε, τον πλησίασε ένας γείτονας και του είπε:

- Εδώ όταν πιάσει νοτιά, τα σαρώνει όλα. Εκεί που έχεις βάλει το άνοιγμα θα μπαίνει ίσια μέσα. Να βάλεις το άνοιγμα κατά το βοριά.

Ο Χότζας βρήκε σωστή τη συμβουλή. Γκρέμισε λοιπόν όσο είχε χτίσει και βάλθηκε να τον χτίζει με το άνοιγμα προς το βοριά. Μετά από λίγο πέρασε ένας άλλος γείτονας και του είπε:

- Να βάλεις το άνοιγμα κατά τη δύση, γιατί εδώ φυσάει πιο συχνά λεβάντες.

Ο Χότζας σκέφτηκε πως ο γείτονας είχε δίκιο. Γκρέμισε όσο είχε χτίσει και άρχισε να χτίζει πάλι με το άνοιγμα προς τη δύση. Πριν περάσει όμως πολλή ώρα, πέρασε ένας άλλος γείτονας και του είπε:

- Τι κάνεις εκεί; Δεν ξέρεις ότι άμα πιάσει πουνέντες εδώ, δεν στέκεται τίποτα όρθιο; Να βάλεις το άνοιγμα στην ανατολή.

Ο κακομοίρης ο Χότζας γκρέμισε ξανά το φούρνο του και βάλθηκε να τον χτίζει από την αρχή. Μα σε λίγο περνάει ένας άλλος και του λέει:

- Πώς σου ήρθε να βάλεις το άνοιγα στην ανατολή; Στο νοτιά πρέπει να το βάλεις, να μην τον πιάνει το ξεροβόρι. Όλα τα άλλα είναι ανοησίες.

Ο Χότζας λοιπόν, απηυδισμένος, πιάνει και χτίζει το φούρνο του πάνω σ’ ένα κάρο.

- Τι κάνεις εκεί βρε Χοτζα; Τι καμώματα είν’ αυτά;

- Τον έβαλα στο κάρο, για να μπορώ να αλλάζω θέση στο άνοιγμα όποτε θέλω. Άμα φυσάει βοριάς, θα το γυρίζω νότια. Άμα φυσάει λεβάντες, θα το γυρίζω δυτικά.

Έτσι κατάφερε να ευχαριστήσει όλους τους γείτονες, και να ακολουθήσει ολωνών τη συμβουλή!

Τον παραπάνω μύθο τον θυμήθηκα με αφορμή το σχόλιο μιας τακτικής αναγνώστριας, που μου ζήτησε να την κάνω να χαμογελάσει με την επόμενη ανάρτησή μου.

Επειδή όμως το ιστολόγιό μου δεν είναι φούρνος και δεν μπορώ να το βάλω πάνω σε κάρο, ούτε κι εγώ είμαι καθόλου τύπος ΟΦΑ*, προειδοποιώ τους αναγνώστες μου ότι η αμέσως επόμενη ανάρτηση θα είναι προς προβληματισμόν.

Πράξατε κατά συνείδησην!

*Όπου Φυσάει ο Άνεμος

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΔΑΡΒΙΝΟΣ

Ή τι σχέση έχει ο φάντης με το ρετσινόλαδο

Ενδιαφέρουσα ανάρτηση σχετική με την κόντρα θεωρίας της εξέλιξης και "θεωρίας" του ευφυούς σχεδιασμού. Για όσους δεν το ξέρουν, η "θεωρία" του ευφυούς σχεδιασμού είναι μια ψευδοεπιστημονική θεωρία, χωρίς ούτε λογική βάση ούτε επιστημονικό έρεισμα, βασισμένη στο δόγμα στις πεποιθήσεις του χριστιανισμού, που ισχυρίζεται ότι ο κόσμος σχεδιάστηκε και δημιουργήθηκε από κάποια ευφυΐα και δεν είναι προϊόν τυχαίας μη κατευθυνόμενης εξέλιξης. Το βασικό της επιχείρημα αν έχω καταλάβει καλά είναι ότι ο κόσμος είναι τόσο περίπλοκος, που δεν μπορεί να έγινε από μόνος του, κάποιος πρέπει να τον σχεδίασε! (τώρα από πού ξεφύτρωσε αυτός ο κάποιος, και γιατί είναι πιο λογικό να ξεφύτρωσε αυτός και όχι να συνέβη το big bang, τρέχον και γύρευον...). Το κακό είναι ότι έχουν βρεθεί και θρήσκοι επιστήμονες που υποστηρίζουν τη θεωρία αυτή και ζητούν να διδάσκεται στα σχολεία. Και φυσικά γίνεται κάθε λογής προπαγάνδα, όπως αυτή που αναφέρει ο
Biologos στο ιστολόγιό του:

http://kafeskaitsigaro.blogspot.com/2008/04/darwin-vs.html


Και ένα παλιό αλλά δυστυχώς ακόμη επίκαιρο άρθρο του Ιού της Κυριακής, που μας θυμίζει τον τρόπο που γίνεται το πρόγραμμα των μαθημάτων στα ελληνικά σχολεία, και την ισχυρή όσο και απαράδεκτη επιρροή της εκκλησίας σε χωράφια που δεν την αφορούν.

http://www.iospress.gr/ios2000/ios20000730a.htm



17-4-2008

Ένας καλός φίλος, που επιμένει να διατηρεί την ανωνυμία του, μου επεσήμανε ένα άρθρο της livepedia , συγκεκριμένα μια δήλωση της δια-ακαδημαϊκής επιτροπής για θέματα επιστημών επί του θέματος της διδασκαλίας της θεωρίας της εξέλιξης. Η δήλωση υπογράφεται από 68 ακαδημίες σε όλο τον κόσμο.

22-4-2008

Σε συνέχεια της κουβέντας που είχα με το φίλο μου το Β. και που μπορείτε να διαβάσετε στα σχόλια, αποφάσισα να αλλάξω δύο σημεία της ανάρτησής μου, και να επισημάνω εδώ ότι τα δυο θέματα που αναφέρονται στην ανάρτηση, δηλαδή η προπαγάνδα της θεωρίας του ευφυούς σχεδιασμού και η παρεμβατικότητα της ελληνορθόδοξης εκκλησίας στο σχολικό πρόγραμμα δεν συσχετίζονται άμεσα. Επέλεξα να τα παρουσιάσω μαζί, διότι κατά τη γνώμη μου και τα δύο αυτά φαινόμενα είναι απόρροια της πεποίθησης των θρησκευόμενων ανθρώπων ότι κατέχουν τη μία και μοναδική απόλυτη αλήθεια, γεγονός που τους κάνει να αισθάνονται ότι έχουν όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να επιβάλλουν και σε όλους τους άλλους να δεχτούν αυτήν την αλήθεια (παρενδύοντας την «αλήθεια» αυτή ως επιστημονική θεωρία στη μία περίπτωση, και απαιτώντας να διδάσκεται στα παιδιά όλων των πολιτών μέσω του κρατικού συστήματος παιδείας από την άλλη)

Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

ΜΑΙΝΑΔΕΣ


Η εικόνα αλιεύθηκε από την ιστοσελίδα

http://ancienthistory.about.com/b/2006/11/20/another-hunting-accident-recalls-ancient-mythology.htm


Οργισμένα θηλυκά

Έγραψα αυτό το κείμενο ορμώμενη από το σχόλιο ενός ανώνυμου αναγνώστη στην ανάρτησή μου «κώδιξ οδικής κυκλοφορίας».

Σε κάποιο σημείο του σχολίου του γράφει ο ανώνυμος: «είναι ντροπή για έναν άντρα να κάθεται να μαλώνει με την κάθε τσιρίχτρω κατίνα που βρίσκει μπροστά του».

Αν και δεν είναι αυτό που ήθελε να πει ο ποιητής, η φράση αυτή μου έφερε στο νου ένα βιβλίο που διάβασα κάποτε, με τίτλο «Γυναίκες και θυμός» (εκδόσεις Plaza). Μου το είχε συστήσει μια φίλη και πραγματικά το είχα βρει πολύ ενδιαφέρον. Είναι ένα βιβλίο εκλαϊκευμένης ψυχολογίας, υπερβολικά εκλαϊκευμένης ίσως, γραμμένο με στόχο να γίνει εύκολα αποδεκτό και κατανοητό από το πλατύ κοινό.

Η συγγραφέας είναι ψυχολόγος και κάνει τακτικά σεμινάρια με θέμα το θυμό, και ιδιαίτερα το γυναικείο θυμό. Έλεγε λοιπόν στο βιβλίο της ότι στην κοινωνία μας θεωρούμε ότι ο θυμός «δεν ταιριάζει» στις γυναίκες. Οι γυναίκες είναι εξ ορισμού πλάσματα ήμερα, γλυκά, υποχωρητικά. Πλάσματα που κοιτάζουν να αποσοβούν τις εντάσεις και όχι να τις κορυφώνουν. Μια γυναίκα που ωρύεται εξαγριωμένη δεν είναι απλώς προσβλητική, ενοχλητική ή τρομακτική: είναι «λιγότερο γυναίκα». Ο θυμός θεωρείται ασύμβατος με τη θηλυκότητα. Έχουμε κατακτήσει το αυτονόητο, να μπορεί μια γυναίκα να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, να μπορεί να ορθώσει το ανάστημά της, να μπορεί να υψώσει τη φωνή της, όλα αυτά όμως περιμένουμε να τα κάνει μετρημένα, ήρεμα και γλυκά.

Η συγγραφέας του βιβλίου δίνει ένα παράδειγμα: σε κάποιο συνέδριο, δεν θυμάμαι τώρα με ποιο θέμα, μίλησαν διάφοροι και τοποθετήθηκαν, και μεταξύ άλλων μίλησε και μια γυναίκα. Αφού τελείωσε την τοποθέτησή της, στη συζήτηση που ακολούθησε, οι σύνεδροι τοποθετήθηκαν αρνητικά απέναντί της και αμφισβήτησαν τα λόγια της επειδή, όπως είπαν ορισμένοι, «μιλούσε πολύ θυμωμένα». Δεν εξέτασαν καν τις θέσεις της και το αν είχαν αξία ή όχι, αλλά τις απέρριψαν μόνο και μόνο επειδή «ακουγόταν θυμωμένη».

Τι πιο φυσικό να θυμώσει κανείς, είτε άντρας είναι είτε γυναίκα, αν του καταπατήσουν τα δικαιώματά του; Αν τον προσβάλουν, τον παραγκωνίσουν, τον υποσκελίσουν; Καθένας μας θυμώνει κάποιες φορές, ορισμένοι είμαστε πιο οξύθυμοι από άλλους, ωστόσο ο θυμός είναι ένα συναίσθημα απόλυτα φυσικό και θεμιτό, και πρέπει να μπορεί να εκφράζεται στα πλαίσια των κοινωνικών συναλλαγών. Ποιος από μας δεν έχει εξοργιστεί και δεν έχει φωνάξει κάποιες φορές όταν καταστάσεις και άνθρωποι τον έχουν φέρει εκτός εαυτού; Οφείλουμε να εκφράζουμε το θυμό μας, οφείλουμε να διεκδικούμε το δίκιο μας, και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι αποδεκτό από όλους.

Δεν θέλω φυσικά να πω ότι πρέπει να αρχίσουμε να τσιροκοπάμε με το παραμικρό και ότι ο μόνος τρόπος διεκδίκησης είναι τα ξεσπάσματα οργής. Χρειάζεται μέτρο και έλεγχος στο θυμό, όπως σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις μας. Εφόσον υπάρχει η δυνατότητα ειρηνικής διεκδίκησης εννοείται ότι είναι προτιμότερη. Εννοείται ότι πριν καταλήξει κανείς να ουρλιάζει, να χειρονομεί ή ακόμη και να χειροδικεί σε ακραίες καταστάσεις, θα πρέπει να έχει προηγουμένως εξαντλήσει όλα τα ήπια μέσα πειθούς και επικοινωνίας που διαθέτει.

Υπάρχουν όμως και καταστάσεις που η οργή όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται. Όταν κάποιος με προκαλέσει και με προσβάλλει με τον τρόπο που οδηγεί, είναι μάλλον δύσκολο να μπω σε κουβέντα μαζί του, διότι ο τόπος και ο χρόνος δεν το επιτρέπουν. Παρ’ όλα αυτά το κάνω, στο βαθμό που μπορώ, όπως το έκανα και στο επεισόδιο που περιγράφω στην ανάρτησή μου. Αν βρω ευκαιρία, προσεγγίζω τον άλλο οδηγό ήρεμα και συγκρατημένα και ανοίγω συζήτηση. Κάποιες φορές βρίσκω ανταπόκριση, κάποιες άλλες όχι. Έχει τύχει να ακούσω και συγγνώμη, έχει τύχει να διαπιστώσω και ότι έκανα εγώ λάθος και να ζητήσω εγώ συγγνώμη. Όταν όμως δεν έχω την ευκαιρία να προσεγγίσω τον άλλον, ή όταν ο άλλος δείχνει με τη στάση του ότι δεν παίρνει από λόγια, τότε και φωνάζω, και χειρονομώ, και δεν θεωρώ ότι υπερβάλω, ούτε ότι χάνω τη θηλυκότητά μου. Από τη στιγμή που ο άλλος με προσβάλει κατάφωρα, μου συμπεριφέρεται επιθετικά και προκλητικά χωρίς αφορμή, θα αντιδράσω ανάλογα

Και μια γυναίκα δεν είναι λιγότερο γυναίκα όταν θυμώνει.

Louvre F 201: Detail of neck, side B, right: a maenad, wearing a short-sleeved, belted chiton, with an overfold, dancing to the right, with her head turned profile to the left.

Η εικόνα αλιεύθηκε από την ιστοσελίδα http://www.perseus.tufts.edu


Σάββατο 5 Απριλίου 2008

ΠΑΙΔΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΑ

Το μέλλον είναι παιδί

Η κόρη μου έφτιαξε μια ζωγραφιά.

Ζωγραφίζει συνέχεια, τα ντουλάπια μου ξεχειλίζουν από έργα τέχνης, οι τοίχοι είναι ταπετσαρισμένοι με αριστουργήματα. Σαν μαμά εγώ καμαρώνω, ακόμη και το πλέον ακατανόητο σκαρίφημα είναι φορτωμένο κρυφά νοήματα.

Η ζωγραφιά αυτή ήταν παράξενη κι εκ πρώτης όψεως έμοιαζε κακότεχνη. Απεικόνιζε ένα σπιτάκι και μέσα του ένα ανθρωπάκι ξεβλαστωμένο και ψηλοκρεμαστό, που διαπερνούσε τη σκεπή του σπιτιού και κατέληγε με το κεφάλι κάπου στα σύννεφα. Συν τοις άλλοι ήταν και στραβολόισιο, σαν τσαλακωμένο σύρμα.

Η κόρη μου, χαρούμενη, μου εξήγησε τι ήταν αυτό που έβλεπα:

- Κοίτα μαμά, το κοριτσάκι μεγάλωσε τόσο πολύ που δε χωρούσε στο σπίτι, και τρύπησε το ταβάνι, και έφτασε ως τον ουρανό.


Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου.

Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της ζωής για Ζωή.

Για τη ζωή τους είσαι το μέσον κι όχι η αρχή·

κι ας μένουν κοντά σου – δεν ανήκουν σε σένα.

Μπορείς να τους δώσεις την αγάπη σου,

όχι όμως και τις ιδέες σου,

γιατί ιδέες έχουν δικές τους.

Μπορείς να τους δώσεις μια στέγη στο σώμα τους,

όχι όμως και στην ψυχή τους,

γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο,

που εσύ δεν μπορείς να επισκεφθής

ούτε στα όνειρά σου.

Μπορείς να προσπαθήσης να τους μοιάσης,

μην προσπαθής όμως να τα κάνεις όμοιά σου.

Γιατί η ζωή δεν πάει προς τα πίσω

και δεν σταματά στο χτες.

Είσαι το τόξο απ’ το οποίο εκτοξεύονται τα παιδιά σου

σαν ολοζώντανα βέλη.

Κάνε, τοξότη, η σαΐτα που στα χέρια κρατάς να σημαίνει χαρά.

Χαλίλ Γκιμπράν


Αδύνατον να σας περιγράψω τι αισθάνθηκα.

Συνέχισε να μεγαλώνεις, μικρή μου, να τρυπήσεις το ταβάνι, να φτάσεις στα σύννεφα, να απλώσεις τις φτερούγες σου και να πετάξεις μακριά. Με την ευχή μου.

Πέμπτη 3 Απριλίου 2008

ΚΩΔΙΞ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Σκηνές απείρου κάλλους

Οδηγώ το αμάξι μου στη λεωφόρο Πεντέλης, στα Βριλήσσια. Έχω φορτωμένη τη μάνα και την κόρη μου και κατευθυνόμαστε προς το σπίτι μιας φίλης μου. Ψιλοβρέχει και η κίνηση είναι απίστευτη. Για μια διαδρομή ενός τετάρτου έχουμε κάνει ήδη τρία τέταρτα. Στο φανάρι έχει μια ουρά ατελείωτη η οποία ξεφεύγει από την ειδική λωρίδα που προορίζεται για να περιμένεις να στρίψεις αριστερά και προεκτείνεται στην κανονική αριστερή λωρίδα της λεωφόρου, δυσχεραίνοντας την κυκλοφορία. Για δευτερόλεπτα μπαίνω στον πειρασμό να μπω μπροστά, αμέσως όμως λειτουργεί το software της πολιτικής ορθότητας, δεν είναι σωστό, λέω μέσα μου, τι σου φταίνε οι άλλοι, άλλωστε δεν βιάζεσαι πραγματικά, επίσκεψη πάτε, τι κι αν αργήσετε λίγο; Ότι θα βαρεθεί το χαϊδεμένο σου; Γιατί, όλοι οι άλλοι στα άλλα αυτοκίνητα δεν βαριούνται, δεν κουράζονται, δεν θέλουν να φτάσουν μια ώρα αρχύτερα στον προορισμό τους;

Στέκομαι λοιπόν νομότυπα στη σειρά μου μαζί με όλους. Ανάβει ένα φανάρι, ανάβουν δύο, ανάβουν τρία. Έχω φτάσει πλέον να είμαι δεύτερη στην ουρά. Μπροστά μου μόνον ένα αυτοκίνητο και το γνωστό κενό, όπου ως συνήθως χώνονται οι διάφοροι «βιαστικοί». Προς το παρόν δεν υπάρχει κανένας, περνά αρκετή ώρα και αρχίζω να αισιοδοξώ, πλην όμως λίγο πριν ανάψει το φανάρι, εμφανίζεται ένα αυτοκίνητο και χώνεται μπροστά, ενώ ακριβώς πίσω του μπαστακώνεται ένα τζιπάκι. Σαν να μην έφτανε αυτό, με το που ανοίγει το φανάρι, οι κρετίνοι δεν το αντιλαμβάνονται με την πρώτη (τι έγινε ρε παιδιά, βιαζόμαστε;), δεν ξεκινούν αμέσως, οι πίσω κορνάρουν, εγώ κορνάρω, το σύμπαν κορνάρει, ξεκουνιούνται, φεύγουμε.

Μιλάμε τα έχω πάρει στο κρανίο.

Όσες φορές και να μου συμβεί αυτό το πράμα, δεν μπορώ να το χωνέψω.

Θέλω να τους την πω, αλλά δεν μπορώ. Ο δρόμος είναι φαρδύς αλλά διπλής κατεύθυνσης. Το να προσπεράσω και να πλασαριστώ δίπλα τους και να αρχίσω να ψέλνω είναι κάτι που θα έκανα αν ήμουν μόνη, αλλά με τη μάνα και την κόρη μέσα, λέω να μην κάνω ταρζανιές. Ακολουθώ λοιπόν και βράζω στο ζουμί μου. Πλην όμως κατά σατανική σύμπτωση, ο ένας εκ των δύο – όχι το τζιπ, ο άλλος – στρίβει στον ίδιο δρόμο που στη συνέχεια στρίβω κι εγώ, και παρκάρει λίγο πίσω από το σημείο που παρκάρω τελικά εγώ. Κατεβαίνω, τον πλησιάζω. Άρρεν, κάτω των τριάντα, αψηλός μελαχρινός και ευειδής. Τον προσεγγίζω ευγενικά και συγκρατημένα.

- Καλησπέρα. Να σε ρωτήσω κάτι; Γιατί χώθηκες μπροστά στο φανάρι;

Αιφνιδιάζεται, αλλά αμέσως ανασυντάσσεται. Λέει κάποιες άσχετες ατάκες για να κερδίσει χρόνο να ανασυγκροτηθεί.

- Ποιο φανάρι;

- Στην Πεντέλης.

- Με είδατε στο φανάρι;

- Ήμουν πίσω σου, το δεύτερο αυτοκίνητο.

- Περιμένατε στη σειρά;

(θα μου κάνεις και ανάκριση μαλάκα;)

- Ναι. Μπορείς να μου πεις για ποιο λόγο χώθηκες μπροστά;

- Βιαζόμουν πολύ, είχα ένα ραντεβού και είχα αργήσει.

(αν το παραμύθι του Πινόκιο ήταν αληθινό, η μύτη του τύπου θα με είχε σουβλίσει).

- Και πού ξέρεις ότι δεν βιαζόμασταν και όλοι εμείς οι άλλοι; Εγώ ας πούμε βιαζόμουν.

- Δεν το ξέρω.

- Και τότε πώς πας και χώνεσαι μπροστά;

- Να σας πω κάτι; Φταίει η κατάσταση στην Πεντέλης. Έτσι που τα έχουν κάνει με τα έργα, δεν χωράει κανείς να σταθεί στην ουρά. Η κατάσταση είναι απαράδεκτη, δεν μπορεί κανείς να κυκλοφορήσει.

- Για να καταλάβω: επειδή τα έχεις πάρει με το δήμαρχο, ή με το υπουργείο, ή με όποιον κάνει τα έργα, καταπατάς τα δικά μου δικαιώματα;

- Δεν καταπάτησα τα δικαιώματά σας. Μπορείτε να πάτε κι εσείς μπροστά.

- Τι λογική είναι αυτή; Δηλαδή άμα δεν χωράμε πίσω, να έρθουμε να χωθούμε όλοι μπροστά; Και δηλαδή μπροστά θα χωρέσουμε;

- Δεν ξέρω τι να κάνετε εσείς, εγώ για τον εαυτό μου έκανα την προσωπική μου επιλογή.

- Προσωπική επιλογή; Προσωπική επιλογή;! Μα τι λες; Και αν εγώ κάνω τώρα την προσωπική επιλογή να σου σκίσω τα λάστιχα, τι θα μου πεις;

- Θα σας καταγγείλω, αυτό είναι παράνομο.

- Κι αυτό που έκανες εσύ, παράνομο είναι.

- Ποιος το λέει αυτό;

- Ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας.

- Ο κώδικας; Κοιτάξτε, δεν πέρασα με κόκκινο. Στάθηκα πίσω από το φανάρι.

- Ναι, αλλά μπροστά από τη λευκή γραμμή.

- Α όχι, όχι, δεν έχετε δίκιο. Υπάρχει το δεύτερο φανάρι απέναντι, στη νησίδα.

- Μα τι λες; Έκλεινες τη διασταύρωση!

- Να σας πω κάτι; Δεν είμαι και ο πρώτος που στέκεται μπροστά στο φανάρι.

- Τι επιχείρημα είναι αυτό; Αν κάποιος μου βουτήξει το πορτοφόλι, δεν θα είναι ο πρώτος που έκλεψε ποτέ του. Αλλά δεν παύει να είναι κλοπή.

- Δεν σας έκλεψα.

- Δεν λέω αυτό! Λέω ότι το γεγονός ότι δεν είσαι ο πρώτος που το κάνει δεν δικαιολογεί αυτό που έκανες.

- Σας είπα, εγώ κάνω τις προσωπικές μου επιλογές. Το τι θα κάνουν οι άλλοι είναι δικό τους ζήτημα.

- Δεν είμαστε καλά. Εγώ τι είμαι δηλαδή που περιμένω στην ουρά, μαλάκας; Εσύ είσαι ο έξυπνος που κάνει τη σωστή επιλογή;

- Μόνη σας χαρακτηρίζετε τον εαυτό σας.

- Εσύ με χαρακτηρίζεις, με τη συμπεριφορά σου απέναντί μου. Δεν το λες, αλλά το δείχνεις με τη στάση σου.

- Λέτε ότι θέλετε, δεν ακούω άλλο.

Έχω φορτώσει. Έχω φορτώσει απίστευτα.

- Ώστε δεν ακούς! Κοντολογίς, μου λες ότι με έχεις γραμμένη.

- Δεν το λέω εγώ, εσείς το λέτε.

- Είσαι με τα καλά σου; Μόλις μου είπες ότι δεν με ακούς. Τουλάχιστον να ακούς τι λες.

Πάνω εκεί μου τη σβουρίζει. Λέω, τι κάθομαι και συζητώ. Ο τύπος τοποθετήθηκε ξεκάθαρα: δεν με νοιάζει, δεν ακούω, δεν λογαριάζω κανέναν.

Γυρνώ και φεύγω, αλλά εξακολουθώ να φωνάζω:

- Άκου τι λες τουλάχιστον. Βάλε το μυαλό σου να δουλέψει. Έχεις έναν εγκέφαλο εκεί μέσα, βάλ’ τον να πάρει καμμιά στροφή.

Τρέμω από τα νεύρα μου. Στο σπίτι της φίλης κουβεντιάζουμε το περιστατικό. Η τοποθέτησή της με αφήνει κατάπληκτη: τι τα θες και μιλάς, μπορεί να φας και καμμιά, δώσε τόπο στην οργή. Μου περιγράφει ένα περιστατικό με τον άντρα της όπου κάποιος έκανε μια παρανομία στο δρόμο, ο άντρας της φίλης μου του έπαιξε τα φώτα και του κορνάρισε, και ο άλλος φρενάρισε απότομα, με αποτέλεσμα παραλίγο να τρακάρουνε.

Όχι, της λέω, δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό. Δεν μπορώ να δεχτώ τη νοοτροπία αυτή. Να μου τη βγαίνουνε, να καταπατούν τα δικαιώματά μου, και να μην τολμώ ούτε να μιλήσω γιατί θα με δείρουνε; Και αυτήν την κατάσταση να τη θεωρώ δεδομένη; Όχι, με σοκάρει αυτή η αντιμετώπιση. Αυτή η στάση που είναι τόσο διαδεδομένη στη ζωή μας, στη χώρα μας, στην κοινωνία που ζούμε. Εγώ θα συνεχίσω να μιλάω όπου και όπως και όσο μπορώ. Με την ελπίδα κάπου, κάποτε, κάποιος να ακούσει.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΑΙΝΙΓΜΑΤΟΣ

Ιδού το «κλειδί» του αινίγματος του Γιάννη και της Μαρίας που είχα αναρτήσει εδώ http://aoratimelani.blogspot.com/2008/03/blog-post_18.html. Όχι ότι καίγεται και κανείς να το μάθει, άλλωστε όπως προείπα δεν ξεκλειδώνει τίποτε, αλλά το είχα υποσχεθεί.

Η Μαρία είναι πέντε χρονών, είναι η μικρή κόρη του Γιάννη, ο οποίος είναι χήρος και εργάζεται στην ταβέρνα. Ο Βασίλης είναι συνομήλικος φίλος της και σύντροφος στα παιχνίδια. Όπως καταλαβαίνετε, αν κάποιος έχει υποθέσει (όπως κάνουμε πολλοί) ότι η Μαρία και ο Γιάννης είναι σύζυγοι, ότι ο Γιάννης την παρατά κάθε βράδυ για να μπεκροπίνει στην ταβέρνα, και ότι η Μαρία πικραμένη και οργισμένη αποφάσισε να τον κερατώσει με το Βασίλη, έχουν πέσει τελείως έξω. Μπορεί κανείς να κατακρίνει το Γιάννη και τους γονείς του Βασίλη που αφήνουν μόνα τα παιδιά τέτοια ώρα, τη Μαρία που παράκουσε το μπαμπά της, ή τον περαματάρη που αρνήθηκε να περάσει απέναντι το κοριτσάκι. Πάντως το σκηνικό αλλάζει εντελώς.

Όμως έχει στ’ αλήθεια σημασία;

Ακόμη και έχοντας τις διευκρινίσεις αυτές, μπορούμε πραγματικά να γνωρίζουμε όλες τις διαστάσεις τις υπόθεσης; Είμαστε ποτέ πραγματικά ενήμεροι; Έχουμε ποτέ μας αρκετή πληροφορία και αρκετά αντικειμενικά κριτήρια για να κρίνουμε τις πράξεις των άλλων και τις καταστάσεις γύρω μας;

Εγώ νομίζω πως όχι.

Αυτό φυσικά δεν μας απαλλάσσει από την ανάγκη, συχνά και από την υποχρέωση, να κρίνουμε. Μπορεί όμως να μας διδάσκει να είμαστε επιφυλακτικοί στις κρίσεις μας, να κρίνουμε κατά περίπτωση, να μην γενικεύουμε απερίσκεπτα, και να είμαστε πάντα ανοιχτοί σε νέα ενδεχόμενα ή απόψεις που μπορεί να διαφοροποιήσουν ή να ανατρέψουν την κρίση μας.

Κοντολογίς, να είμαστε ελαστικοί και ευέλικτοι.